Η κλασσική και κυρίαρχη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη (ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ), είναι ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Η ριζοσπαστική αριστερά κι ειδικά η Νέα Αριστερά (ΝΑ) έχει διαφοροποιηθεί από τη θέση αυτή μιλώντας για μετάθεση των ορίων του εφικτού. Συγκεκριμένα, ο Σακελλαρίδης, απαντώντας πρόσφατα στον Τσίπρα, είπε ότι η Αριστερά δεν αποδέχεται τον στενό ορισμό της πολιτικής ως τέχνης του εφικτού, αλλά επιδιώκει να διευρύνει τους όρους του εφικτού μέσα από κοινωνικούς αγώνες και πάλη. Αντίστοιχα, ο Τσακαλώτος που αναπτύσσει τη λογική του ρεαλιστικού ριζοσπαστισμού έχει τονίσει πως η πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στο να διαχειρίζεται αυτό που ήδη θεωρείται εφικτό, αλλά μέσω της κοινωνικής ηγεμονίας μπορεί να αλλάζει τις αντιλήψεις και επομένως το ίδιο το πεδίο του εφικτού.
Αυτό, δηλαδή, που λέει η ΝΑ είναι πως το «εφικτό» δεν είναι φυσικό όριο. Είναι ιστορικά και κοινωνικά παραγόμενο όριο. Αυτό είναι απολύτως συμβατό με τον ιστορικό υλισμό.
Αυτό που σήμερα φαίνεται «αδύνατο» μπορεί αύριο να γίνει δυνατό επειδή αλλάζουν οι ταξικές ισορροπίες, η οργάνωση των εργαζομένων, οι κοινωνικές προσδοκίες, οι θεσμοί, η πολιτική ηγεμονία, οι παραγωγικές δυνατότητες, και τελικά οι ίδιοι οι συσχετισμοί δύναμης.
Η μετατόπιση/διεύρυνση των ορίων του εφικτού, ωστόσο, μπορεί να έχει μία διττή ανάγνωση. Μπορεί να υπακούει είτε σε μία μεταρρυθμιστική λογική, είτε σε μία μεταβατική στρατηγική. Μπορεί να σημαίνει «να κινηθούμε όσο μπορούμε μέσα στα σημερινά όρια και να προσπαθήσουμε σταδιακά να τα διευρύνουμε» όπως πχ η αύξηση κατώτατου μισθού μπορεί να είναι απλώς «δίνουμε κάτι παραπάνω στους εργαζόμενους.» Με συνέπεια εδώ να υπάρχει ο κίνδυνος το εφικτό να μετατραπεί από προσωρινό σημείο αφετηρίας σε στρατηγικό ορίζοντα.
Αλλά μπορεί να σημαίνει πχ ότι «ενισχύουμε τη διαπραγματευτική δύναμη της εργασίας, επαναφέρουμε συλλογικές συμβάσεις, περιορίζουμε την εργοδοτική αυθαιρεσία και δημιουργούμε προϋποθέσεις για μεγαλύτερη εργατική διεκδίκηση μετατοπίζοντας τον ταξικό συσχετισμό» οπότε
γίνεται μεταβατικό μέτρο. Και αυτό είναι πολύ πιο κοντά σε μια μαρξιστική αντίληψη.
Στην ΝΑ δεν είναι ξεκάθαρο έως τώρα ποια από τις δύο προσεγγίσεις ισχύει, με συνέπεια να υπάρχει μία θεωρητική εκκρεμότητα. Από τη μία πλευρά μιλά για κοινωνικούς αγώνες, μετασχηματισμό των παραγωγικών δομών, ενεργειακή δημοκρατία, κοινωνική οικονομία, περιορισμό της ιδιωτικής συσσώρευσης, κοινωνική και συμμετοχική μετάβαση.
Από την άλλη, η γλώσσα του «εφικτού» μπορεί να παραμείνει σε επίπεδο προοδευτικής διαχείρισης του καπιταλισμού, στον βαθμό που δεν απαντά στο ερώτημα: ποιοι κοινωνικοί συσχετισμοί και ποιες σχέσεις ιδιοκτησίας καθορίζουν τελικά τα όρια του εφικτού;
Αυτό είναι το κατεξοχήν καθοριστικό ερώτημα. Γιατί, για παράδειγμα, μπορείς να πεις: «Θα διευρύνουμε το δημοσιονομικά εφικτό». Αλλά αυτό που τελικά έχει αποφασιστική σημασία είναι ποιος ελέγχει το κοινωνικό πλεόνασμα που δημιουργεί τον δημοσιονομικό χώρο; Ποιος αποφασίζει πού θα επενδυθεί; Ποιος ελέγχει την παραγωγή και την πίστωση;
Μόνο έτσι μπορούμε να περάσουμε από το «διευρύνω το εφικτό» στο «αλλάζω τις κοινωνικές σχέσεις που παράγουν το εφικτό». Και αυτή θα έλεγα ότι είναι η βαθύτερη μαρξιστική κριτική. Δεν αρκεί η Αριστερά να μετατοπίζει τα όρια του εφικτού. Πρέπει, μέσα από τις κατακτήσεις της, να μετασχηματίζει τους ίδιους τους κοινωνικούς και οικονομικούς μηχανισμούς που καθορίζουν αυτά τα όρια. Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος το «όριο του εφικτού» και η μετατόπιση του να γίνει, παρά τη ριζοσπαστική πρόθεση, ένας πιο ευέλικτος τρόπος να λέμε «μέχρι εκεί που επιτρέπουν οι αντοχές του καπιταλιστικού συστήματος».
Αντίθετα, η πραγματικά μεταβατική λογική λέει πως δεν αποδεχόμαστε το εφικτό ως όριο, αλλά το χρησιμοποιούμε ως αφετηρία όχι μόνο για να το διευρύνουμε αλλά για να αλλάξουμε τις σχέσεις εξουσίας που το καθορίζουν. Γιατί το περισσότερο εφικτό και το ακόμη περισσότερο εφικτό υποδηλώνει πως η έννοια της «διεύρυνσης των ορίων του εφικτού» έχει έναν εγγενώς ποσοτικό και βαθμιαίο χαρακτήρα. Εάν δεν συνοδεύεται από σαφή θεωρία ποιοτικού μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων, κινδυνεύει να μετατρέψει τη σοσιαλιστική προοπτική σε μια αόριστη αλληλουχία προοδευτικών διευρύνσεων του εφικτού..
Όμως, σοσιαλιστικός μετασχηματισμός δεν σημαίνει να μετακινείται απλώς προς τα έξω ένας κύκλος πολιτικών δυνατοτήτων. Σημαίνει πως κάποια στιγμή πρέπει να αλλάξει και η ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων. Και καθήκον της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι να σχεδιάσει πως θα συνδέσει την ποσοτική διεύρυνση των ορίων με την ποιοτική αλλαγή της κοινωνίας.
Ο ερώτημα, λοιπόν, που πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι “πόσο μπορούμε να διευρύνουμε το εφικτό” αλλά “τι ακριβώς πρέπει να αλλάξει ώστε αυτό που σήμερα θεωρείται ανέφικτο να γίνει εφικτό”. Και πιο συγκεκριμένα “ποιες σχέσεις ιδιοκτησίας, εξουσίας και κοινωνικού ελέγχου παράγουν σήμερα τα όρια του εφικτού και πώς οι κατακτήσεις της Αριστεράς μπορούν να τις μετασχηματίσουν;”
Μόνο έτσι μεταφερόμαστε από τη μετατόπιση του ορίου στον μετασχηματισμό του κοινωνικού μηχανισμού που παράγει το όριο. Και αυτή, νομίζω, είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε μια αριστερή εκδοχή του ριζοσπαστικού ρεαλισμού και σε μια πραγματικά μεταβατική στρατηγική.









Σχόλια (0)