Το 2026 θα είναι, προφανώς, προεκλογική χρονιά. Για την ακρίβεια η τελική ευθεία προς τις εκλογές που μπορούν να γίνουν, το αργότερο, την άνοιξη του 2027.
Με πολλούς, πάντως, να στοιχηματίζουν υπέρ των πιθανοτήτων επίσπευσής τους. Όχι μόνον, ούτε κυρίως, για πολιτικάντικους λόγους (τα γνωστά σενάρια για την τάχα αποτελεσματικότητα ενός εκλογικού «αιφνιδιασμού»), αλλά γιατί το ελληνικό κράτος, αναλαμβάνοντας την προεδρία της ΕΕ το καλοκαίρι του 2027, θα οφείλει να έχει ανακάμψει από την εκλογική περιπέτεια και να έχει συγκροτήσει μια κυβέρνηση ικανή να προσανατολιστεί μέσα στις σύγχρονες χαοτικές εξελίξεις.
Μαρία Μπόλαρη
Όλες οι δημοσκοπήσεις δεν αφήνουν κανένα περιθώριο υποτίμησης του περιπετειώδους χαρακτήρα των επερχόμενων εκλογών. Το σύνολο των λεγόμενων «συστημικών κομμάτων» (κυβερνητικών και αντιπολιτευτικών), δηλαδή η υπάρχουσα «πολιτική ηγεσία» που έχει στη διάθεσή του ο ελληνικός καπιταλισμός, επηρεάζει, με όλο και πιο χαλαρό τρόπο, μόλις το 50% του εκλογικού σώματος. Το άλλο μισό, έχοντας «ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του», ψάχνει να βρει τρόπους να τιμωρήσει τον «συστημισμό».
Όχι τυχαία. Αυτή η αποστροφή έχει βαθιές ρίζες στις πικρές κοινωνικές εμπειρίες όλης της περιόδου μετά το ξέσπασμα της κρίσης και ειδικότερα μετά την άνοδο στην κυβερνητική εξουσία, το 2019, της ΝΔ υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το «τραγικό δυστύχημα» στην «επιχείρηση-πρότυπο» της Βιολάντα, έγινε κατανοητό από την κοινωνική πλειοψηφία –σωστά!– ως εργοδοτικό έγκλημα. Γιατί μέσα σε μόλις τρία χρόνια (από το 2022 ως το ’25), ο «φόρος» αίματος που πληρώνει η εργατική τάξη σε νεκρούς κατά την εργασία έχει διπλασιαστεί (από 104 σε 201, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΟΣΕΤΕΕ), ενώ σε σοβαρά σακατεμένους έχει τριπλασιαστεί (από 140 σε 332). Και όποιος ζει από τη δουλειά δεν χρειάζεται και πολλά μαρξιστικά επιχειρήματα για να καταλάβει ότι αυτός ο τραγικός απολογισμός είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων κυβερνητικών πολιτικών που σπρώχνουν, αφενός, προς την εντατικοποίηση και την ελαστικοποίηση της εργασίας, και αφετέρου προς την πλήρη «απελευθέρωση» της εργοδοτικής αυθαιρεσίας, με στόχο τη μεγιστοποίηση του ποσοστού εκμετάλλευσης. Και όποιος υποτιμά τα πολιτικά συμπεράσματα που ο κόσμος μας μπορεί να βγάλει από «στιγμές» όπως στη Βιολάντα, κάνει σημαντικό πολιτικό λάθος.
Νεοφιλελεύθερη επίθεση
Ο Μητσοτάκης έχει υπογραμμίσει ότι βαδίζοντας προς τις εκλογές δεν σκοπεύει να κάνει ούτε ένα βήμα πίσω από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα, σε συνεργασία με το μιντιακό μηχανισμό, θα προσπαθήσει να παρουσιάσει ως «φιλολαϊκές» ακόμα και ορισμένες από τις πιο αντιδραστικές πτυχές της πολιτικής του. Μεταξύ του 2014 και του 2025, το σύνολο των φοροαπαλλαγών (που αφορά σε συντριπτικό ποσοστό τον κόσμο των επιχειρήσεων και τον συσσωρευμένο πλούτο) εκτοξεύτηκε από το σύνολο των 3 δισ. ευρώ στα 23 δισ. ευρώ! Σε μια μακρά περίοδο δρακόντειας λιτότητας για τους εργαζόμενους και τις λαϊκές μάζες, οι καπιταλιστές, οι μέτοχοι των Α.Ε. και οι «παραδοσιακοί» πλούσιοι, πήραν ένα πρόσθετο «μπόνους» 20 δισεκ. ευρώ μέσω της μείωσης της φορολόγησης των δραστηριοτήτων τους. Κρύβοντας συστηματικά ότι από αυτόν τον πακτωλό μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό φτάνει «ως στάχτη στα μάτια» στα εργατικά και λαϊκά νοικοκυριά, η κυβέρνηση της ΝΔ επιμένει ότι η μοναδική μέθοδος «ενίσχυσης» του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος που θα επιτρέψει, είναι οι περαιτέρω μειώσεις στους φόρους και στις ασφαλιστικές (κυρίως εργοδοτικές…) εισφορές. Με αυτήν την επιμονή, ο Μητσοτάκης επιδιώκει να «υπηρετεί» ταυτόχρονα δύο στόχους: Αφενός, να απωθεί την «παραδοσιακή» απάντηση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς απέναντι στη λιτότητα και στην ακρίβεια, να απωθεί την απαίτηση για αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, για δημόσιο έλεγχο στις τιμές κ.ο.κ. Αφετέρου, να ανοίγει το δρόμο για ακόμα μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση σε όλους τους τομείς του λεγόμενου κοινωνικού κράτους. Γιατί είναι κοινό μυστικό ότι η δραστική μείωση της φορολόγησης του κεφαλαίου, σε συνδυασμό με τον στενό κορσέ δημοσιονομικής αυστηρότητας που έχουν εμπεδώσει τα μνημόνια, έχουν οδηγήσει σε δραματικές περικοπές των κοινωνικών δαπανών που είναι αναγκαίες για τη χρηματοδότηση των δημόσιων σχολείων, νοσοκομείων και ασφαλιστικών Ταμείων.
Η φθορά του Μητσοτάκη, κυρίως μέσα από ανάλογες εμπειρίες επιδείνωσης της θέσης της κοινωνικής πλειοψηφίας, έχει οδηγήσει την ηγεσία της ΝΔ σε μια θέση ανάλογη με του μυθικού Μίδα. Ακόμα και όταν πιάνουν κάτι που θεωρούν χρυσάφι, πολύ σύντομα διαπιστώνουν ότι αυτό έχει γίνει κάρβουνο, και κάποτε αναμμένο. Πριν λίγες εβδομάδες η κυβέρνηση πανηγύρισε για τις ενεργειακές και διπλωματικοστρατιωτικές συμφωνίες που υπέγραψε μέσω του σχήματος «3 + 1» (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ + ΗΠΑ). Έδωσε στο γεγονός «στρατηγικές» διαστάσεις, παρουσιάζοντας την προοπτική τοποθέτησης του ελληνικού κράτους ως «κρίκου στην αλυσίδα των αμερικανικών συμφερόντων» στην Ανατολική Μεσόγειο, ως ευκαιρία για μια γενικότερη μεγέθυνση του ρόλου του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή. Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ αυγάτισε το «στοίχημα» απαιτώντας τα λιμάνια της Ελευσίνας, του Βόλου, της Καβάλας και τη μετατροπή της Αλεξανδρούπολης σε μια τούρμπο αμερικανονατοϊκή βάση.
Ευρωπαϊκή αυτονομία
Όμως, αμέσως μετά το φετινό Νταβός, η ΕΕ ανακοίνωσε με κινήσεις και όχι μόνο με λόγια μια προοπτική «αυτονομίας της Ευρώπης» σε αποστασιοποίηση από την «αλυσίδα των αμερικανικών συμφερόντων», όπως τουλάχιστον την κατανοεί ο Τραμπ. Προς το παρόν, ο Μητσοτάκης αντέδρασε με αμηχανία, δηλώνοντας ότι στο διαβόητο «Συμβούλιο Ειρήνης» που συγκροτεί ο Τραμπ για τη Γάζα, το ελληνικό κράτος «θα ακολουθήσει την επιλογή της Ευρώπης». Αλλά, αυτό είναι μόνο η αρχή σε μια υπόθεση που σίγουρα θα έχει μακρά συνέχεια.
Στο συστημικό Τύπο διατυπώθηκαν ήδη τα αγωνιώδη ερωτήματα: Και τι θα συμβεί αν η Κομισιόν απαιτήσει συγκεκριμένες αντιδράσεις προς την «αλυσίδα των αμερικανικών συμφερόντων»; Όπως και αντίστροφα, τι θα συμβεί αν η Πρεσβεία ζητήσει συγκεκριμένες αντιδράσεις ως προς τη στρατηγική «αυτονομίας της ΕΕ»; Το πρόβλημα είναι κάθε άλλο παρά δευτερεύον, γιατί η στρατιωτικοδιπλωματική πολιτική στην περιοχή έχει στηριχθεί στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενώ ο σχεδιασμός στα δημόσια οικονομικά και στις επενδύσεις στηρίζεται στην αξιοποίηση των «υπολοίπων» του (ευρωπαϊκού) Ταμείου Ανάκαμψης και των ΕΣΠΑ.
Αυτά τα ζητήματα ο Μητσοτάκης έχει να τα αντιμετωπίσει στηριγμένος σε ένα κόμμα που γνωρίζει ότι η βασική πολιτική στρατηγική του (της διεκδίκησης κυβερνητικής αυτοδυναμίας) είναι πλέον κλινικά νεκρή. Ο Μητσοτάκης στηρίζει τις ελπίδες του κυρίως στην πολιτική παράλυση της αντιπολίτευσης. Δευτερευόντως, στους ελιγμούς ενίσχυσής του μέσα στη Δεξιά, με «ανοίγματα» προς την καραμανλική πτέρυγα της ΝΔ, ζητώντας να του επιτραπεί να εξαντλήσει τα περιθώρια διεκδίκησης της αυτοδυναμίας και υποσχόμενος ότι σε περίπτωση αποτυχίας θα παραδώσει «ομαλά» το κόμμα σε υποψήφιο δικής της επιλογής (στο Νίκο Δένδια;).
Σε κάθε περίπτωση προκύπτει μια σοβαρή πολιτική αντίφαση. Την ώρα που ο ελληνικός καπιταλισμός θα χρειαστεί μια ιδιαίτερα ισχυρή κυβέρνηση, μέσα στο γεωπολιτικό χάος και τις οικονομικές αναταράξεις που έρχονται, το διαθέσιμο πολιτικό δυναμικό στην υπηρεσία του δεν μπορεί όχι μόνο να εγγυηθεί μια σοβαρή απάντηση του προβλήματος, αλλά ούτε καν να περιγράψει πειστικά τις παραμέτρους του πολιτικού προβλήματος που θα «βγάλει» η επόμενη κάλπη. Οι προβλέψεις για διπλές (ή και τριπλές!) εκλογές και οι προειδοποιήσεις για τις πιθανότητες δικομματικών ή και τρικομματικών συμμαχιών προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση, είναι για την ώρα μόνο καμπανάκια συναγερμού. Όλα αυτά μαζί, σημαίνουν μια σοβαρή εξασθένιση του κυβερνητικού στρατοπέδου και μια προοπτική σημαντικής πολιτικής αστάθειας.
Το εργατικό και λαϊκό κίνημα οφείλει να αξιοποιήσει αυτήν την κατάσταση, προβάλλοντας επειγόντως τα αιτήματα των συμπιεσμένων εργατικών και λαϊκών αναγκών. Και οργανώνοντας μαζική δράση με στόχο τις συγκεκριμένες νίκες και κατακτήσεις. Με αυτό το κοινωνικό περιεχόμενο πρέπει να συνδεθεί το αίτημα να πέσει ο Μητσοτάκης. Όχι μόνο γιατί αυτή είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος για να απαλλαγούμε από τον αρχηγό της νεοφιλελεύθερης πτέρυγας της ΝΔ, αλλά και γιατί έτσι θα χτίσουμε το πιο αποτελεσματικό φράγμα απέναντι σε άλλες «λύσεις», εξίσου αντιδραστικές, που για την ώρα επωάζονται στα παρασκήνια.
https://rproject.gr/article/i-teliki-dokimasia-toy-mitsotaki









Σχόλια (0)