Πώς ψηφίζουν τα λαϊκά στρώματα στη Γαλλία; Απόδοση: Αντωνία Πάνου

Πώς ψηφίζουν τα λαϊκά στρώματα στη Γαλλία; Απόδοση: Αντωνία Πάνου

  • |

Collectif Focale – ‘Ερευνα

‘Αρθρο στο CONTRETEMPS – REVUE DE CRITIQUE COMMUNISTE, 16.02.2022

 

Οι λαϊκές τάξεις έχουν εγκαταλείψει την αριστερά; Δεν είναι τόσο σίγουρο, ή εν πάση περιπτώσει τόσο απλό, απαντά η συλλογικότητα Focale σε ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Le Croquant και τιτλοφορείται Votes Populaires! (Λαϊκή Ψήφος!)

 

Φωτογραφία: cile Harari, από τη σειρά φωτογραφιών που εικονογραφούν το βιβλίο.

 

 Οι συγγραφείς αναφέρονται στις προεδρικές εκλογές του 2017 και εκθέτουν τα αποτελέσματα μιας έρευνας, με ερωτηματολόγια, που είχαν απευθύνει σε εκλογείς τη στιγμή που έβγαιναν από τις κάλπες σε δύο εργατικούς δήμους: τον έναν στα νότια προάστια του Παρισιού και τον άλλο στην περιοχή ορυχείων Lensois (Βορειοδυτική Γαλλία – σύνορα με Βέλγιο).

 

Συγκεκριμένα καταδεικνύεται εδώ ότι, πέρα ​​από την αποχή, που (με εξαίρεση τις προεδρικές εκλογές) είναι ιδιαίτερα αυξημένη στα λαϊκά στρώματα, οι εργαζόμενες τάξεις δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση, από εκλογική άποψη, ένα ομοιογενές μπλοκ.

Αντίθετα, βρίσκονται όλο και πιο πολωμένες μεταξύ της ριζοσπαστικής Αριστεράς –που ενσάρκωσε το 2017 ο Ζν Λυκ Μελανσόν– και της ακροδεξιάς. Σε αυτά τα στρώματα ακριβώς έχουν καταρρεύσει, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, τα κυρίαρχα κόμματα – το PS (Parti Socialiste) και το UMP (Union pour un mouvement politique) γκωλικής προέλευσης που έγινε LR (Les Republicains)–

Δεν υπάρχει λοιπόν, κανένα «λαϊκό μπλοκ» σε εκλογικό επίπεδο. Οι συγγραφείς του βιβλίου προσπαθούν να περιγράψουν την εκλογική συμπεριφορά των λαϊκών στρωμάτων. Από τη μια εκτιμούν ότι συνεχίζει να διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις εμπειρίες τους στην αγορά εργασίας. Από την άλλη θεωρούν πως, για να κατανοηθούν οι πολιτικές διαιρέσεις μέσα σε αυτά τα στρώματα, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη το πώς αυτές οι εμπειρίες συνδυάζονται με κοινωνικές σχέσεις φυλετικών διακρίσεων (και δευτερευόντως εδώ φύλου).

 

Οι νέες κοινωνικοοικονομικές θέσεις που καθορίζουν την επιλογή ψήφου

Οι μεταλλάξεις, στην επαγγελματική σύνθεση των περιοχών της εργατικής τάξης, έχουν δημιουργήσει μια νέα οικονομική διάρθρωση με πολιτικές συνέπειες που φαινομενικά διαλύουν τη συνοχή της. Πολύ ξεκάθαρα, σε αυτές τις περιοχές, η ικανότητα συλλογικών διαπραγματεύσεων των εργαζομένων είναι πολύ πιο αδύναμη από ό,τι την εποχή της ηγεμονίας της εργατικής τάξης (Béroud and Bouffartigue, 2009). Οι μορφές των συνθηκών απασχόλησης έχουν διαφοροποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Η επαγγελματική διαστρωμάτωση έχει αυξήσει το ποσοστό του εξειδικευμένου προσωπικού, ειδικά στο Villeneuve-Saint-Georges (προάστιο στα νότια του Παρισιού). Οι μισθολογικές σχέσεις αρθρώνονται επίσης με τον εθνοφυλετικό και έμφυλο κατακερματισμό της απασχόλησης, ο οποίος, στην αγορά εργασίας, μεταφράζεται συγκεκριμένα σε εμπειρίες συστημικών διακρίσεων.

 

Αυτές οι διακρίσεις και οι ισχυρά ετερόκλιτες σχέσεις εργασίας που παράγουν, αναπτύσσουν δυναμικά πολιτικά αποτελέσματα και οδηγούν σε συγκεκριμένες επιλογές ψήφου, τα οποία προσπάθησαν οι συγγραφείς να ανακατασκευάσουν. Από αυτή την άποψη, οι παραδοσιακοί θεσμοί της πολιτικής κοινωνικοποίησης, όπως τα κόμματα, τα συνδικάτα ή οι ενώσεις, έχουν σε μεγάλο βαθμό διαταραχτεί, ακόμη κι αν ο ρόλος τους, στην κατά περιοχή πολιτική κοινωνικοποίηση, δεν έχει μειωθεί εντελώς. Η δράση αυτών των οργανώσεων που είναι πολύ συχνά προσανατολισμένες προς τα αριστερά, συμβάλλει και στις δύο αυτές πόλεις, στον περιορισμό της ανάπτυξης της ακροδεξιάς. Η πολιτική αντίσταση στην ακροδεξιά δημιουργείται κατ΄αρχήν από μια κοινωνικοοικονομική εμπειρία που συνδέεται με τη θέση σε μια ευρύτερη αγορά. Πράγματι, αν η βάναυση αναμόρφωση των περιοχών απασχόλησης έχει δημιουργήσει μια διαφορετική –ανά περιοχή– κοινωνική σύνθεση, οι ανήκοντες σε αντίστοιχους μισθολογικούς τομείς στις δύο πόλεις πολιτικοποιούνται με παρόμοιο τρόπο.

 

Μέσα στην εργατική τάξη, η αντίθεση μεταξύ ανθρώπων που θεωρούνται ότι είναι αλλόφυλοι από τη μια και αυτόχθονες από την άλλη έχει εμφανείς πολιτικές επιπτώσεις. Στο Méricourt, όπως και στο Villeneuve, οργανώνουν τους ίδιους τύπους εκλογικής αντιπολίτευσης. Οι ψηφοφόροι -γιοι και κόρες- των μετααποικιακών μεταναστών εντάσσονται σε ένα πολιτικό φάσμα που επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στην αριστερά. Όμως μέσα σε αυτήν την εμπειρία εθνοφυλετικών διακρίσεων, η εμπειρία της μισθωτής εργασίας συμμετέχει ξεκάθαρα στην παραγωγή συγκεκριμένων προσανατολισμών. Μεταξύ των ατόμων αλλοφυλετικών ομάδων, τα μέλη των λαϊκών ομάδων ψηφίζουν -πιο συχνά από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία- τον Μελανσόν. Εκείνοι που έχουν χαμηλό επίπεδο σπουδών και των οποίων η εργασία δεν αναγνωρίζεται, ψηφίζουν κατά κανόνα τον υποψήφιο της FI ( Ανυπόταχτη Γαλλία) ενώ οι άλλοι υποψήφιοι εξαφανίζονται σχεδόν εντελώς. Αυτές οι σχέσεις ισχύουν και στις δύο πόλεις.

 

Προφανώς, υπάρχουν τοπικές διαφορές στην ψήφο των ανθρώπων με παραπλήσιους μισθούς. Οι γιοι και οι κόρες μεταναστών από το Μαγκρέμπ (τη Βόρεια Αφρική) με χαμηλή ειδίκευση παρέχουν, στην περιοχή του Méricourt περισσότερη υποστήριξη στον J.-L. Μελανσόν από εκείνους που ζουν στο Villeneuve. Αλλά, και πάλι, πιθανότατα εκεί μπαίνουν στο παιχνίδι οι «κληρονομικές» μισθολογικές εμπειρίες. Τόσο η πολιτική ένταξη του πατέρα του εργαζόμενου, εκείνου που ανήκε ειδικά στον κόσμο της εξόρυξης, όσο και η πατρική πρακτική στην κοινωνική σύγκρουση, εξηγούν εν μέρει αυτές τις διαφορές.

 

Σε αντίθεση με αυτή την πολιτική τοποθέτηση, βρίσκουμε μισθωτούς και εργάτες και, σε μικρότερο βαθμό, χαμηλόμισθους υπαλλήλους του κράτους (το δεξί χέρι του κράτους), που καταλαμβάνουν μη αναγνωρισμένες και κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας, αλλά που δεν υφίστανται καμία ρατσιστική διάκριση. Μερικές φορές και ενώ, από την άποψη της εργασίας βρίσκονται σε καταστάσεις παρόμοιες με εκείνες των αλλόφυλων εργαζομένων που υφίστανται κοινωνικές διακρίσεις, αποτελούν τις κοινωνικές δυνάμεις που κινητοποιούνται εκλογικά περισσότερο προς το FN (Εθνικό Μέτωπο). Στους τομείς όπου εντείνεται η εμπορευματοποίηση της εργασίας, ο ρατσισμός των κοινωνικών σχέσεων παράγει μια γιγαντιαία διαφορά στην εκλογική συμπεριφορά μεταξύ της τελευταίας αυτής ομάδας εργαζομένων και εκείνων που προέρχονται από πρόσφατες μεταναστεύσεις. Η εμπειρία της επισφάλειας, όταν συνδέεται με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, παίζει ξεκάθαρα υπέρ της ακροδεξιάς. Μεταξύ των πιο επισφαλών ψηφοφόρων, εξαλείφεται ακόμη και οποιαδήποτε άλλη πολιτική επιλογή εκτός από το FN.

 

Στο Méricourt, αυτή η τάση είναι πολύ έντονη. Η ομάδα των επισφαλών εργαζομένων με χαμηλή μόρφωση δεν έχει, αυστηρά, «πολιτικό φάσμα»: υποστηρίζει μαζικά την υποψήφια του FN. Οι τομείς των μισθωτών των οποίων οι συμβάσεις είναι πιο σταθερές και οι δραστηριότητες τους προσανατολισμένες στην εκπαίδευση και την υγεία συνεχίζουν πρόθυμα να υποστηρίζουν την αριστερά. Οι μικρές σχολικές μονάδες φαίνεται επίσης ότι συμμετέχουν στη δημιουργία ευνοϊκότερων κοινωνικών συνθηκών για την αριστερά στις λαϊκές τάξεις.

 

Στο Villeneuve-Saint-Georges, οι εργαζόμενοι με συμβάσεις σε επισφαλή εργασία, επειδή ακριβώς διαθέτουν πιο σημαντικούς σχολικούς πόρους από ό,τι στο Méricourt, απέχουν πολύ από το να είναι ειδικά προσανατολισμένοι προς την ακροδεξιά. Έτσι, εάν η συσσώρευση χαμηλών μισθών παράγει ένα πολύ ευνοϊκό κοινωνικό έδαφος για την ακροδεξιά, η ψήφος για την Λεπέν είναι απόρροια δύο βασικών συνθηκών. Εκτός από τη συνθήκη που συνδέεται με την έλλειψη εμπειρίας ρατσιστικών διακρίσεων, η υποστήριξη της ακροδεξιάς αναπτύσσεται -πρώτα από όλα- στα πλαίσια των μορφών απασχόλησης εργαζομένων με χαμηλή ειδίκευση και μεγαλύτερο ανταγωνισμό.

 

Τα αποτελέσματά της έρευνας για το ζήτημα της ψήφου στους μεσαίους και ανώτερους μισθωτούς δεν ήταν ικανοποιητικά. Το επίπεδο της ανταπόκρισης στα ερωτηματολόγια ήταν χαμηλό. Ωστόσο, η πολιτική πολικότητα σε αυτή την κοινωνικό χώρο φαίνεται να μετατοπίζεται από μια σύγκρουση Μελανσόν-Λε Πεν σε σύγκρουση Μελανσόν-Μακρόν. Σε αυτόν τον κοινωνικό χώρο, οι φυλετικές διακρίσεις συνεχίζουν να οργανώνουν την πολιτική αντιπαράθεση. Οι αλλόφυλοι ψηφοφόροι επιλέγουν συχνότερα τον J.-L. Mélenchon, ακόμη και αν εμφανίζονται σαφείς διακρίσεις, στις συμπεριφορές των εθνοτήτων των μεγάλων γεωγραφικών περιοχών προέλευσης (Μάγκρεμπ, Υποσαχάρια Αφρική, Ασία).

 

Από το χώρο των υψηλόμισθων μισθωτών, ψηφίζουν βασικά Μακρόν εκείνοι που διαθέτουν περισσότερους οικονομικούς πόρους και εκείνοι που εργάζονται στις επιστημονικές και εμπορικές λειτουργίες του ιδιωτικού τομέα. Εδώ, οι κόρες και οι γιοι των μεταναστών δεν διαφέρουν από τους ψηφοφόρους που δεν έχουν αλλόφυλη καταγωγή: όσο πιο σταθερή ένταξη έχει κάποιος στους υψηλόμισθους μισθωτούς, τόσο περισσότερο ψηφίζει Μακρόν.

 

Από την άλλη πλευρά, εντοπίζεται και ο συγκεκριμένος ρόλος που διαδραματίζουν οι ρατσιστικές διακρίσεις στην εργασία προς τα αλλόφυλα άτομα. Αυτό τροφοδοτεί την ψήφο προς τον J.-L. Mélenchon. Όμως δεν φαίνεται να παίζει ρόλο στους ψηφοφόρους των οποίων οι οικογένειες έχουν εγκατασταθεί στην επικράτεια εδώ και πολύ καιρό.

 

Έτσι, τα αποτελέσματα που προέκυψαν αφενός στις λαϊκές ομάδες υπερ του υποψήφιου του LFI, αφετέρου στους υψηλόμισθους μισθωτούς, δείχνουν ότι η αντίθεση στις φυλετικές διακρίσεις δεν βρίσκει πολιτικό προσανατολισμό ανεξάρτητα από την εργασιακή εμπειρία.

 

Ο τρόπος με τον οποίο κάθε γεωγραφική περιοχή δομεί αυτά τα εκλογικά αποτελέσματα φαίνεται αρχικά να παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα «σύνθεσης» που συνδέεται άμεσα με τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας της. Η κατασκευή μιας ανάλυσης του κοινωνικού πλαισίου της ψήφου συνεπάγεται πρώτα απ’ όλα την κατανόηση των εμπειριών υποκειμενοποίησης (κατασκευής υποκειμένου) που παράγονται από την εργασία και τις σχέσεις φυλετικών διακρίσεων. Αυτά ξεπερνούν το ζήτημα της πολιτικής επιρροής συνομηλίκων και συγγενών καθώς φαίνεται να βασίζονται στην αναβάθμιση ή απαξίωση του ‘εγώ’ λόγω εργασίας, πριν από οποιαδήποτε διαμεσολάβηση κοινωνικότητας.

 

Από αυτή την άποψη, η ανάλυση σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές αποκαλύπτει, όπως εξάλλου και εκείνη του « εθνικού δείγματος», την ισχύ των «βαρέων μεταβλητών» που αποτελούν οι εργασιακές σχέσεις (Braconnier, Coulmont and Dormagen, 2017). Επιτρέπει ακόμα την κατανόηση του πολιτικού ρόλου που διαδραματίζουν το ίδιο το επάγγελμα ή η χώρα καταγωγής. Δίνει τη δυνατότητα προσδιορισμού των μισθολογικών χαρακτηριστικών που, σε ιδιαίτερα σκληρά πλαίσια της αγοράς εργασίας πολύ επισφαλών συμβάσεων, με μεγάλο κίνδυνο ασυνέχειας των μισθολογικών απολαβών, διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην οργάνωση των πολιτικών ομαδοποιήσεων.

 

Από αυτή την άποψη, η ανάλυση των εκλογικών αποτελεσμάτων κατά περιοχή δεν είναι θύμα της αντικατάστασης του κοινωνικού ζητήματος από το γεωγραφικό ζήτημα, είναι θύμα της ανάλυσης των λαϊκών περιοχών που είναι τα προάστια και/ ή οι περιοχές των παληών ορυχείων με μη οικονομικούς όρους.

 

Αυτό το αποτέλεσμα μας καλεί να επανεξετάσουμε τη φύση της ανάλυσης της ψήφου: οι γεωγραφικές περιοχές πρέπει επίσης να θεωρηθούν ως σύνολο σχέσεων εργασίας. Αυτές οι σχέσεις εργασίας φαίνεται να εγκαθιδρύουν πολιτικούς προσανατολισμούς και να δομούν συσχετισμούς εκλογικών δυνάμεων. Πολλές πολιτικές μελέτες έχουν επικεντρωθεί στις κοινωνικότητες που κατασκευάζονται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, κατανοώντας τες μόνο ως ένα σύνολο κοινωνικοποιητικών θεσμών.

 

Ωστόσο, η μετάβαση από μια «κατακτημένη» σε μια «παραχωρημένη» γεωγραφική περιοχή (Deshayes 2010) υπονοεί ότι ο ρόλος που διαδραματίζουν οι τοπικοί θεσμοί, είτε δημόσιοι είτε συλλογικοί, έχει χάσει την πολιτικοποιητική του λειτουργία . Οι θεσμοί αυτοί συνεχίζουν ασφαλώς να οργανώνουν κινητοποίηση φιλικών ή τοπικών δικτύων κατά τη διάρκεια των τοπικών εκλογών, ενώ διαδραματίζουν λιγότερο κεντρικό ρόλο στις προεδρικές εκλογές. Ωστόσο, η ένταξη σε συλλόγους και συνδικάτα σταθερά προσηλωμένα στην αριστερή ιδεολογία παραμένει σημαντική σε αυτές τις πόλεις , καθόσον συνεχίζουν να παρεμποδίζουν την ακροδεξιά.

 

Η θεαματική φύση της αύξησης της ψήφου του FN στην περιοχή των ορυχείων υποδηλώνει ότι το κεφάλαιο της εντοπιότητας ή της «εργατικής κουλτούρας» που είναι συγκεκριμένη για την επικράτεια, λειτουργεί τώρα υπέρ της ακροδεξιάς. Ωστόσο, η υπόθεση Méricourt υποδηλώνει ότι η ψήφος του FN είναι πρώτα και κύρια η ψήφος των ανθρώπων που δεν έχουν γεννηθεί αλλά έχουν εγκατασταθεί σε αυτές τις πόλεις, κατά τη διάρκεια της ζωής τους, και που φαίνονται πιο απομονωμένοι από τους αριστερούς ψηφοφόρους.

 

Οι οικογενειακές τροχιές που συνδέονται στενότερα με την εργατική τάξη στην ιστορική της μορφή και οι κοινωνικότητες που προσανατολίζονται ιδεολογικά προς τα αριστερά περιορίζουν από τη μεριά τους την επέκταση της ψήφου προς την ακροδεξιά.

 

Από αυτή την άποψη, αποτελούν την «ουρά του κομήτη» του ιστορικού δεσμού της αριστεράς με τους εργάτες/τριες. Παρά τα πενήντα χρόνια αποβιομηχάνισης, αυτές οι κοινωνικοποιήσεις φαίνεται –στο πλαίσιο της έρευνας– ότι συνεχίζουν να οργανώνουν ορισμένες πολιτικές συμπεριφορές, ιδιαίτερα στο Méricourt. Σηματοδοτούν περισσότερο τη δύναμη του παρελθόντος παρά μια μακροπρόθεσμη ικανότητα της αντίστασης στις πολιτικές συνέπειες της εμπορευματοποίησης της εργασίας. Οι κοινωνικοί δεσμοί της αυτοχθονίας της «εργατικής τάξης» λειτουργούν ως φαινόμενο αδράνειας, αντιμέτωπο με ένα θεμελιώδες κίνημα της ακροδεξιάς που προωθείται από την ταχύτητα εξέλιξης των έντονων μορφών μισθολογικής ανασφάλειας. Χωρίς ισχυρούς συνδικαλιστικούς φορείς και συνειρμικούς αυτοματισμούς, οι σχέσεις εμπορευματοποίησης της εργασίας, της νέας εργασίας των εργατών, προκαλούν μια εμπειρία πολιτικής υποκειμενοποίησης ειδικά προσανατολισμένης προς την ψήφο του FN.

 

Σε επίρρωση της διαγενεακής, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνέχειας της ιστορίας και τελειώνοντας αυτό το άρθρο, ήρθε τυχαία υπ΄όψη μου- δημοσιευμένο ως τουίτ στις 11.04.2022- από την, Mathilde Larrere, η σύγκριση των δυο χαρτών της κεντρικής περιοχής στο Παρίσι που φαίνονται στην παρακάτω εικόνα:

 

 

Αριστερά η γεωγραφική αποτύπωση των αποτελεσμάτων των δύο πρώτων -κατά προτίμηση ψήφου- υποψηφίων Μακρόν και Μελενσόν στον 1ο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2022, δεξιά η χωροθέτηση των οδοφραγμάτων τον Ιούνη του 1848.

(Tweet 11.04.2022- Mathilde Larrere– – ιστορικός επαναστάσεων, χειραφετητικών κινημάτων και πολιτικής ιστορίας, ερευνήτρια- διδάσκουσα στο UPEM/Université Paris-Est Marne la Vallée).

Είναι εντυπωσιακό το μήνυμα που απορρέει σχετικά. Αναδεικνύεται με σαφήνεια ότι οι περιοχές που ψήφισαν Μελενσόν είναι η μετεξέλιξη των περιοχών της χωροθέτησης των οδοφραγμάτων. Είναι οι περιοχές που κατοικούνται από λαϊκά στρώματα αντίστοιχων –κατά εποχή– υλικών συνθηκών ύπαρξης. Μετά από 174 χρόνια! Οι Δυτικές συνοικίες της Αθήνας μας λένε την ίδια ακριβώς ιστορία.

Ίσως λοιπόν η θετική προς τον Μελανσόν ψήφος αυτής της περιοχής είναι η σημερινή έκφραση της αντίστασης αυτών των λαϊκών στρωμάτων, αντίστοιχη ή προμηνύουσα τα οδοφράγματα του Ιούνη του 1848…

*Η Αντωνία Πάνου είναι αρχιτέκτων – ερευνήτρια

.kommon.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.