Η νικηφόρα «νέα Αριστερά» προκαλεί ελπίδα, αλλά όλα είναι ανοιχτά

Η νικηφόρα «νέα Αριστερά» προκαλεί ελπίδα, αλλά όλα είναι ανοιχτά

  • |

Πολλοί Χιλιανοί ανάσαναν με ανακούφιση τη νύχτα της 19ης Δεκέμβρη -όχι μόνο στα γραφεία της Χιλιάνης Αριστεράς, αλλά και στα σπίτια τους και στα κοινωνικά δίκτυα- όταν κυκλοφόρησαν τα νέα της εκλογικής ήττας της αντιδραστικής νεοφιλελεύθερης ακροδεξιάς, που νοσταλγεί την παλιά δικτατορία.

Ο Χοσέ Αντό­νιο Καστ είχε ητ­τη­θεί στις προ­ε­δρι­κές εκλο­γές από τον αρι­στε­ρό συ­να­σπι­σμό Abruebo Dignidad υπό την ηγε­σία του Γκά­μπριελ Μπό­ριτς, μια συμ­μα­χία του Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος, του Frente Amplio (Πλατύ Μέ­τω­πο) και το­πι­κών πρά­σι­νων κομ­μά­των. Πλήθη πα­νη­γύ­ρι­σαν στους δρό­μους του Σα­ντιά­γκο και σε όλη τη χώρα. Τα κορ­να­ρί­σμα­τα των αυ­το­κι­νή­των και τα τρα­γού­δια ακού­γο­νταν μέχρι αργά τη νύχτα. Το παλιό ερ­γα­στή­ρι του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού είχε στρα­φεί προς τα αρι­στε­ρά.

Φρανκ Γκοντισό | μετάφραση Πάνος Πέτρου

Ωστό­σο το απο­τέ­λε­σμα δεν ήταν αυ­το­νό­η­το, δε­δο­μέ­νου του με­γά­λου αριθ­μού των ανα­πο­φά­σι­στων ψη­φο­φό­ρων. Στον πρώτο γύρο, το 53% του εκλο­γι­κού σώ­μα­τος δεν ψή­φι­σε, επι­βε­βαιώ­νο­ντας μια τάση που έχει πα­ρα­τη­ρη­θεί στη Χιλή μετά τη με­τά­βα­ση στη δη­μο­κρα­τία το 1990 και ιδιαί­τε­ρα μετά την κα­τάρ­γη­ση της υπο­χρε­ω­τι­κής ψη­φο­φο­ρί­ας το 2012: τε­ρά­στια επί­πε­δα απο­χής και αυ­ξη­μέ­νη απο­γο­ή­τευ­ση από μια δια­δι­κα­σία εκ­δη­μο­κρα­τι­σμού που χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε από αδιά­κο­πο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό και την επι­βί­ω­ση της κλη­ρο­νο­μιάς της δι­κτα­το­ρί­ας.

Ανά­με­σα στους δύο γύ­ρους, η ομάδα του Μπό­ριτς επι­χεί­ρη­σε να απευ­θυν­θεί πέρα από τη με­σαία τάξη του Σα­ντιά­γκο, τον πυ­ρή­να της υπο­στή­ρι­ξής του, σε απο­μα­κρυ­σμέ­να ση­μεία της χώρας, στην ύπαι­θρο και στις φτω­χο­γει­το­νιές. Στό­χος ήταν να κι­νη­το­ποι­η­θεί ο λαός της απο­χής και να μειω­θεί η από­στα­ση στις πε­ριο­χές όπου ο Καστ είχε ισχυ­ρή υπο­στή­ρι­ξη. Ηπρο­σπά­θεια απέ­δω­σε: η συμ­με­το­χή ανέ­βη­κε στο 56% στο δεύ­τε­ρο γύρο και για πρώτη φορά ψή­φι­σαν πάνω από 8 εκα­τομ­μύ­ρια Χι­λια­νοί. Ο Μπό­ριτς κέρ­δι­σε τον Καστ για πάνω από 10 μο­νά­δες.

Η υπεύ­θυ­νη της κα­μπά­νιας του Μπό­ριτς, η Ίζκια Σί­τσες, 35 ετών, έπαι­ξε κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο σε αυτή τη νι­κη­φό­ρα στρα­τη­γι­κή, ανα­ζω­ο­γο­νώ­ντας με επι­τυ­χία την κα­μπά­νια. Η Σί­τσες, που ήταν πρό­ε­δρος της Colmed, του Χι­λια­νού Ια­τρι­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου στη διάρ­κεια της παν­δη­μί­ας, είναι γνω­στή για την ενα­ντί­ω­σή της στην υγειο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή του απερ­χό­με­νου προ­έ­δρου Σε­μπα­στιάν Πι­νιέ­ρα.

Τα πρώτα εκλο­γι­κά στοι­χεία δεί­χνουν ότι οι γυ­ναί­κες, η ερ­γα­τι­κή τάξη και η νε­ο­λαία έπαι­ξαν κρί­σι­μο ρόλο στην εκλο­γι­κή νίκη, συμ­βάλ­λο­ντας ση­μα­ντι­κά στο ένα εκα­τομ­μύ­ριο επι­πλέ­ον ψή­φους. Η Αρι­στε­ρά πήγε ιδιαί­τε­ρα καλά στα φτωχά δυ­τι­κά προ­ά­στια του Σα­ντιά­γκο, κερ­δί­ζο­ντας πάνω από 70% σε κά­ποια από αυτά. Οι πρώ­τες εκτι­μή­σεις δεί­χνουν ότι το 68% των γυ­ναι­κών κάτω των 30 ψή­φι­σε τον Μπό­ριτς, ενώ ο Καστ επι­κρά­τη­σε στους αν­θρώ­πους άνω των 70.

Το απο­τέ­λε­σμα του πρώ­του γύρου ήταν έκ­πλη­ξη: Ο Καστ, ένας 55χρο­νος Κα­θο­λι­κός δι­κη­γό­ρος, πα­τέ­ρας 9 παι­διών, ήρθε πρώ­τος με 28%, ενώ ο Μπό­ριτς ακο­λου­θού­σε με 25,8%. Ωστό­σο, η ελ­πί­δα για μια νίκη του Μπό­ριτς πα­ρέ­με­νε ζω­ντα­νή, με δε­δο­μέ­νη την απί­στευ­τη δια­δρο­μή του την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία: ξε­κί­νη­σε από τις γραμ­μές της αυ­τό­νο­μης Αρι­στε­ράς στη δε­κα­ε­τία του 2000, έπει­τα έγινε επι­κε­φα­λής της Φοι­τη­τι­κής Ομο­σπον­δί­ας του Πα­νε­πι­στη­μί­ου της Χιλής το 2011, στη διάρ­κεια των με­γά­λων νε­ο­λαι­ί­στι­κων κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων για «ελεύ­θε­ρη, δη­μό­σια, ποιο­τι­κή» παι­δεία.

Με­ταρ­ρυθ­μι­στής και με­τα-νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρος

Εξε­λέ­γη στο κοι­νο­βού­λιο το 2013 ως ανέ­ντα­χτος, χωρίς καμιά κομ­μα­τι­κή υπο­στή­ρι­ξη -ένα ση­μα­ντι­κό επί­τευγ­μα στο Χι­λια­νό εκλο­γι­κό σύ­στη­μα που ευ­νο­εί τους συ­να­σπι­σμούς των κε­ντρώ­ων κομ­μά­των απέ­να­ντι στους ανε­ξάρ­τη­τους. Έπει­τα επα­νε­ξε­λέ­γη μαζί με άλλες προ­σω­πι­κό­τη­τες του φοι­τη­τι­κού κι­νή­μα­τος όπως η Κα­μί­λα Βα­γιέ­χο του ΚΚ και ο Τζόρ­τζιο Τζάκ­σον, που έγινε το δεξί του χέρι. Ο Μπό­ριτς και ο Τζάκ­σον ίδρυ­σαν μαζί το Frente Amplio το 2017, το­πο­θε­τώ­ντας το στρα­τη­γι­κά ανά­με­σα στην ιστο­ρι­κή Κομ­μου­νι­στι­κή Αρι­στε­ρά που ανα­φέ­ρε­ται στον Κά­στρο και τον Μπο­λι­βάρ, και τα πα­ρα­δο­σια­κά κόμ­μα­τα της πα­λιάς κε­ντρο­α­ρι­στε­ρής Κον­σερ­τα­σιόν, τη συμ­μα­χία του Σο­σια­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος και των Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τών που κυ­βέρ­νη­σε από το 1990 ως το 2010 και προ­κα­λού­σε απο­στρο­φή για την αφο­σί­ω­σή της στο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό.

Αυτή η θε­σμι­κή, πλα­τιά, «νέα Αρι­στε­ρά», η οποία στό­χευε να είναι με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή και με­τα-νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη, απεί­χε πολύ από το να είναι «ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά», όπως τη χα­ρα­κτή­ρι­σαν ρου­τι­νιά­ρι­κα τα διε­θνή ΜΜΕ, και από τον κομ­μου­νι­σμό για την οποία την κα­τη­γο­ρού­σαν τα κυ­ρί­αρ­χα ΜΜΕ της Χιλής. Κερ­δί­ζο­ντας στις προ­κρι­μα­τι­κές εκλο­γές ενά­ντια στον πολύ δη­μο­φι­λή (και πιο αρι­στε­ρό) κομ­μου­νι­στή δή­μαρ­χο της Ρε­κο­λέ­τα, Ντα­νιέλ Τζα­ντουέ, ο Μπό­ριτς και το Frente Amplio είδαν την τα­κτι­κή τους να απο­δί­δει.

Το προ­ε­κλο­γι­κό πρό­γραμ­μα του Μπό­ριτς πε­ρι­λάμ­βα­νε μια νέα δη­μο­σιο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή που θα στο­χεύ­ει να φο­ρο­λο­γή­σει τους πλού­σιους και τις με­γά­λες επι­χει­ρή­σεις για να χρη­μα­το­δο­τή­σει κοι­νω­νι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις. Αυτές πε­ρι­λαμ­βά­νουν τη δη­μό­σια υγεία, την εκ­παί­δευ­ση, την επι­στρο­φή του ασφα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος (ιδιω­τι­κο­ποι­η­μέ­νο από το στρα­τη­γό Πι­νο­σέτ) υπό τον έλεγ­χο του κρά­τους, τη νο­μι­μο­ποί­η­ση της άμ­βλω­σης και την προ­ώ­θη­ση των δι­καιω­μά­των των γυ­ναι­κών και των σε­ξουα­λι­κών μειο­νο­τή­των, την επι­δί­ω­ξη μιας πιο πρά­σι­νης οι­κο­νο­μί­ας και τη δια­πραγ­μά­τευ­ση νέων θε­με­λιω­δών δι­καιω­μά­των για το λαό των Μα­πού­τσε.

Υψηλή συμ­με­το­χή ενά­ντια στην ακρο­δε­ξιά

Αυτό το πρό­γραμ­μα κα­τά­φε­ρε να συ­γκε­ντρώ­σει την υπο­στή­ρι­ξη αν­θρώ­πων πολύ πέρα από τις δυ­νά­μεις του Abruebo Dignidad. Αλλά η εντυ­πω­σια­κή αύ­ξη­ση της συμ­με­το­χής στο δεύ­τε­ρο γύρο -ιδιαί­τε­ρα στις πό­λεις και σε πε­ριο­χές που ήταν εχθρι­κές προς την Αρι­στε­ρά στον πρώτο γύρο- ήταν πάνω από όλα μια αντί­δρα­ση στην άνοδο της ακρο­δε­ξιάς, στις συ­γκε­ντρώ­σεις της οποί­ας ακού­γο­νταν συχνά συν­θή­μα­τα υπέρ του Πι­νο­σέτ. Έτσι, κά­ποιοι Χι­λια­νοί ψή­φι­σαν υπέρ του Μπό­ριτς και άλλοι ενά­ντια στον Καστ, όπως απο­δει­κνύ­ε­ται από πολ­λές ανα­κοι­νώ­σεις που έβγα­λαν κοι­νω­νι­κές και φε­μι­νι­στι­κές συλ­λο­γι­κό­τη­τες και ορ­γα­νώ­σεις, όπως η Λαϊκή Συ­νέ­λευ­ση της Λα Γκρά­νια στο Σα­ντιά­γκο, που δά­νει­σε την υπο­στή­ρι­ξή της στον Μπό­ριτς προ­κει­μέ­νου «να αντι­στα­θού­με στο φα­σι­σμό», χωρίς να του δίνει «λευκή επι­τα­γή».

Στην πρώτη του ομι­λία ως εκλεγ­μέ­νος πρό­ε­δρος, ο Μπό­ριτς υπο­γράμ­μι­σε ότι θα είναι πρό­ε­δρος όλων των Χι­λια­νών και ανα­φέρ­θη­κε στον Σαλ­βα­δόρ Αλιέ­ντε, το σο­σια­λι­στή πρό­ε­δρο που σκο­τώ­θη­κε στο πρα­ξι­κό­πη­μα του 1973. Επί­σης επα­νέ­λα­βε την υπο­στή­ρι­ξή του στη συ­ντα­κτι­κή δια­δι­κα­σία, «λόγο διε­θνούς πε­ρη­φά­νιας»: «Για πρώτη φορά στην ιστο­ρία μας γρά­φου­με ένα σύ­νταγ­μα με όρους δη­μο­κρα­τί­ας και ισό­τη­τας… Ας υπε­ρα­σπι­στού­με όλοι αυτή τη δια­δι­κα­σία ώστε να απο­κτή­σου­με μια Magna Carta που θα απο­τε­λεί ση­μείο συ­νά­ντη­σης και όχι αιτία δι­χα­σμού».

Μετά το δη­μο­ψή­φι­σμα του Οκτώ­βρη του 2020 και την εκλο­γή μιας Συ­ντα­κτι­κής Συ­νέ­λευ­σης με κα­θο­λι­κή ψη­φο­φο­ρία τον πε­ρα­σμέ­νο Μάη, η Χιλή ετοι­μά­ζε­ται να αντι­κα­τα­στή­σει το σύ­νταγ­μα του 1980 που κλη­ρο­νό­μη­σε από τον Πι­νο­σέτ. Τα πα­ρα­δο­σια­κά κόμ­μα­τα της κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς και της κε­ντρο­δε­ξιάς απο­τε­λούν μια μειο­ψη­φία σε αυτό το σώμα, στο οποίο κυ­ριαρ­χούν οι ανέ­ντα­χτοι (αρ­κε­τοί από τα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα και ιδιαί­τε­ρα από φε­μι­νι­στι­κές και ιθα­γε­νι­κές ορ­γα­νώ­σεις) και οι αντι­πρό­σω­ποι της Αρι­στε­ράς από το ΚΚ και το FA. Ο Καστ, αντί­θε­τα, δια­τύ­πω­νε επί­μο­να την πρό­θε­σή του να ανα­τρέ­ψει τη συ­ντα­κτι­κή δια­δι­κα­σία.

Ο Μπό­ριτς έχει ισχυ­ρι­στεί ότι σχε­διά­ζει να υλο­ποι­ή­σει «δο­μι­κές αλ­λα­γές χωρίς να αφή­νει κα­νέ­ναν πίσω, με­τα­τρέ­πο­ντας αυτά που σή­με­ρα είναι κα­τα­να­λω­τι­κά αγαθά για κά­ποιους, σε κοι­νω­νι­κά δι­καιώ­μα­τα ανε­ξάρ­τη­τα από το ει­σό­δη­μα του κα­θε­νός». Αλλά έχει επί­σης επι­διώ­ξει να κα­θη­συ­χά­σει τους αντι­πά­λους του, υπο­σχό­με­νος να είναι «υπεύ­θυ­νος». Στο χρο­νι­κό διά­στη­μα ανά­με­σα στους δύο γύ­ρους των εκλο­γών, ανα­προ­σα­να­τό­λι­σε το πρό­γραμ­μά του προς το κέ­ντρο, προ­κα­λώ­ντας τον θυμό των Κομ­μου­νι­στών.

Ο Μπό­ριτς άρ­χι­σε να μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο στα κόμ­μα­τα της πα­λιάς Κον­σερ­τα­σιόν, φτά­νο­ντας να προ­σθέ­σει κά­ποιους από τους πιο διά­ση­μους οι­κο­νο­μο­λό­γους της στο επι­τε­λείο του -όπως ο πρώην επι­κε­φα­λής της Κε­ντρι­κής Τρά­πε­ζας, Ρο­μπέρ­το Ζά­χλερ και ο ούλ­τρα φι­λε­λεύ­θε­ρος Ρι­κάρ­ντο Φρεντς Ντέ­βις- προ­κει­μέ­νου να «κα­θη­συ­χά­σει τις αγο­ρές». Εκτός από την επι­δί­ω­ξη της υπο­στή­ρι­ξης πρώην σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρων προ­έ­δρων όπως ο Ρι­κάρ­ντο Λάγος και η Μισέλ Μπα­σε­λέ, ο Μπό­ριτς απευ­θύν­θη­κε στους επι­χει­ρη­μα­τί­ες κατά το συ­νέ­δριό τους το 2021.

Κρίση στον νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο πα­ρά­δει­σο

Έχο­ντας δε­σμευ­τεί να σε­βα­στεί τον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό λι­τό­τη­τας που έχει ψη­φί­σει το Κο­γκρέ­σο για το 2022, ανα­θε­ώ­ρη­σε τις δη­μο­σιο­νο­μι­κές του φι­λο­δο­ξί­ες προς τα κάτω: Τα σχέ­δια για αύ­ξη­ση της φο­ρο­λο­γί­ας έχουν στα­δια­κά με­τα­το­πι­στεί από ένα ποσό ίσο με το 8% του ΑΕΠ στον πιο με­τριο­πα­θή στόχο του 5% μέσα σε 4 ή 5 χρό­νια, ανά­λο­γα και τους ρυθ­μούς ανά­πτυ­ξης. Αυτή η αλ­λα­γή πα­ρου­σιά­στη­κε ως δείγ­μα της δη­μο­σιο­νο­μι­κής «υπευ­θυ­νό­τη­τας» και της απο­φα­σι­στι­κό­τη­τας να ελεγ­χθεί ο πλη­θω­ρι­σμός. Αλλά το ζή­τη­μα της ανι­σό­τη­τας (το πλου­σιό­τε­ρο 1% απο­σπά πε­ρί­που το 30% του ει­σο­δή­μα­τος της Χιλής), η επι­σφά­λεια και το χρέος βρί­σκο­νται στις ρίζες της κρί­σης στο «νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο πα­ρά­δει­σο». Επί­σης, στις ομι­λί­ες του Μπό­ριτς εμ­φα­νί­στη­κε η θε­μα­το­λο­γία της εγκλη­μα­τι­κό­τη­τας και του εμπο­ρί­ου ναρ­κω­τι­κών, ως απά­ντη­ση στην επι­τυ­χη­μέ­νη αξιο­ποί­η­ση της ρη­το­ρι­κής περί ασφά­λειας από τον Καστ.

Σύμ­φω­να­με τον δη­μο­σιο­γρά­φο των NewYorkTimes, Μπί­νια­μιν Άπελ­μπά­ου­με, αυτό που προ­ω­θεί ο Γκά­μπριελ Μπό­ριτς είναι απλώς  «σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία». Σε καμία πε­ρί­πτω­ση δεν μπο­ρεί το σχέ­διό του να χα­ρα­κτη­ρι­στεί «κομ­μου­νι­στι­κό». Παρά τον -συ­χνά ψεύ­τι­κο- συ­να­γερ­μό με­τα­ξύ των οπα­δών του Καστ, ο Μπό­ριτς ποτέ δεν ανα­φέρ­θη­κε στην πι­θα­νό­τη­τα ούτε καν με­ρι­κής εθνι­κο­ποί­η­σης των τε­ρά­στιων φυ­σι­κών πόρων της χώρας, που σή­με­ρα βρί­σκο­νται στα χέρια των πο­λυ­ε­θνι­κών και του εξα­γω­γι­κού τμή­μα­τος της αστι­κής τάξης. Η Χιλή δια­θέ­τει τε­ρά­στια απο­θέ­μα­τα λι­θί­ου και χαλ­κού, αλλά ο Μπό­ριτς έχει κάνει λόγο μόνο για αύ­ξη­ση των ποσών που πλη­ρώ­νουν οι ιδιώ­τες για τα δι­καιώ­μα­τα εκ­με­τάλ­λευ­σης. Ο Αλιέ­ντε είχε εθνι­κο­ποι­ή­σει τον χαλκό, τον οποίο απο­κα­λού­σε «μι­σθο­δο­σία της Χιλής», αλλά κάτι τέ­τοιο δεν υπάρ­χει στο πρό­γραμ­μα της «νέας Αρι­στε­ράς», ενώ οι Κομ­μου­νι­στές σύμ­μα­χοί της δεν πι­στεύ­ουν ότι έχει έρθει ακόμα η κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή για να θέ­σουν το ζή­τη­μα των εθνι­κο­ποι­ή­σε­ων.

Παρά την με­τριο­πά­θεια του νι­κη­φό­ρου συ­να­σπι­σμού, ένα τμήμα της ελίτ εξα­κο­λου­θεί να τον βλέ­πει με κα­χυ­πο­ψία. Τα χρη­μα­τι­στή­ρια και η αξία του εθνι­κού νο­μί­σμα­τος βυ­θί­στη­καν και τα δύο με την ανα­κοί­νω­ση του απο­τε­λέ­σμα­τος. Τη μέρα μετά τις εκλο­γές, ο Ιγνά­σιο Γουό­κερ, πρώην υπουρ­γός της Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τί­ας και ισχυ­ρός πα­ρά­γο­ντας του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού «Χι­λια­νού τύπου», εξέ­φρα­σε τις ανη­συ­χί­ες του για το αν ο «σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κός» και «με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κός» προ­σα­να­το­λι­σμός της νέας κυ­βέρ­νη­σης -τον οποίο κα­λω­σό­ρι­ζε- θα απο­δει­χθεί ένα προ­σω­πείο για τον «“επα­νι­δρυ­τι­κό” ζήλο που χα­ρα­κτή­ρι­ζε το Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμμα και τις συ­νι­στώ­σες του Πλα­τιού Με­τώ­που».

Η συμ­με­το­χή των Κομ­μου­νι­στών στην κυ­βέρ­νη­ση απο­τε­λεί αιτία ανη­συ­χί­ας σε κά­ποια υψηλά κλι­μά­κια και για κά­ποιους επα­να­φέ­ρει το φά­ντα­σμα μιας επι­στρο­φής στο «Χι­λια­νό δρό­μος για το σο­σια­λι­σμό» και στη Λαϊκή Ενό­τη­τα, το συ­να­σπι­σμό που στή­ρι­ξε τον Αλιέ­ντε. Ωστό­σο, το ΚΚ έχει επι­μεί­νει ότι θα σε­βα­στεί τις δε­σμεύ­σεις του Μπό­ριτς, όπως είχε επι­δεί­ξει με­τριο­πά­θεια όταν συμ­με­τεί­χε στη «Νέα Πλειο­ψη­φία» κατά τη δεύ­τε­ρη θη­τεία της Μισέλ Μπα­σε­λέ (2014-2018).

«Κοι­νω­νι­κή ει­ρή­νη και νέο σύ­νταγ­μα»

Κά­ποια από τα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα της Αρι­στε­ράς έχουν ασκή­σει κρι­τι­κές στον Μπό­ριτς, καθώς δεν έχουν τη δική του έγνοια για συ­ναι­νέ­σεις.  Ως απο­τέ­λε­σμα, με­ρι­κές φορές τον συ­νο­δεύ­ει ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός amarillo [ΣτΜ: «Κί­τρι­νος», με την ιστο­ρι­κή έν­νοια του συ­γκε­κρι­μέ­νου χρώ­μα­τος ως συμ­βό­λου των πο­λι­τι­κών τα­ξι­κής συ­νερ­γα­σί­ας].

Πράγ­μα­τι έχει πα­ρα­μεί­νει πολύ θολός στο ζή­τη­μα των Μα­πού­τσε (ει­δι­κά όσον αφορά το δι­καί­ω­μά τους στην αυ­το­διά­θε­ση και την απο­κα­τά­στα­ση των προ­γο­νι­κών εδα­φών τους) και στο ζή­τη­μα της ερ­γα­τι­κής νο­μο­θε­σί­ας. Επέ­λε­ξε να μην υπο­στη­ρί­ξει την πρό­τα­ση για γε­νι­κή αμνη­στία σε αυ­τούς που τα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα ονο­μά­ζουν «πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους της εξέ­γερ­σης» (του Οκτώ­βρη του 2019), αρ­κε­τοί εκ των οποί­ων βρί­σκο­νται στη φυ­λα­κή ή σε κατ’ οίκον πε­ριο­ρι­σμό εδώ και 2 χρό­νια χωρίς να έχουν δι­κα­στεί.

Αυτό μας οδη­γεί ανα­πό­φευ­κτα στον αμ­φι­λε­γό­με­νο ρόλο του εκλεγ­μέ­νου προ­έ­δρου στις δια­δη­λώ­σεις του Οκτώ­βρη του 2019, μια έκρη­ξη οργής ενά­ντια στο «νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο μο­ντέ­λο» που πα­ρα­λί­γο να ανα­τρέ­ψει την κυ­βέρ­νη­ση Πι­νιέ­ρα και αντι­με­τώ­πι­σε κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή που δεν είχε προη­γού­με­νο μετά το 1990.

Ο Μπό­ριτς είναι ένας από τους βου­λευ­τές που το Νο­έμ­βρη του 2019 συ­νέ­βα­λε στη δια­μόρ­φω­ση της συμ­φω­νί­ας «για κοι­νω­νι­κή ει­ρή­νη και νέο σύ­νταγ­μα», η οποία υπε­γρά­φη από τη Δεξιά και τους κε­ντρώ­ους αλλά απορ­ρί­φθη­κε από το ΚΚ και ένα τμήμα του Frente Amplio, που την κα­τα­δί­κα­σαν ως συρ­ρα­φή που αγνο­εί τη θέ­λη­ση των δια­δη­λω­τών. Κά­ποιοι ακτι­βι­στές αντι­με­τω­πί­ζουν αυτή τη συμ­φω­νία, η οποία διευ­κό­λυ­νε την δη­μιουρ­γία της Συ­ντα­κτι­κής Συ­νέ­λευ­σης, ως σα­νί­δα σω­τη­ρί­ας για τον Πι­νιέ­ρα και ως προ­σπά­θεια να κα­να­λι­ζα­ρι­στούν οι δια­δη­λώ­σεις σε θε­σμι­κή κα­τεύ­θυν­ση την ώρα που η χώρα βρι­σκό­ταν σε κα­τά­στα­ση έκτα­κτης ανά­γκης.

Ένα μήνα αρ­γό­τε­ρα, ο Μπό­ριτς ψή­φι­σε επί­σης τον ακόμα πιο αμ­φι­λε­γό­με­νο «νόμο κατά των οδο­φραγ­μά­των», η οποί­ος έδινε νο­μι­κή κά­λυ­ψη στην κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή σε μια συ­γκυ­ρία που οι πα­ρα­βιά­σεις των αν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των από την αστυ­νο­μία δέ­χο­νταν ισχυ­ρές κρι­τι­κές στο εσω­τε­ρι­κό και διε­θνώς. Ο Μπό­ριτς και οι συ­νά­δελ­φοί του στο Frente Amplio αρ­γό­τε­ρα απο­λο­γή­θη­καν που ψή­φι­σαν μαζί με τη Δεξιά. Τέλος, σε μια πε­ριο­χή όπου η Αρι­στε­ρά δια­τη­ρεί μια στάση άνευ όρων υπο­στή­ρι­ξης στην κου­βα­νι­κή επα­νά­στα­ση, κά­ποιοι θε­ώ­ρη­σαν προ­δο­σία την υπο­στή­ρι­ξη του Μπό­ριτς στις κου­βα­νι­κές αντι­κυ­βερ­νη­τι­κές δια­δη­λώ­σεις του 2021.

Το πνεύ­μα της εξέ­γερ­σης του Οκτώ­βρη του 2019 πα­ρα­μέ­νει πολύ ζω­ντα­νό στη Χι­λια­νή κοι­νω­νία. Ήταν εμ­φα­νές στα συν­θή­μα­τα που φώ­να­ζε το πλή­θος καθώς πα­νη­γύ­ρι­ζε την νίκη της Αρι­στε­ράς στους δρό­μους και στην με­το­νο­μα­σμέ­νη σε Πλα­τεία Αξιο­πρέ­πειας στο Σα­ντιά­γκο στις 19 Δε­κέμ­βρη. Αν και οι εδα­φι­κές/το­πι­κές συ­νε­λεύ­σεις έχουν χάσει το δυ­να­μι­σμό τους μετά από μήνες παν­δη­μί­ας και οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, τα αι­τή­μα­τα για κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη πα­ρα­μέ­νουν και η φωτιά της εξέ­γερ­σης σι­γο­καί­ει.

Ο νέος πρό­ε­δρος, καθώς ήταν πρώην ακτι­βι­στής και εξαι­ρε­τι­κό ορ­γα­νω­τι­κό στέ­λε­χος, το γνω­ρί­ζει καλά αυτό. Έχει υπο­σχε­θεί μια «πιο δί­καιη Χιλή» και «την διεύ­ρυν­ση των κοι­νω­νι­κών δι­καιω­μά­των», ενώ πα­ρα­δέ­χε­ται ότι «οι μέρες μπρο­στά μας δεν θα είναι εύ­κο­λες»… Ήδη η χώρα αντι­με­τω­πί­ζει μια ση­μα­ντι­κή φυγή κε­φα­λαί­ων, που θα πε­ριο­ρί­σει τον χώρο που δια­θέ­τει ο Μπό­ριτς για ελιγ­μούς. Θα έχει να αντι­με­τω­πί­σει ένα νο­μο­θε­τι­κό σώμα που θα είναι σε με­γά­λο βαθμό εχθρι­κό, γιατί αν και τα παλιά κόμ­μα­τα απο­κλεί­στη­καν από το δεύ­τε­ρο γύρο των προ­ε­δρι­κών, τερ­μα­τί­ζο­ντας χα­μη­λά στον πρώτο γύρο, δια­τη­ρούν την πα­ρου­σία τους σε δη­μο­τι­κό και πε­ρι­φε­ρεια­κό επί­πε­δο, όπως και στο Κο­γκρέ­σο.

Η Δεξιά κέρ­δι­σε την πλειο­ψη­φία της Γε­ρου­σί­ας στις κοι­νο­βου­λευ­τι­κές του Νο­έμ­βρη. Η Βουλή είναι μοι­ρα­σμέ­νη ανά­με­σα σε Αρι­στε­ρά/Κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά και Δεξιά/Ακρο­δε­ξιά. Η κοι­νο­βου­λευ­τι­κή Αρι­στε­ρά ισχυ­ρο­ποι­ή­θη­κε, ει­δι­κά οι Κομ­μου­νι­στές (με 12 έδρες) και το Abruebo Dignidad συ­νο­λι­κά με 37 (σε ένα σώμα 155 εδρών). Πα­ράλ­λη­λα κα­το­χύ­ρω­σε τις το­πι­κές της βά­σεις σε κρί­σι­μες πό­λεις όπως το κε­ντρι­κό Σα­ντιά­γκο, το Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο, η Βίνια Ντελ Μαρ και η Βαλ­ντί­βια. Αλλά για κάθε με­γά­λη με­ταρ­ρύθ­μι­ση, οι προ­ο­δευ­τι­κοί θα αντι­με­τω­πί­σουν σκλη­ρές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις με τους κε­ντρώ­ους και τα κόμ­μα­τα της πα­λιάς Κον­σερ­τα­σιόν, την οποία ο Μπό­ριτς πε­ρι­φρο­νού­σε από καιρό και η οποία πα­ρα­μέ­νει εχθρι­κή σε με­γά­λες αλ­λα­γές.

Και πα­ρό­τι ο Καστ μόλις έχασε τη μάχη, δεν έχει ητ­τη­θεί πλή­ρως. Η άνο­δός του ίσως να βρί­σκε­ται μόνο στην αρχή της. Του­λά­χι­στον αυτό ήταν το μή­νυ­μά του προς τους οπα­δούς του τη νύχτα της ήττας. Ο «Χι­λια­νός Μπολ­σο­νά­ρο» θέλει να συ­νε­χί­σει την προ­έ­λα­σή του: Ως αδελ­φός του υπουρ­γού Οι­κο­νο­μι­κών στη δι­κτα­το­ρία και γιος ενός Γερ­μα­νού Ναζί, μοιά­ζει βγαλ­μέ­νος από τον παλιό αυ­ταρ­χι­σμό της δε­κα­ε­τί­ας του ’80.

Αλλά κάτι τέ­τοιο θα υπο­τι­μού­σε ένα φαι­νό­με­νο που εξε­λίσ­σε­ται σε όλη τη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή: η ανά­δυ­ση μιας ρι­ζο­σπα­στι­κής Δε­ξιάς, που κι­νη­το­ποιεί την ηθι­κο­λο­γία, τις Ευαγ­γε­λι­κές εκ­κλη­σί­ες και τους σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κούς Κα­θο­λι­κούς, την ξε­νο­φο­βία ενά­ντια στους με­τα­νά­στες και τον φόβο απέ­να­ντι στις φε­μι­νι­στι­κές κα­τα­κτή­σεις και το ΛΟ­ΑΤ­ΚΙ κί­νη­μα. Ο Καστ συ­νε­χά­ρη τον εαυτό του που μπήκε δυ­να­μι­κά στη Βουλή με 15 βου­λευ­τές (και ένα γε­ρου­σια­στή), σε μια συ­γκυ­ρία που η πα­ρα­δο­σια­κή Δεξιά δια­τη­ρεί την ηγε­μο­νία της στο συ­ντη­ρη­τι­κό χώρο, ακόμα κι αν έπεσε από τους 72 στους 53 βου­λευ­τές.

Αναμ­φί­βο­λα, ο Χι­λια­νός λαός πέ­τυ­χε μια ση­μα­ντι­κή νίκη, κάτι που εξη­γεί τον αντί­κτυ­πο που είχαν αυτές οι εκλο­γές στην πε­ριο­χή και διε­θνώς. Αλλά τώρα αρ­χί­ζουν τα πραγ­μα­τι­κά επί­δι­κα.

*Ο Φρανκ Γκο­ντι­σό είναι κα­θη­γη­τής λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κης ιστο­ρί­ας, μέλος της συ­ντα­κτι­κής του rebellion.org και του πε­ριο­δι­κού Contretemps.

/rproject.gr/