Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας[i] | Μέρος ΙΙΙ/V

Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας[i] | Μέρος ΙΙΙ/V

2.    Τελεστές ανασυγκρότησης του οικονομικού συστήματος στην Ελλάδα

2.1.        Η επιχειρηματικότητα

Από το 2010 η εγχώρια επιχειρηματικότητα έχει εισέλθει σε μία διαδικασία ισχυρής συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου |    | red line

Η διαδικασία αυτή μεταλλάσει τόσο τη μορφολογία όσο και την χαρακτηριστική οικονομική λειτουργία της εγχώριας επιχειρηματικότητας.

Ως προς το πρώτο στοιχείο κυρίαρχο χαρακτηριστικό δεν είναι μόνο η μείωση του πλήθους των επιχειρήσεων και η αύξηση του μοναδιαίου κύκλου εργασιών αλλά επίσης και η αλλαγή του τρόπου διαχείρισης των δια-επιχειρηματικών σχέσεων με κυριότερη τη σχέση με τις χρηματοδοτούσες τράπεζες όπου και εγκαθιδρύεται / θεσπίζεται – αργά και βασανιστικά- η αρχή της συνυπευθυνότητας.

Ως προς το δεύτερο στοιχείο η κύρια έμφαση της επιχειρηματικής επιδίωξης μετατοπίζεται από τον όγκο των κερδών στην αποδοτικότητα των επενδυμένων κεφαλαίων ως προς τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο.

2.1.1.      Ιδιωτική επιχειρηματικότητα

Η εγχώρια ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από την τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου η οποία είναι ιδιαίτερα ισχυρή στις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις στους τομείς μεταποίησης κατασκευών, και εμπορίου.

2.1.1.1.       Πολύ μικρές επιχειρήσεις

Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι βασικά επαγγελματικά σχήματα ατομικής ή / και οικογενειακής αυτοαπασχόλησης. Η (αναπαραγωγική) επιβιωσιμότητά τους είναι υψηλή καθότι η επαγγελματική αμοιβή είναι ιδιαίτερα ελαστική καθότι το πάγιο λειτουργικό κόστος είναι χαμηλό.

2.1.1.2.       Μικρές επιχειρήσεις

Οι μικρές επιχειρήσεις κατατείνουν στο σχηματισμό δικτύων και clusters για να επιβιώσουν.

2.1.1.3.       Μεσαίες επιχειρήσεις

Προσπαθούν να ανταπεξέλθουν τον ανταγωνισμό με τις ελάχιστες νέες επενδύσεις μέσω επιχορηγούμενων προγραμμάτων και συνεχείς χρηματοπιστωτικές διευθετήσεις με τις τράπεζες.

Ηεξατομικευμένη ανάταξηαυτών των επιχειρήσεων αφορά μόνο ορισμένες σύγχρονες και εξαγωγικές επιχειρήσεις. Η ανάταξη των υπολοίπων είναι εφικτή μόνο με ομαδική σφαιρική επενδυτική και χρηματοδοτική στήριξη (globalinvestmentandfinancing).

2.1.1.4.       Μεγάλες επιχειρήσεις

Οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικές στη διενέργεια νέων επενδύσεων.

2.1.2.      Δημόσια επιχειρηματικότητα

Η δημόσια επιχειρηματικότητα –και σ’ αυτή περιλαμβάνεται η παροχή υπηρεσιών παιδείας και υγείας – βρίσκεται σε φάση μείωσης του λειτουργικού κόστους για την επίτευξη μηδενικής επικέρδειας.

Ειδικότερα, οι δημόσιοι οργανισμοί βρίσκονται σε διαδικασία αξιολόγησης της σκοπιμότητά τους και εκκαθάρισης.

Οι δημόσιες επιχειρήσεις βρίσκονται σε διαδικασία αποκρατικοποίησης με όχημα το ΤΑΙΠΕΔ (βλπ. κατωτέρω).

2.1.3.      Κοινωνική και αλληλέγγυα επιχειρηματικότητα

Οι μη επικερδείς ή χαμηλής επικέρδειας επιχειρηματικές δραστηριότητες περνούν στην κοινωνική και αλληλέγγυα επιχειρηματικότητα.

Η κοινωνική επιχειρηματικότητα περιλαμβάνει οικονομικού τύπου δραστηριότητες που διενεργούνται πρωτίστως προς όφελος των ίδιων των παραγωγών / προσωπικού ή / και των καταναλωτών / επωφελούμενων.

Σύμφωνα με τον τελευταίο διαθέσιμο εγχώριο ορισμό που δίνεται από το Άρθρο 1, Παρ. 1 του Ν. 4019 Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα και λοιπές διατάξεις: «”Κοινωνική Οικονομία” είναι το σύνολο των οικονομικών, επιχειρηματικών, παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, οι οποίες αναλαμβάνονται από νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, των οποίων ο καταστατικός σκοπός είναι η επιδίωξη του συλλογικού οφέλους και η εξυπηρέτηση γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων.».

Ο Νόμος ορίζει, επίσης, στη 2η παρ. του ίδιου Άρθρου ότι «”Συλλογικός Σκοπός” είναι η προώθηση των δράσεων συλλογικότητας και η προστασία των συλλογικών αγαθών μέσω αναπτυξιακών, οικονομικών και κοινωνικών πρωτοβουλιών τοπικού, περιφερειακού ή ευρύτερου χαρακτήρα. Ως τέτοιες δράσεις νοούνται ιδίως οι πολιτιστικές, οι περιβαλλοντικές, οι οικολογικές δραστηριότητες, η αξιοποίηση και ανάδειξη τοπικών προϊόντων, η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών προς ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού (συμπεριλαμβανόμενων και των ανέργων).

2.1.3.1.       Εμβέλεια κοινωνικής και αλληλέγγυας / συνεργατικής επιχειρηματικότητας

Οι ακόλουθες κατηγορίες επιχειρήσεων ενδείκνυνται για το μετασχηματισμό τους σε κοινωνικές και αλληλέγγυες / συνεργατικές επιχειρήσεις:

·       Πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις

·       Επιχειρήσεις που λειτουργούν στην παράλληλη / μαύρη αγορά ή / και απασχολούν μη δηλωμένο προσωπικό,

·       Κλειστές μεσαίες επιχειρήσεις,

·       Προβληματικές / μη βιώσιμες μεσαίες επιχειρήσεις,

·       Επιχειρήσεις με απουσία κληρονομικής διαδοχής.

2.1.3.2.       Πολυ-επαγγελματικοί συνεργατισμοί

Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αυτοτελώς συνεργατικές επιχειρήσεις αλλά μόνο συνεργαζόμενες / συγχωνευόμενες. Ένα συνεργατικό σχήμα κατάλληλο για τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών είναι και οι Πολυ-επαγγελματικοί Συνεργατισμοί.

Οι πολύ-επαγγελματικοί συνεργατισμοί[1] ιδρύονται ως κεφαλαιουχικές μετοχικές εταιρίες από ελεύθερους επαγγελματίες και ανεξάρτητους τεχνικούς κάθε ειδικότητας (πλην εκείνων που υπάγονται σε ειδικό ρυθμιστικό καθεστώς όπως είναι π.χ. οι ιατροί) οι οποίοι δεν είναι σε θέση να πετύχουν διαχρονικά την πλήρη απασχόλησή τους με αποτέλεσμα τα έσοδά τους να μην παρουσιάζουν την κανονικότητα που απαιτεί η ομαλή διαβίωσή τους.

Η είσοδος ενός επαγγελματία στο συνεργατισμό συνεπάγεται τη μετατροπή του σε μισθωτό υπάλληλο του συνεργατισμού. Ωστόσο, αυτός συνεχίζει να αναζητά αυτονόμως -όπως και προηγουμένως- εργασίες για την εκτέλεση των οποίων αντισυμβάλλεται τώρα όχι ο ίδιος όπως προηγουμένως αλλά ο συνεργατισμός(ο οποίος και παρέχει όλες τις συμπληρωματικές υπηρεσίες γραμματειακής υποστήριξης, λογιστηρίου, νομικής συνδρομής, κ.ο.κ.).

Σε περίπτωση που ένα έργο ή μια εργασία που φέρνει το μέλος στον συνεργατισμό υπερβαίνει την προσωπική ικανότητα που διαθέτει για την πλήρη εκτέλεσή του, το μέλος απευθύνεται στην επαγγελματικά ομοειδή ομάδα μελών του συνεργατισμού και επιλέγει –κατά την κρίση του-ορισμένους εξ αυτών για να εκτελέσουν από κοινού το έργο / την εργασία.

Οι πολύ-επαγγελματικοί συνεργατισμοί (βλπ. Π-1) παράγουν μια δυναμική υποστήριξης του βιοτικού επιπέδου όλων των εργαζόμενων, μισθωτών και μη.

2.1.3.3.       Εξαρτημένες εργολαβίες και υπεργολαβίες

Η ανάθεση της εκτέλεσης έργων και εργασιών σε ειδικότερους προς τούτο φορείς αποτελεί κοινή πρακτική για τις επιχειρήσεις από αμνημονεύτων χρόνων.

Εάν τώρα αυτός ο φορέας αποτελεί συνεργατισμό της όποιας μορφής (κοινοπραξία έργου, κοινωνική επιχείρηση, κ.ο.κ.), το κόστος (δηλαδή η αξία του συμβολαίου) ελαχιστοποιείται καθότι το ενδογενές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αυτού του τύπου των φορέων είναι κατά τεκμήριο το συγκριτικά ελάχιστο διοικητικό κόστος (κατ’ αρχήν εξισωτικό μισθολόγιο προσωπικού) και η μη αυτοτελής επιδίωξη κέρδους επί του όποιου επενδυμένου κεφαλαίου.

Στη βάση αυτή παράγεται ένας νέος τύπος επιχείρησης που θα μπορούσε να ονομαστεί «εξαρτημένη» ή «προσδεμένη» συνεργατική επιχείρηση.

Στην περίπτωσή της, το όποιο κέρδος θα είχε επιτευχθεί εάν ήταν ιδιωτική, άρα και κερδοσκοπική, επιχείρηση «μεταφέρεται» στην εργοδότρια επιχείρηση.

Βεβαίως, το ίδιο περίπου κερδοφόρο αποτέλεσμα παράγεται εφόσον η εργολαβική επιχείρηση λειτουργεί παράτυπα, δηλαδή ανήκει στην παράλληλη οικονομία. Το όφελος από την μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων αποτελεί ένα πλεόνασμα το οποίο μπορεί να κατανεμηθεί ως τοπικό και μεταφερόμενο κέρδος χωρίς να αλλοιώσει ουσιωδώς την αξία του εργολαβικού συμβολαίου.

Στην περίπτωση, όμως, αυτή η άμεση εμπορική συσχέτιση μεταξύ αναθέτουσας και εργολαβικής επιχείρησης μπορεί να μην είναι τεχνικά εφικτή οπότε απαιτείται η ενδιάμεση χρήση μιας παρένθετης εταιρείας.

Το σύνολο των επιχειρήσεων που δικτυακά συμμετέχει στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών ορίζει ως γνωστό την «αλυσίδα αξίας» η οποία δομείται επιπλέον σε έναν ή περισσότερους «πόλους τυπικού ή / και άτυπου κέρδους».

2.2.        Η χρηματοδότηση

Η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίσηοφειλόταν, πρωτίστως, στη στεγαστική πίστη στις ΗΠΑ και συνεπαγωγικά αλλά και δευτεροβαθμίως στην κρατική πίστη (π.χ. Ελλάδα).

Διαπιστώθηκε ότι οι δυσμενείς επιπτώσεις πάνω στο τραπεζικό σύστημα μεταβιβάστηκαν στη συνέχεια στον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας (περιορισμός πιστώσεων, κ.λ.π.) με αποτέλεσμα την εμφάνιση του κινδύνου κατάρρευσης της πραγματικής οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως προκύπτει από την θεσμική και ερευνητική/ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, επιχειρείται η τέλεση της αναδόμησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο χρηματοπιστωτικός κίνδυνος μέσω της αναδιάταξης της διασποράς του στους εμπλεκόμενους φορείς.

Η θεωρητική αναφορά με την οποία εκφράζεται η αναδόμηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι εκείνη της “μη τραπεζικής πιστωτικής ανάκαμψης”. Το σχετικό υπόδειγμα παρουσιάζεται περιγραφικά στην τελευταία Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής[2] της Τράπεζας της Ελλάδος του Δεκεμβρίου 2013 με την οποία και εισάγεται η θεωρητική βάση της στρατηγικής της επιδιωκόμενης χρηματοπιστωτικής αναδόμησης της Ελλάδας.

2.2.1.      Μεγάλες και Μεσαίες επιχειρήσεις

Η δανειακή χρηματοδότηση των Μεσαίων και Μεγάλων Επιχειρήσεων τελείται κυρίως μέσω της έκδοσης βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων πιστωτικών τίτλων (γραμμάτια, ομόλογα, κ.λ.π.).

Η έκδοση των ομολόγων αυτών διατίθεται στις αγορές και επομένως ο συστημικός κίνδυνος διαχέεται από τις εμπορικές τράπεζες σε όλους τους συμμετέχοντες επενδυτές (ιδιώτες επενδυτές, επενδυτικά ταμεία, συνταξιοδοτικά ταμεία, κ.λ.π.).

Πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι η έκδοση αγοραίων τίτλων χρέους προϋποθέτει και συνεπάγεται την κατάλληλη προσαρμογή των χρηματοοικονομικών δεδομένων του εκδότη (μερικά αποτελέσματα χρήσης, ισολογισμοί, κ.λ.π.) προκειμένου αυτοί να είναι αξιολογήσιμοι από τους ενδιαφερόμενους επενδυτές.

Συνεπώς θεωρείται ότι η τυπική συμμετοχή των επιχειρήσεων στις αγορές εταιρικού χρέους θα επιδράσει και εκσυγχρονιστικά πάνω σε αυτές τόσο από άποψη οργάνωσης όσο και λειτουργίας καθώς και διαφάνειας.

Βεβαίως, η νέα αυτή προσέγγιση έχει ήδη επεκταθεί στον τομέα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, όπως στη Μ. Βρετανία όπου έχει ήδη εκδοθεί το πρώτο ομόλογο κοινωνικής οικονομίας.

2.2.2.      Μικρές κα Μεσαίες επιχειρήσεις

Η άμεση δανειακή χρηματοδότηση των Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων (προεξοφλήσεις, κεφάλαιο κίνησης, επενδύσεις, κ.λ.π.) διενεργούνται μέσω τοπικών και κλαδικών τραπεζικών ιδρυμάτων τοπικού και περιφερειακού συλλογικού χαρακτήρα.

Η ίδια όμως η οργανωτική δομή των συνεταιριστικών τραπεζών ως εθνικών τραπεζικών ιδρυμάτων εγκαταλείπεται και υιοθετείται εναλλακτικά:

1.     είτε το υπόδειγμα των συνεταιρισμών Raiffeisen [Λαμπρόπουλος 20140131].

2.     ή το υπόδειγμα των δημόσιων (και όχι κρατικών) αποταμιευτηρίωνSparkassen [Simpson 201301].

Σύμφωνα με αυτά τα υποδείγματα, το κάθε κατάστημα αποτελεί μια αυτόνομη και ανεξάρτητη, είτε συνεταιριστική ή δημόσια μη κρατική, μονάδα και όχι υποκατάστημα ενός πανεθνικού τραπεζικού ιδρύματος (συνεταιριστικού ή δημόσιου).

Συνεπώς, ο οποιοσδήποτε κίνδυνος που προέρχεται από την μικρομεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα είναι τοπικά περιορισμένος και συνεπώς δεν μπορεί να έχει συνολικότερες εθνικές επιπτώσεις.

Η οργανωσιακή αυτή εξέλιξη σηματοδοτεί σε επίπεδο περιφερειακής πολιτικής την αξιοποίηση των τοπικά διαθέσιμων αποταμιευτικών και επενδυτικών πόρων και τη συγκρότηση ενός περιφερειακού συστήματος εισροών – εκροών των πόρων αυτών, πλήρως ελεγχόμενα από τα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια όργανα των συνεταιρισμών τύπου Raiffeisen ή των αποταμιευτηρίωνSparkassen.

2.2.3.      Καταναλωτική πίστη

Οι Εμπορικές Τράπεζες απομακρύνονται από την απευθείας δανειακή χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και περιορίζονται στη:

1.     στεγαστική πίστη

2.     καταναλωτική πίστη

καθώς και στη λειτουργία ως:

3.     συστήματος εκκαθάρισης συναλλαγών.

Ο περιορισμός αυτός συνεπάγεται ότι τον κίνδυνο της ενδεχόμενης αποτυχίας των χορηγήσεων αυτού του τύπου, τον αναλαμβάνουν οι καταθέτες αυτών των τραπεζών.

Η Οδηγία 2014/59 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 ρυθμίζει τα σχετικά θέματα.

Η συμμετοχή των καταθετών στη διάσωση των τραπεζών εφαρμόστηκε στην Κύπρο το 2013.Βεβαίως, πρέπει να επισημανθεί ότι στην Κύπρο, δεν “κουρεύτηκαν” απλώς οι καταθέσεις αλλά η απομείωση αυτών μετατράπηκε σε ισόποση αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.

Με τον τρόπο αυτό εισάγεται η αρχή της συνυπευθυνότητας μεταξύ των διοικήσεων των εμπορικών τραπεζών, των μετόχων τους και των καταθετών τους.

Από θεωρητική άποψη, η ενδεχόμενη μετατροπή καταθετών σε μετόχους, αποτελεί την επενδυτική αναβάθμιση των καταθετών και την αντικατάσταση της κεϋνσιανής έννοιας της αποταμίευσης με τη φριντμανιανή έννοια της επένδυσης σε ένα διάνυσμα διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων.

Βεβαίως δευτεροβάθμια, οι εμπορικές τράπεζες μπορούν να επενδύουν στα εταιρικά ομόλογα και να τα διαθέτουν επίσης στους καταθέτες τους κατ’ αντιστοιχία με την πολιτική οφέλους – κινδύνου που εφαρμόζει η διοίκηση της κάθε τράπεζας.

Διαπιστώνεται συνεπώς ότι ο επιχειρηματικός τομέας αποδεσμεύεται πλήρως από το όποιο δυσμενές ενδεχόμενο μπορεί να επισυμβεί στον τομέα των εμπορικών τραπεζών, το κόστος του οποίου αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι χρηματοδοτούμενοι –τελικά- καταθέτες.

Συνεπώς η “πραγματική” οικονομία θωρακίζεται έναντι τυχόν δυσμενών εξελίξεων στον τομέα της καταναλωτικής – στεγαστικής πίστης.

2.2.4.      Δημόσια έργα

Τα δημόσια έργα χρηματοδοτούνται μέσω ενός συνδυασμού ventureκαι projectfinancingτου κυρίου και στη συνέχεια διαχειριστή του έργου που αποκτά αυτοτελή εταιρική υπόσταση, δηλαδή πρακτικά Ανώνυμης Μετοχικής Εταιρείας.

Ο συνδυασμός αυτός σημαίνει ότι οι φορείς χρηματοδότησης εμφανίζονται σε κατά περίπτωση διαφορετική σύνθεση αλλά ταυτόχρονα και παράλληλα ως μέτοχοι, δανειστές και εγγυητές μετοχικών συμμετοχών ή / και χρηματοδοτήσεων τρίτων.

Σημαίνει,  επίσης, ότι το κάθε δημόσιο έργο οφείλει να είναι ενδογενώς βιώσιμο (σε διαφορετικά επίπεδα αθροισιμότητας – όπως π.χ. συμβαίνει με περιφερειακά αεροδρόμια), δηλαδή παράγει ίδια έσοδα.

2.3.        Οι επενδύσεις

Το πρόβλημα με τις επενδύσεις είναι ότι κάθε μία επένδυση ξεχωριστά προσδιορίζεται από ένα διαφορετικό διάνυσμα {απόδοσης, ρευστότητας και κινδύνου}. Το γεγονός αυτό καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αντιστοίχιση ανάμεσα στο επενδυτικό έργο / επιχειρηματική ευκαιρία και τον επενδυτικό φορέα.

Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε την σχεδόν πλήρη απροθυμία των επενδυτικών φορέων να συμμετάσχουν επενδυτικά σε δημόσια έργα λόγω των χαμηλών αποδόσεων και την μακρόχρονης περιόδου ανάκτησης των επενδεδυμένων κεφαλαίων που τα χαρακτηρίζει ενδογενώς.

Η επίλυση αυτού του προβλήματος επιχειρείται μέσω του σχηματισμού ενδιάμεσων μετοχικών επενδυτικών ταμείων που επενδύουν –πολυδιάστατα- σε μια ομάδα / ένα χαρτοφυλάκιο επιχειρήσεων / επενδυτικών έργων ούτως ώστε να προκύπτουν κατά μέσο όρο οι ανά περίπτωση επιθυμητές τιμές του επενδυτικού διανύσματος {απόδοσης, ρευστότητας και κινδύνου}.

Ο τελικός επενδυτής επενδύει στο ενδιάμεσο μετοχικό επενδυτικό ταμείο της αρεσκείας του και με τον τρόπο αυτό συμμετέχει εμμέσως στις επενδύσεις που το αυτό διενεργεί.

Βεβαίως, σε ορισμένες περιπτώσεις ελέγχουσας συμμετοχής, το μετοχικό επενδυτικό ταμείο λειτουργεί ως (ανοικτή ή κλειστή) ελέγχουσα εταιρία (holdingcompany).

2.3.1.      Επενδυτικές Εταιρείες

Στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται ήδη από τη δεκαετία ’90 εγχώριες και αλλοδαπές, τυπικά και άτυπα, επενδυτικές εταιρείες και κεφάλαια συμμετοχών υψηλού κινδύνου.

Το 1997 θεσμοθετήθηκαν οι ΕταιρείεςΚεφαλαίουΕπενδυτικώνΣυμμετοχών – ΕΚΕΣ και ο σχηματισμός τους χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο[3].  Οι ΕΚΕΣ είναι ΑΕ με αποκλειστικό σκοπό τη συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών.

Η Ελληνική Εταιρεία Επιχειρηματικών κεφαλαίων ιδρύθηκε το 2003 και σήμερα αριθμεί ως μέλη 18 εταιρείες επιχειρηματικών συμμετοχών. Απ’ αυτές, οι τρεις είναι θυγατρικές τραπεζών (Τράπεζα Πειραιώς, AlphaBank, AtticaBank).

Η νεότερη εξέλιξη στο πεδίο αυτό αφορά την άμεση εμπλοκή των εμπορικών τραπεζών.

Το Ταμείο της Τράπεζας Πειραιώς στοχεύει να αντλήσει €500,00 εκατ. από τις διεθνείς αγορές για να συμβάλλει επενδυτικά και χρηματοδοτικά στην υλοποίηση των αναπτυξιακών σχεδίων 200 περίπου μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με κύκλο εργασιών από €5,0 έως €75,0 εκατ.

ΗAtticaBankμέσω της θυγατρικής της AtticaFinanceσχηματίζει επενδυτικό ταμείο €100,0 εκατ. για την υλοποίηση έργων παραγωγής και εξοικονόμησης ηλεκτρικής ενέργειας.

Επισημαίνεται, ότι η εμπλοκή των τραπεζών, τουλάχιστον προς το παρόν, αποσκοπεί κυρίως στην κατά προτεραιότητα υποβοήθηση των πελατών τους προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος της σχετικής έκθεσής τους, δηλαδή η βελτίωση του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου τους.

Ωστόσο, ασχέτως κινήτρων, η είσοδος των εγχώριων τραπεζών στο νέο πεδίο συμπληρώνει την απομάκρυνσή τους από τα πεδία της κλασσικής τραπεζικής που σκιαγραφήθηκε στο προηγούμενο Κεφάλαιο 1.

2.3.2.      Ασφαλιστικά / Συνταξιοδοτικά Ταμεία
2.3.2.1.       Επενδύσεις χαρτοφυλακίου

Τα ασφαλιστικά / συνταξιοδοτικά ταμεία αποτελούν τους κατ’ εξοχήν συλλογικούς επενδυτές χαρτοφυλακίου.

Το μεγαλύτερο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό ταμείο στον κόσμο είναι τοΑσφαλιστικό Ταμείο των Δημοσίων Υπαλλήλων της Καλιφόρνιας[4]. Στις 30 Απριλίου 2010, το Ταμείο είχε περιουσία $ 211,2 δις. Το ποσό των $ 141,8 δις (67%) ήταν επενδυμένο σε μετοχές εταιρειών. Στις 30 Ιουνίου 2009, το Ταμείο παρείχε ασφαλιστικές παροχές σε 1.134.397 ενεργά και μη ενεργά μέλη και σε 492.513 συνταξιούχους, δικαιούχους και επιζώντες. Το ενδεικτικό κατά κεφαλήν μερίδιο στην περιουσία του Ταμείου ήταν $ 129.816,65.

Ο Drucker [1976] έχει αναλύσει το φαινόμενο της κολοσσιαίας μετοχικής περιουσίας που διαθέτουν τα επαγγελματικά ταμεία των μισθωτών ήδη από το 1976. Ο Kleiner [1991] υποστηρίζει ότι το 1991 τα ασφαλιστικά ταμεία διέθεταν εταιρική περιουσία $ 2,5 τρις και κατείχαν το  40% όλων των Αμερικανικών μετοχών. Σύμφωνα μ’ αυτόν, οι ιδιοκτήτες των Exxon, GM, DuPont και Citicorp είναι απλώς … οι συνταξιούχοι. ΟManière [1999]επικαιροποίησετηθέσητουDruckerτο 1999.

Σήμερα [Behrendt 20100408], τα περιουσιακά στοιχεία που διαχειρίζονται οι θεσμικοί επενδυτές (όπως ασφαλιστικά ταμεία και κληροδοτήματα) στις αναπτυγμένες χρηματοοικονομικές αγορές είναι περίπου $ 53 τρις. Τα ασφαλιστικά ταμεία διαχειρίζονται περισσότερα από $ 15 τρις, οι ασφαλιστικές εταιρείες $ 16 τρις, οι επενδυτικές εταιρείες $ 21 τρις, και τα αμοιβαία κεφάλαια διαχειρίζονται περίπου $ 1,5 τρις. Η τρέχουσα κεφαλαιοποίηση της αγοράς της  S&P 500 είναι περίπου $ 12 τρις. Το σύνολο των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων υπολογίζεται σε περίπου $ 190 τρις.

Τα ασφαλιστικά / συνταξιοδοτικά ταμεία είναι παθητικοί επενδυτές, δηλαδή δεν συμμετέχουν ενεργητικά στη διαχείριση των εταιρειών στις οποίες επενδύουν.

2.3.2.2.       Άμεσες επενδύσεις

Υπάρχουν βεβαίως και ασφαλιστικά / συνταξιοδοτικά ταμεία τα οποία λειτουργούν επίσης ως άμεσοι επενδυτές.

Ένα από αυτά είναι και το ΤΣΜΕΔΕ το οποίο εισήλθε στην Τράπεζα Αττικής το 1997 και σήμερα κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της AtticaBank(50,67%) και ασκεί τη διοίκηση της τράπεζας. Ίσης, ο Σύλλογος Υπαλλήλων της Atticabankκατέχει το 1% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας.

Ητράπεζα είχετο 2014 ενεργητικό €4,0 δις. και μερίδιο αγοράς 2%. Απασχολεί 856 άτομα και άλλα 120 στις διάφορες θυγατρικές εταιρείες της τράπεζας.

Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι ορισμένα επαγγελματικά ασφαλιστικά / συνταξιοδοτικά ταμεία συμμετέχουν επενδυτικά σε ανατάξεις και διασώσεις επιχειρήσεων προκειμένου να διασώσουν τις εισπραττόμενες ασφαλιστικές εισφορές και να αποφύγουν την καταβολή επιδομάτων ανεργίας. Προϋπόθεση αυτής της συμμετοχής είναι ο μετασχηματισμός των λόγω εταιρειών σε συνεργατικές επιχειρήσεις.

2.3.3.      Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο

Παράλληλα, με τον ιδιωτικό τομέα τον ίδιο δρόμο, αλλά διπλής κατεύθυνσης, ακολουθεί και το Ελληνικό Δημόσιο.

Από τη μία προωθεί τις κοινές επενδύσεις μέσω του νεοσυσταθέντος[5]Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου (InstitutionforGrowthinGreece) – ΕΕΤ / IGG«ως επιχειρηματικό κεφάλαιο τύπου «ομπρέλας» (umbrellafund), διαιρούμενο σε διαφορετικά υποκεφάλαια γιακάθε δραστηριότητά του με διακριτή δομή, διοίκηση,διάρκεια και ξεχωριστό σύνολο στοιχείων ενεργητικού.»[6].

Το ΕΕΤ αποτελεί ανοικτή μετοχική εταιρεία στην οποία η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορεί να υπερβεί το 50% του εκάστοτε κεφαλαίου της. Το Ελληνικό Δημόσιο θα εισφέρει στο Ταμείο κεφάλαια ύψους €350,0 εκατ. εντός μιας τριετίας από τη σύστασή του για τη:

α) χρηματοδότηση ΜΜΕ με ίδια κεφάλαια, δάνεια, εγγυήσεις και συνήθη χρηματοπιστωτικά μέσα,

β) χρηματοδότηση έργων υποδομής με ίδια κεφάλαια, δάνεια, εγγυήσεις και άλλα συνήθη χρηματοπιστωτικά μέσα,

γ) συμμετοχή σε κεφάλαια επενδυτικών συμμετοχών και επενδυτικού κινδύνου.

Το ΕΕΤ έχει ήδη έμπρακτα κινηθεί προς την κατεύθυνσηαυτή. Υπενθυμίζεται ότι στις 7 Μαΐου 2014 συστάθηκε στο Λουξεμβούργο από το ΕΕΤ και τη γερμανική KfWτο πρώτο Υποκεφάλαιο ποσού 100 εκατ. € προοριζόμενο για τη χρηματοδότηση εγχώριων ΜΜΕ.

Έκτοτε στο ΕΕΤ έχουν εισέλθει το Ίδρυμα Ωνάση με κεφάλαια €30,0 εκατ. και η γαλλική κυβέρνηση (Υπουργείο Οικονομικών) με κεφάλαιο €30,0 εκατ. και η EfG με κεφάλαια €100,0 εκατ. για τη χρηματοδότηση ΜΜΕ με απασχόληση μικρότερη των 250 ατόμων και κύκλο εργασιών μικρότερο των 30,0 εκατ. με επενδυτικά δάνεια και κεφάλαια κίνησης.

2.3.4.      ΤΑΙΠΕΔ

Από την άλλη, το Ελληνικό Δημόσιο, προωθεί την επενδυτική και περιουσιακή απεμπλοκή του μέσω του Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ[7]).

Το Ταμείο συστάθηκε την 1η Ιουλίου 2011 με το Ν. 3986/201. Η διάρκειά του ανέρχεται σε έξη έτη μετά την παρέλευση των οποίων η λειτουργία του μπορεί να παραταθεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Στο Ταμείο μεταφέρθηκαν τα περισσότερα από τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν περιληφθεί στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα και θα μεταφερθούν όσα ακόμη περιουσιακά στοιχεία αποφασιστεί από το Κράτος να αξιοποιηθούν.

Τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν μεταφερθεί στο Ταμείο συνοψίζονται σε τρεις κατηγορίες:

·       Αξιοποίηση Γης

·       Υποδομές

·       Εταιρικό Χαρτοφυλάκιο

Το ΤΑΙΠΕΔ αξιοποιεί την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, που του έχει ανατεθεί σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας και τις προβλέψεις των Μεσοπρόθεσμων Πλαισίων Δημοσιονομικής Στρατηγικής

Σε συνεργασία με την Ελληνική Κυβέρνηση, το ΤΑΙΠΕΔ προωθεί την υλοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων στη χώρα και έχει την πλήρη ευθύνη για την εφαρμογή της πολιτικής που τις διέπει.

Το σχέδιο των ιδιωτικοποιήσεων βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και έχει ως στόχο του την ενίσχυση της ανάπτυξης, την προσέλκυση άμεσων επενδύσεων στις υποδομές, την ενέργεια, τα ακίνητα καθώς και άλλους τομείς.

2.3.5.      Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας

Το Άρθρο 9 του ισχύοντος Ν. 4019 Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα και λοιπές διατάξεις, ΦΕΚ Α’ 216/30-09-2011, προνοεί για τη σύσταση Ταμείου Κοινωνικής Οικονομίας καθώς και τη συγχρηματοδότηση των κοινωνικών επιχειρήσεων από:

α) το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης –ΕΤΕΑΝ[8], και

β) τον εκάστοτε ισχύοντα “Αναπτυξιακό Νόμο”[9].

Το Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας παραμένει μέχρι σήμερα ανενεργό με προφανές δυσμενές αποτέλεσμα τη διαφυγή επενδυτικών πόρων της ΕΕ (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται, φυσικά, και εκείνοι του Επενδυτικού Σχεδίου για την Ευρώπη για το 2015-2017 του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Junckerπροϋπολογισμού 315,0 δις. €).

Είναι προφανές ότι η ενεργοποίηση του Ταμείου Κοινωνικής Οικονομίας αποτελεί ύψιστη άμεση προτεραιότητα.

Σύμφωνα με την αρμόδια για την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία Αναπληρώτρια Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κα. Ρ. Αντωνοπούλου της 10ης Δεκεμβρίου 2015 στη Θεσσαλονίκη το Μάρτιο 2016.

2.3.6.      European Fund for Strategic Investment – EFSI

Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων[10] συστάθηκε το 2015/7 με σκοπό τη γεφύρωση του κενού που διαπιστώνεται ότι υπάρχει σήμερα στην Ευρώπη ανάμεσα στις στρατηγικές επενδυτικές ανάγκες και τις παροχές επενδυτικών πόρων για την κάλυψή τους από τον ιδιωτικό τομέα.

Ο σκοπός αυτός προσδοκάται να επιτευχθεί μέσω της συγχρηματοδοτικής κινητοποίησης επενδύσεων σε υποδομές αλλά και καινοτόμες ΜΜΕ.

Η ΕΕ θα διαθέσει αρχικά €21.0 διςεκτωνοποίων τα €16,0 δις θα είναι σε εγγυήσεις και τα €5,0 δις θα εισφερθούν από την ΕΤΕπ. Τοεπενδυτικόπροβλέπειτησυγκέντρωσητουλάχιστον €315,0 διςτηνπροσεχή 3ετία.

Τη διαχείριση του Ταμείου αναφορικά με τις επενδύσεις σε έργα υποδομής θα την αναλάβει η ΕΤΕπ και τις επενδύσεις σε καινοτόμες ΜΜΕ θα την αναλάβει συνεργατικό σχήμα ανάμεσα στην ΕΤΕπ και το EIF.

2.3.7.      European Financial Stability Facility – EFSF SA

Η Διευκόλυνση Ευρωπαϊκής Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας  ΑΕ – ΔΕΧΣ ΑΕ είναι μια διακρατική ανώνυμη μετοχική εταιρία με έδρα το Λουξεμβούργο και μετόχους τα 16 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Η εταιρία ιδρύθηκε στις 8 Ιουνίου 2010 κατ’ εφαρμογή σχετικής απόφασης του έκτακτου Συμβουλίου Οικονομικών και Χρηματοπιστωτικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες στις 9-10 Μαΐου 2010.

Μέτοχοι της εταιρίας είναι τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης κατά την αναλογία της αντίστοιχης συμμετοχής τους στο καταβεβλημένο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – ΕΚΤ.

To προσυπογεγραμμένο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ανέρχεται σε € 31.000 διαιρούμενο σε 3,1 εκατ. μετοχές ονομαστικής μοναδιαίας αξίας € 0,01. Το εγκεκριμένο κεφάλαιο της εταιρίας ανέρχεται σε € 30,0 εκατ. διαιρούμενο σε 3,0 δις. μετοχές ονομαστικής μοναδιαίας αξίας € 0,01.

Προς το παρόν οι συμμετοχές στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας κυμαίνονται από το ελάχιστο 0,1% (Κύπρος και Μάλτα) μέχρι το μέγιστο 18,9% (Γερμανία). Η Ελλάδα συμμετέχει με 2,0%.

Σκοπός της εταιρίας είναι η συγκέντρωση ρευστών διαθεσίμων μέσω της έκδοσης διεθνών ομολογιακών δανείων (αλλά και άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων) μέχρι και του ποσού των € 440 δις για την παροχή προσωρινής έκτακτης χρηματοδότησης προς όσους εξ’ αυτών αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές δυσκολίες, δηλαδή δεν είναι ικανοί να ανταποκριθούν στις τρέχουσες χρηματοπιστωτικές υποχρεώσεις τους, και έχουν συνάψει ένα Μνημόνιο Συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το οποίο περιέχει τους όρους της οικονομικής πολιτικής που θα ασκηθεί.

Οι εγγυήσεις που οι μέτοχοι της εταιρίας συνεισφέρουν σ’ αυτή είναι κατά την αναλογία της συμμετοχής τους στο καταβεβλημένο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – ΕΚΤ και σταθμισμένες με το δείκτη της πιστοληπτικής ικανότητάς τους που καταρτίζουν οι τρείς κυριότεροι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης (Standard&Poor’s, FitchRatings και Moody’s). Η σταθμισμένη συνεισφορά των μετόχων στις εγγυήσεις κυμαίνεται από το 0,0% (Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία) μέχρι και το 29,1% (Γερμανία).

Η εταιρία δρα συγχρηματοδοτικά με το ΔΝΤ (μέγιστη συμβολή εκ € 250 δις) και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης – ΕΜΧΣ EuropeanFinancialStabilizationMechanism– EFSM(μέγιστη συμβολή € 60 δις)

Μέχρι σήμερα η εταιρία έχει εκδώσει τρία ομολογιακά δάνεια συνολικού ποσού € 15,0 δις. Το πρώτο δάνειο εκ ποσού € 5,0 δις ήταν για την Ιρλανδία και τα δύο επόμενα εκ ποσών € 5,0 δις το καθένα ήταν για την Πορτογαλία. Η πιστοληπτική ικανότητα της εταιρίας αξιολογείται ως η μέγιστη δυνατή και από τους τρείς κυριότερους διεθνείς οίκους αξιολόγησης (AAAγια τις Standard&Poor’sκαι FitchRatings, Aaaγια την Moody’s).

Πρέπει κατ’ αρχήν να επισημανθεί ότι τα ομόλογα που εκδίδει η ΔΕΧΣ ΑΕ αποτελούν τύπο του περίφημου «ευρωομολόγου» για το οποίο έχει κάνει τόσο μεγάλο θόρυβο η ευρωπαϊκή αριστερά, σοσιαλιστική και η μετασταλινική κομμουνιστική, ως έκφραση της διευρωπαϊκής πολιτικής αλληλεγγύης.

2.3.8.      Ευρωπαϊκή εναρμόνιση της νομοθεσίας για τα επενδυτικά ταμεία
Στο πεδίο των συλλογικών επενδύσεων, η ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει ήδη εναρμονίσει τις ακόλουθες κατηγορίες επενδυτικών ταμείων[11]:

α) UCITS,Undertakings for Collective Investment in Transferable Securities

β) AIFM, Alternative Investment Fund Managers

γ) EuVECA, European Venture Capital Funds

δ) EuSEF, European Social Entrepreneurship Funds

ε) ELTIF, European Long-Term Investment Funds

στ) MMF, Money Market Funds

2.3.9.      Αντικατάσταση των επενδυτικών επιχορηγήσεων και φορολογικών απαλλαγών με συμμετοχές κεφαλαίου

Είναι προφανές ότι στο πλαίσιο της γενίκευσης της τέλεσης των επενδύσεων μέσω συμμετοχών κεφαλαίου το εγχώριο σύΝ.3908 Ενίσχυση Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη, την Επιχειρηματικότητα και την Περιφερειακή Συνοχή ΦΕΚτ.Α’, νο 8, 1.2.2011, όπως ισχύει με τις τροποποιήσεις των Ν.4072/12, Ν.4146/13, Ν.4242/14.

2.4.        Ευρεσιτεχνία / καινοτομία

Η ευρεσιτεχνία / καινοτομία αποσκοπεί να παράξει υπεραξίες για να αντισταθμίσει το χαμηλό εργατικό κόστος της βιομηχανικής / μεταποιητικής παραγωγής στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές του κόσμου αλλά και να αποφέρει αυτοτελώς έσοδα από τη χρήση τους (δικαιόχρηση).

Ο παραδοσιακός τρόπος προώθησης της ευρεσιτεχνίας / καινοτομίας ήταν και συνεχίζει να είναι η διασύνδεση επιχειρήσεων – πανεπιστημιακών ιδρυμάτων / ερευνητικών κέντρων. Η διασύνδεση επιτυγχάνεται είτε μέσω αναθέσεων έργων από την επιχείρηση προς το πανεπιστήμιο / ερευνητικό κέντρο ή μέσω της κοινοπρακτικής συμμετοχής τους σε ερευνητικά προγράμματα με δημόσια χρηματοδότηση (π.χ. το πρόγραμμα ΠΑΒΕ-ΝΕ, κ.α.).

Τώρα, η σχέση αυτή γίνεται συνεταιρική σχέση διαμοιραζόμενου οφέλους και κινδύνου μέσω της συγκρότησης κοινών εταιρειών στις οποίες συμμετέχουν, επίσης, και επενδυτικές εταιρείες / επενδυτικά ταμεία. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατό να προεξοφλείται το αναμενόμενο όφελος από την ευρεσιτεχνία / καινοτομία μέσω της πώλησης μετοχικών συμμετοχών στην εταιρεία το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας έχει υπεραξιωθεί.

Τέλος, προωθείται η επιχειρηματικότητα νέων απόφοιτων επιστημόνων ιδιαίτερα εκείνων οι οποίοι προέρχονται από δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα προκειμένου να μειωθεί το άμεσο κόστος της έρευνας.

2.5.        Οι συναλλαγές

Οι συναλλαγές με τη δικαιολογία της πάταξης της μαύρης οικονομίας απορευστοποιούνται και διαμεσολαβοποιούνται, άμεσα (χρεοπιστώσεις λογαριασμών) ή έμμεσα (γραμμάτια, συναλλαγματικές, επιταγές) από το τραπεζικό σύστημα.

Πρακτικά, στην έννοια της «ενεργειακής φτώχειας» προστίθεται και η έννοια της «χρηματοπιστωτικής φτώχειας», δηλαδή του αποκλεισμού από τις λειτουργίες του τραπεζικού συστήματος.

2.6.        Το εισόδημα από μισθωτή εργασία

2.6.1.      Το Εγγυημένο Εισόδημα

Η πρόταση Freedmanγια το εγγυημένο εισόδημα, δηλαδή για την καταβολή από το Δημόσιο Ταμείο της όποιας αρνητικής διαφοράς ανάμεσα στο τρέχον εισόδημα και το κατά περίπτωση εισοδηματικό όριο της φτώχειας έχει γίνει αποδεκτή από την ΕΕ.

Στην Ελλάδα ο θεσμός εφαρμόστηκε πιλοτικά το 2014 – 5 σε πέντε περιοχές της χώρας και αξιολογήθηκε θετικά. Σχεδιάζεται η άμεση γενίκευσή του όσο κι’ εάν έχουν εκφραστεί εκ μέρους μελών[12] της νυν κυβέρνησης βάσιμες επιφυλάξεις.

2.6.2.      Το Κοινωνικό Εισόδημα Μισθωτής Εργασίας

Στη βάση:

α) του εγγυημένου εισοδήματος

και

β) των παροχών σε είδος και χρήμα για την αντιμετώπιση της φτώχειας

διαμορφώνεται ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό μέγεθος που θα μπορούσε να ονομαστεί «Κοινωνικό Εισόδημα Μισθωτής Εργασίας»

Συγκεκριμένα, αν το «κοινωνικό κράτος» παρείχε στην εργασία παροχές overandaboveτου μισθού της απασχόλησης της ή / και παροχές σε χρήμα και είδος σε πλήρωση της απουσίας μισθού λόγω ανεργίας ή υγείας, το υπό συγκρότηση «κοινωνικά συμμετοχικό κράτος» εντάσσει το «μισθό» στο «Κοινωνικό Εισόδημα Μισθωτής Εργασίας» ως συναρθρωμένο σύστημα στοιχείων που έχει ως ακολούθως:

1) άμεσο εισόδημα: μισθός εργασίας,

2) έμμεσο εισόδημα:

α.   χρηματική αξία παροχών σε είδος,

ι.  εταιρικές παροχές

ιι.  παροχές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης

ιιι. λοιπές παροχές

β. χρηματική εισροή από το εγγυημένο εισόδημα / δημόσια στήριξη εισοδήματος.

με τις ακόλουθες αναφορές κατά φθίνουσα σειρά σημαντικότητας:

1)     επιχείρηση,

2)     περιφέρεια,

3)     κλάδος.

Στην αναφορά της περιφέρειας περιλαμβάνονται επίσης και οι ακόλουθες ειδικότερες αναφορές:

α. τιμάριθμος καταναλωτή,

β. κατάσταση διαπεριφερειακής κινητικότητας εργατικού δυναμικού[13].

Βάση του κατώτερου Κοινωνικού Εισοδήματος Μισθωτής Εργασίας είναι προφανώς το τοπικά ισχύον ημερομίσθιο απασχόλησης της παράνομης μετανάστευσης στην παραοικονομία.

Η συνέπεια πρακτικά είναι ότι μέρος του κόστους εργασίας μεταφέρεται από την επιχείρηση σε τρίτους εκτός αυτής:

α) στους φορολογούμενους,

και

β) σε κατά περίπτωση χορηγούς οι οποίοι κινητοποιούνται πολλαπλασιαστικά μέσω των δράσεων Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης που διενεργεί ο εργοδότης.

2.7.        Η ολιστική διαχείριση του προσωπικού

Η αναντιστοιχία ανάμεσα στις τυπικές επαγγελματικές δεξιότητες των διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων και τις ανάγκες των επιχειρήσεων έχει μετατοπίσει σε πρώτη φάση την επαγγελματική κατάρτιση σε ιδιωτικές εταιρείες (ασχέτως της όποιας θεσμικής και νομικής υπόστασης αυτές ενδύονται).

Σε δεύτερη φάση, τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης απέκτησαν αρμοδιότητες πρακτικής τοποθέτησης των καταρτιζόμενων σε επιχειρήσεις.

Σε τρίτη φάση, τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης λειτουργούν ως φορείς ανεύρεσης αμειβόμενης απασχόλησης.

Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι συγκροτείται ένα δίκτυο επιχειρήσεων σε αμφίδρομη σχέση με τα κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης / πρακτικής άσκησης / τοποθέτησης προσωπικού στις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο δίκτυο.

Η επόμενη λογική φάση είναι εκείνη της πρόσληψης προσωπικού από το ίδιο το Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης ή θυγατρική του εταιρεία ή παράλληλη εταιρεία και η διάθεσή του στις ανά περίπτωση και διάρκεια στις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο δίκτυο. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα της πρόσληψης συμπληρώνεται, φυσικά, και με το δικαίωμα της απόλυσης.

Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει τις επιχειρήσεις να συμμετέχουν, αμέσως ή εμμέσως μέσω παρένθετων σχημάτων, στα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης.

Σε αυτή την περίπτωση συγκροτείται ένα δια-επιχειρηματικό δίκτυο το οποίο λειτουργεί ως μονοψώνιο απασχόλησης ιδιαίτερα όταν έχει επαρκή χωρική υπόσταση.

Οι σχέσεις ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο ανατρέπονται ριζικά σε βάρος της εργασίας και προς όφελος του κεφαλαίου.

2.8.        Συμπέρασμα

Οι τελεστές ανασυγκρότησης του οικονομικού συστήματος χρηματοπιστωτικοποιούν την επιχειρηματικότητα κατά μήκος των πολυεθνικών αλυσίδων αξίας και αποδόσεων κεφαλαίου και κινδύνου.

Παράλληλα, εξωτερικεύουν με τη μορφή χωρικών δικτύων τη διαχείριση του προσωπικού της αλυσίδας και μεταφέρουν μέρος του κόστους του στο κράτος και στην κοινωνία.

Τέλος, η χωρική συγκέντρωση ικανού πλήθους δικτυωμένων γύρω από την κατάρτιση και τοποθέτηση προσωπικού επιχειρήσεων δημιουργεί μονοψωνιστική κατάσταση στην τοπική αγορά εργασίας  η οποία και αναδεικνύει το κεφάλαιο σε απόλυτο χωροδεσπότη.

Συνεχίζεται…


[1]Coopaname 2003, 2006, 2011, 2012.
[2] Ειδικό Θέμα ΙΙΙ.2: Οικονομική ανάκαμψη χωρίς τραπεζικό δανεισμό: διδάγματα από τη διεθνή εμπειρία [:73-77].
[3] Ο Μελετητής συμμετείχε στο σχεδιασμό και τη διαχείριση της υλοποίησης της σχετικής δράσης ως επιστημονικός συνεργάτης του Υπουργείου Ανάπτυξης (12/1997).
[4]CaliforniaPublicEmployees’ RetirementSystem–CalPERS.
[5] Ν. 4224 Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης Περιουσίας του Δημοσίου και άλλες επείγουσες διατάξεις, ΦΕΚ Α’ #288 / 31.12.2013, Άρθρα 3 -6.
[6] Άρθρο 4.2 Ν.4224/2013.
[7]http://www.hradf.com/el/the-fund
[8] Ν. 3912 Σύσταση Εθνικού Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης, ΦΕΚ Α’ 17/17-2-2011.
[9] Ν. 3908 Ενίσχυση Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη, την Επιχειρηματικότητα και την Περιφερειακή Συνοχή, ΦΕΚ Α’ 8/01-02-2011 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τους Ν. 4072/12, Ν. 4146/13 και 4242/14.
[10] Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1017.
[11]ec.europa.eu/finance/investment/index_en.htm.
[12] Αναπληρώτρια Υπουργός Εργασίας και Αλληλεγγύης κα. Ρ. Αντωνοπούλου.
[13] Υπενθυμίζεται ότι η ιδιόκτητη κατοικία θέτει περιορισμό στην διαπεριφερειακή κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και αποτελεί θετικό παράγοντα εργασιακής απείθειας και αναζήτησης πρόσκαιρης και αδήλωτης απασχόλησης. Το ζήτημα των «κόκκινων στεγαστικών δανείων» δεν είναι μόνο πρόβλημα ευστάθειας του τραπεζικού συστήματος και κοινωνικό αλλά είναι επίσης και ζήτημα πολιτικών απασχόλησης.


Σημείωση
[i]Η μελέτη υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού» 2007-2013», Άξονας Προτεραιότητας 2: «Ενίσχυση της προσαρμοστικότητας του ανθρώπινου δυναμικού και των επιχειρήσεων». Ειδικότερα, η μελέτη αποτελεί προϊόν της πράξης 4 «Ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ», υποέργο 1, «Σύσταση, οργάνωση και ανάπτυξη λειτουργιών α) Παρατηρητηρίου κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων και πολιτικών και β) μονάδας τεκμηρίωσης και υποστήριξης της θεσμικής εκπροσώπησης της ΓΣΕΕ», η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο εφαρμογής του Επιχειρησιακού Σχεδίου Δράσης του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας – ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Η μελέτη ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο 2015.