Το πολιτικό σκηνικό θυμίζει περισσότερο από ποτέ κινούμενη άμμο. Ενώ η ΝΔ απολαμβάνει μια ιδιότυπη «κυριαρχία», λόγω της έλλειψης πειστικής εναλλακτικής, ο χώρος της κεντροαριστεράς βιώνει έντονη εσωτερική αναταραχή και ανακατατάξεις.
Σπύρος Αντωνίου
Η ΝΔ δεν προηγείται δημοσοκοπικά επειδή έλυσε το στεγαστικό, την ακρίβεια ή την υποβάθμιση του ΕΣΥ. Διατηρεί όμως την πρωτοκαθεδρία κυρίως επειδή η αντιπολίτευση δεν προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό, πέρα από έναν «νεοφιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Την ίδια ώρα, ο στόχος της αυτοδυναμίας έχει ήδη καταστεί ανέφικτος, με την δυσαρέσκεια του κόσμου απέναντι της να αυξάνει.
Η βαθιά κρίση της «προοδευτικής» αντιπολίτευσης αναμένεται να συνεχιστεί, με τον νέο πολιτικό φορέα Τσίπρα, να επιδρά καταλυτικά στις διεργασίες ανασύνθεσης της κεντροαριστεράς. ΣΥΡΙΖΑ και ΝΕΑΡ αντιμετωπίζουν υπαρξιακά ζητήματα και σοβαρές εσωκομματικές αντιδράσεις, στο ενδεχόμενο συμπόρευσης με τον Τσίπρα. Το ΠΑΣΟΚ θα έχει συνέδριο εντός του 2026, αλλά ήδη οι πιέσεις για μετεκλογική συμμαχία με τη ΝΔ είναι έντονες από διάφορα καθεστωτικά κέντρα.
ΠΑΣΟΚ
Στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, που θα γίνει από τις 27 έως τις 29 Μαρτίου, αναμένεται να κορυφωθούν οι εσωκομματικές διαφωνίες, που ήδη εκδηλώνονται δημόσια, με επίδικο τη μετεκλογική στάση του κόμματος. Με τα ποσοστά στη μέτρηση ψήφου να παραμένουν στάσιμα ή και να μειώνονται, η κριτική προς την ηγεσία Ανδρουλάκη και η αμφισβήτηση της τακτικής αυτόνομης πορείας του ΠΑΣΟΚ έχει ενταθεί. Και από τον Π. Γερουλάνο, αλλά κυρίως από τον Χ. Δούκα, που ως διακριτός πόλος πλέον, απαιτεί το συνέδριο να αποκλείσει κάθε σενάριο συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, δίνοντας βάρος σε σχήματα «προοδευτικής διακυβέρνησης». Μαζί του δεν συμφωνεί σίγουρα η Α. Διαμαντοπούλου, που δεν αποκλείει μια μετεκλογική συνεργασία με τη Δεξιά, ίσως και χωρίς τον Μητσοτάκη πρωθυπουργό.
Δεδομένου ότι οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις, τουλάχιστον με βάση τις δημοσκοπήσεις, αποτελούν «άπιαστο όνειρο», το δίλλημα για τη Χ. Τρικούπη είναι υπαρκτό. Τα προεδρικά στελέχη παραπέμπουν στις συνεχείς δηλώσεις Ανδρουλάκη που αποκλείουν τη μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ. Μάλιστα, σε μια αναβίωση της λογικής «ΠΑΣΟΚ και δημοκρατικές δυνάμεις», ο Ν. Ανδρουλάκης αναμένεται να απευθύνει πρόσκληση προγραμματικού διαλόγου προς τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, στο πλαίσιο του επικείμενου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, με το βλέμμα ανάμεσα στις δύο κάλπες των επόμενων εκλογών.
Κουμουνδούρου και Πατησίων δηλώνουν πάντα ότι είναι ανοιχτοί στο διάλογο στη βάση της προγραμματικής συζήτησης, αλλά για την ώρα και οι δύο βρίσκονται σε συνθήκες άτυπης διάσπασης και εκλογικής συρρίκνωσης. Σύμφωνα με την MRB ο ΣΥΡΙΖΑ ίσα που τσιμπάει μισή μονάδα πάνω από το όριο εισόδου στη βουλή στην πρόθεση ψήφου. Η Νέα Αριστερά κινείται εκεί κοντά στο 1%. Ελαφρώς…καλύτερα τα πάει το Κίνημα Δημοκρατίας, που αγγίζει το 1,6% (το ερχόμενο Σαββατοκύριακο υπάρχει το συνέδριο του κόμματος Κασσελάκη, με το ερώτημα της αυτοδιάλυσης).
ΣΥΡΙΖΑ
Στο ΣΥΡΙΖΑ επικρατεί μια ιδιότυπη κατάσταση αναμονής και στρατηγικής αμηχανίας. Η ηγεσία του Σωκράτη Φάμελλου επιχειρεί μια δύσκολη ισορροπία: από τη μία πλευρά, προσπαθεί να διατηρήσει την οργανωτική αυτονομία του κόμματος μέσω κοινοβουλευτικών πρωτοβουλιών και, από την άλλη, στρέφει διαρκώς το βλέμμα προς τον Αλέξη Τσίπρα. Η «σκιά» του πρώην πρωθυπουργού λειτουργεί ταυτόχρονα ως συνεκτικός δεσμός για τη βάση αλλά και ως παράγοντας εσωτερικής διαφοροποίησης. Τα στελέχη χωρίζονται σε εκείνα που επιζητούν την άμεση προσχώρηση στις κινήσεις Τσίπρα και σε εκείνα που προκρίνουν μια αυτόνομη πορεία.
Παράλληλα, η Κουμουνδούρου φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η επιβίωσή της εξαρτάται από την επιτυχία των όποιων «προοδευτικών συγκλίσεων» και αναγκαστικά έχει μπει στη σφαίρα του ετεροκαθορισμού. Η επιμονή του Φάμελλου για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, τη Νέα Αριστερά και παράγοντες όπως ο Κοτζιάς ή η Κατσέλη, μαρτυρά την ανάγκη για μια «δημοσκοπική ανάταξη» πριν η ρευστοποίηση γίνει μη αναστρέψιμη.
ΝΕΑΡ
Το Συνέδριο της Νέας Αριστεράς λειτούργησε ως καθρέφτης μιας εσωτερικής πάλης ανάμεσα στη στρατηγική εκλογικής επιβίωσης («λαϊκό μέτωπο») και την πολιτική ταυτότητα («ανασυγκρότηση ριζοσπαστικής αριστεράς»). Παρά την «σχεδόν ομόφωνη» τελική απόφαση (πλην…Μπίστη), η εικόνα που αναδύεται είναι αυτή ενός κόμματος με δύο ψυχές, οι οποίες ερμηνεύουν διαφορετικά το μέλλον του κόμματος. Η έγκριση της πολιτικής απόφασης δεν υποδηλώνει συμφωνία των αντιμαχόμενων τάσεων, αλλά έναν τακτικό συμβιβασμό για την αποφυγή της διάσπασης.
Η πλευρά Χαρίτση-Τζανακόπουλου-Ηλιόπουλου πέτυχε να κρατήσει ανοιχτό το παράθυρο για ένα «ευρύ μέτωπο» (από τη ριζοσπαστική Αριστερά έως τη Σοσιαλδημοκρατία), το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνει και τον ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμα και το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα. Η πλευρά Σακελλαρίδη-Τσακαλώτου-Σκουρλέτη, ωστόσο, έβαλε ισχυρές «δικλείδες ασφαλείας» στην απόφαση, φωτογραφίζοντας τα προσωποπαγή κόμματα ως «αποτυχημένες στρατηγικές» και θέτοντας ως προτεραιότητα την επανίδρυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς (ίσως με το βλέμμα στο ΜΕΡΑ25).
Το γεγονός ότι λίγες ώρες μετά το συνέδριο ξεκίνησαν οι «ερμηνείες» της απόφασης δείχνει ότι η σύγκρουση απλώς μετατίθεται στα όργανα (Πολιτικό Γραφείο, Κεντρική Επιτροπή). Το συνέδριο πέτυχε να αποτρέψει την άμεση ρήξη, αλλά άφησε τη ΝΕΑΡ με δύο «γραμμές» που τρέχουν παράλληλα.
Τσίπρας
Η δημιουργία ενός νέου φορέα από τον Αλέξη Τσίπρα αποτελεί την παραδοχή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως ιστορικός κύκλος, έκλεισε οριστικά. Όπως και ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει ολοκληρώσει την έξοδό του από οτιδήποτε θυμίζει Αριστερά. Ο νέος σχηματισμός φαίνεται να στοχεύει σε μια «ευρωπαϊκή κανονικότητα», μια δεξιά σοσιαλδημοκρατία που δεν συγκρούεται με τα συμφέροντα των «από πάνω» αλλά επιδιώκει να τα υπερασπιστεί, με την υπόσχεση κάποιων «ψίχουλων» για τους «από κάτω». Το πιθανότερο είναι ο νέος αυτός φορέας να αποτελέσει απλώς έναν -άτολμο- «ΣΥΡΙΖΑ 2.0» χωρίς τις «ενοχλητικές» αγωνιστικές ρίζες και τη σχέση με τα κινήματα, λειτουργώντας ως ένας αξιόπιστος διαχειριστής του συστήματος που δεν αμφισβητεί την επιχειρηματική κερδοφορία ή τις γεωπολιτικές συμμαχίες του ελληνικού κράτους. Για αυτό και τμήματα της κυρίαρχης τάξης και των ΜΜΕ, στηρίζουν θερμά το εγχείρημα, ως αντίβαρο στο Μητσοτάκη.
Καρυστιανού
Το νέο σημείο στη ρευστότητα της περιόδου είναι οι κινήσεις της Μαρίας Καρυστιανού, που οριζόντια επιδρούν σε όλα τα κόμματα, αν και φαίνεται ότι το νέο κόμμα θα κινείται στο πεδίο της αντιπολιτικής. Η εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών υπό τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού δεν είναι απλώς προσωπικά στοιχήματα φιλόδοξων ανθρώπων, αλλά τα συμπτώματα μιας βαθιάς κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης, μεγάλης απαξίωσης του πολιτικού συστήματος και υποτίμησης των πολιτικών διαχωριστικών. Κυριαρχεί, έτσι, μια λογική «ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά» που έχει σαν αποτέλεσμα να συσκοτίζονται τα μεγάλα ζητήματα του καιρού μας και η πολιτική συζήτηση να περιστρέφεται στενά γύρω από τη διαφθορά.
Τα πρώτα δείγματα δημόσιων παρεμβάσεων- της πρώην πλέον προέδρου του συλλόγου των συγγενών θυμάτων Τεμπών- με ακροδεξιό πολιτικό στίγμα (αμβλώσεις, ελληνοτουρικά) και οι συντηρητικοί σύμβουλοί της (πρώην στελέχη Νίκης κλπ.) δείχνουν ότι θα αποτελέσει εγχώρια έκφραση του «συντηρητικού αντισυστημισμού». Έτσι, η ρητορική της δείχνει να βρίσκει απήχηση στα ακροατήρια της Νίκης ή της Ελληνικής Λύσης, αλλά και της Πλεύσης Ελευθερίας.
Η Καρυστιανού κεφαλαιοποιώντας ένα τεράστιο κύμα κοινωνικής οργής και μαζικής απογοήτευσης, δείχνει να έχει διεισδυτικότητα και σε προοδευτικό κόσμο. Η Αριστερά οφείλει να στηρίξει την απαίτηση για δικαιοσύνη, προειδοποιώντας παράλληλα ότι η πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται μόνο στην ηθική δικαίωση, αλλά απαιτείται σύγκρουση με τις ιδιωτικοποιήσεις και την καπιταλιστική κερδοφορία, που οδηγούν σε εγκλήματα όπως τα Τέμπη.
Υπευθυνότητα
Η αναζήτηση «διαύλων» προς ένα δυσαρεστημένο κοινωνικό σώμα που δεν έχει πολιτική εκπροσώπηση, παραμένει προτεραιότητα για τις δυνάμεις του «δημοκρατικού χώρου». Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η ηγεσία του χώρου αδυνατεί να προσφέρει οτιδήποτε πέρα από μια διαχειριστική εναλλακτική εντός των τειχών της αγοράς, της ΕΕ και των πολεμοκάπηλων συμμαχιών του ελληνικού κράτους. Οι όποιες πολιτικές προτάσεις διατυπώνονται κυρίως προς τη «μεσαία τάξη», πάντα με μετριοπάθεια και «δημοσιονομική υπευθυνότητα». Δεν αφορούν την ανατροπή των αιτιών της ακρίβειας και της εργασιακής εκμετάλλευσης, αλλά το ποιος θα φορέσει το κοστούμι του «σοβαρού» συνομιλητή του συστήματος. Και έτσι από παράγοντας πραγματικής αλλαγής, γίνονται ανάχωμα της ανάγκης για κοινωνική κινητοποίηση και αξιοπρεπή ζωή.
Όταν το «νέο» δομείται με τα υλικά της παλιάς συνθηκολόγησης, το αποτέλεσμα δεν είναι ελπίδα, αλλά η παράταση της πρωτοκαθεδρίας της Δεξιάς. Πραγματική απειλή για τον Μητσοτάκη και το σύστημα μπορεί να είναι μια Αριστερά μαζική, ενωτική, και αληθινά ριζοσπαστική, που θα αμφισβητεί την κυρίαρχη ιδεολογία και θα παλεύει για να ανατρέψει την πολιτική της φτώχειας, της πολεμικής προετοιμασίας και της κλιματικής καταστροφής.
https://rproject.gr/article/i-kentroaristera-se-peridinisi









Σχόλια (0)