Στις 24 Φλεβάρη του 2022, ο Πούτιν, µε το διαβόητο µακροσκελές διάγγελµά του, ανακοίνωνε την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Το διάγγελµα του Ρώσου Προέδρου κυριολεκτικά “έπιασε στον ύπνο” µεγάλο τµήµα της δυτικής πολιτικής ηγεσίας, και ειδικότερα τις ευρωηγεσίες, που αρνούνταν να πιστέψουν την πιθανότητα µιας τόσο αποφασιστικής κλιµάκωσης. Ακόµα και (καλοί και έντιµοι) αριστεροί δηµοσιογράφοι αισθάνθηκαν εκ των υστέρων την ανάγκη για µια κάποια “αυτοκριτική”, αφού επί εβδοµάδες είχαν λοιδωρήσει τις σχετικές αµερικανικές προειδοποιήσεις, χαρακτηρίζοντάς τες σαν χοντροκοµµένη αντιρωσική προπαγάνδα.
Ο Βλαντιµίρ Πούτιν στο διάγγελµά του δεν έκανε λόγο για πόλεµο. Χαρακτήρισε την εισβολή σαν µια σύντοµη “Ειδική Στρατιωτική Επιχείρηση” στην Ουκρανία. Παρόλα αυτά έθεσε µε σαφήνεια τις παραµέτρους της επιδιωκόµενης “ρωσικής νίκης”. Μιλώντας για την προοπτική “αποστρατιωτικοποίησης” και “αποναζιστικοποίησης” οριοθετούσε τον στόχο του πολιτικού ελέγχου του συνόλου της Ουκρανίας, µε την επιβολή µιας κυβέρνησης-µαριονέτας στο Κίεβο, αλλά και την προσάρτηση στο ρωσικό κράτος ενός σηµαντικού µέρους των ουκρανικών εδαφών, που η έκτασή τους θα έµελλε να αποφασιστεί στο πεδίο των µαχών. Για να µη µείνει καµιά αµφιβολία για τους πραγµατικούς στόχους του, ο Πούτιν χαρακτήρισε την Ουκρανία ως “αναπόσπαστο τµήµα του Ρωσικού κόσµου”, το Ουκρανικό έθνος ως “ανύπαρκτο” και “τεχνητό κατασκεύασµα”, κάνοντας λόγο για “εγκληµατικές ευθύνες” των Μπολσεβίκων της επαναστατικής περιόδου µετά το 1917 και ειδικότερα του Λένιν, τον οποίο χαρακτήρισε ως “αρχιτέκονα” της δηµιουργίας της Ουκρανίας.
Σήµερα, 4 χρόνια µετά, όλες οι προβλέψεις για τις προοπτικές που έβλεπαν, τότε, όλες οι πλευρές, έχουν διαψευστεί.
Ο πόλεµος στην Ουκρανία έχει “βαλτώσει” σε µια συνθήκη άγριας ανθρωποσφαγής που εκτυλίσσεται κυρίως στα πεδία του Ντονµπάς. Στα τέλη του 2024 η ρωσική πλευρά ισχυριζόταν επισήµως ότι έχει “εξουδετερώσει” περισσότερους από 900.000 άνδρες του Ουκρανικού στρατού, ενώ η ουκρανική πλευρά ισχυριζόταν ότι περίπου 730.000 Ρώσοι στρατιώτες έχουν σκοτωθεί ή σακατευτεί στις άγριες µάχες ενός πολεµικού µετώπου µήκους περίπου 1.000 χιλιοµέτρων. Ανεξάρτητα από τις (δικαιολογηµένες) αµφιβολίες για την ακρίβεια αυτών των ανατριχιαστικών αριθµών, σίγουρα πρόκειται για τις πιο πολύνεκρες συγκρούσεις στο ευρωπαϊκό έδαφος µετά το τέλος του Β Παγκοσµίου Πολέµου.
Και ο κίνδυνος της ανεξέλεγκτης κλιµάκωσης και της επέκτασης αυτού του καταστρεπτικού πολέµου γίνεται όλο και πιο φανερός. Το ΝΑΤΟ έχει βαθιά εµπλακεί στον πόλεµο, αλλάζοντας τον αρχικό χαρακτήρα του και δίνοντάς του τη διάσταση διεθνούς αναµέτρησης. Η Ρωσία, δια του στόµατος του Μεντβέντεφ, έχει προειδοποιήσει ότι µια ρωσική ήττα στην Ουκρανία είναι “αδιανόητη” ως εξέλιξη, γιατί αν διαφανεί µια τέτοια προοπτική το ρωσικό κράτος δεν θα διστάσει να χρησιµοποιήσει στο ουκρανικό µέτωπο “τακτικά” πυρηνικά όπλα, δηλαδή τα λεγόµενα “µικρά” πυρηνικά. Και κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά ότι στο ουκρανικό έδαφος λειτουργούν κάποια µεγάλα πυρηνικά εργοστάσια (µε πιο γνωστό αυτό στη Ζαπορίζια) που ακόµα και η επισφαλής λειτουργία τους θα µπορούσε να αποδειχθεί καταστρεπτική για µεγάλο τµήµα της Ευρώπης…
Ο “τυφώνας Τραµπ”, κατά τη δεύτερη θητεία του, κάνει το σταυρόλεξο της κατανόησης αυτής της τραγικής εξέλιξης ακόµα πιο δισεπίλυτο. Στην Αλάσκα, ο Τραµπ εγκαινίασε την αλυσίδα της απευθείας διαπραγµάτευσης µε τον Πούτιν, συζητώντας ασύστολα την προοπτική ενός ουσιαστικού διαµελισµού της Ουκρανίας, και συνδέοντας αυτήν τη “λύση” µε τις πιθανότητες µιας αµερικανορωσικής “συνεννόησης” σχετικά µε την κυριαρχία στον Αρκτικό Κύκλο. Μέσα στο 2025 η αµερικανική “βοήθεια” στην Ουκρανία µειώθηκε δραστικά και η µαχητική ικανότητα του ουκρανικού στρατού στηρίζεται όλο και περισσότερο στην προθυµία και στη δυνατότητα του ευρωπαϊκού σκέλους του ευρωατλαντισµού.
Για να καταλάβει κανείς πώς φτάσαµε ως εδώ, είναι σηµαντικό να θυµάται το από πού ξεκινήσαµε.
Πριν το 2022
Την εποχή της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ, η ανεξαρτησία της Ουκρανίας κηρύχθηκε το 1991, από µια κυβέρνηση που στηριζόταν στην απόλυτη πλειοψηφία του ΚΚ Ουκρανίας στη Βουλή. Ήταν µια απόφαση της πολιτικής δύναµης που, επί δεκαετίες, ήταν αναπόσπαστο τµήµα της “νοµενκλατούρας” που είχε την εξουσία στην ΕΣΣΔ.
Το 1994, η ίδια κυβέρνηση, µε τη Συµφωνία της Βουδαπέστης, παρέδωσε στη Ρωσία το πυρηνικό οπλοστάσιο που βρισκόταν στο ουκρανικό έδαφος. Σε αντάλλαγµα, η Ρωσία αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας και το απαραβίαστο των συνόρων της, συµπεριλαµβανοµένης της Κριµαίας. Με συναπόφαση της Μόσχας και του Κιέβου, τη Συµφωνία της Βουδαπέστης συνυπέγραψαν ως εγγυήτριες δυνάµεις οι… ΗΠΑ και η Βρετανία! Τους Αµερικανούς και το ΝΑΤΟ τους κάλεσαν βαθιά µέσα στις εξελίξεις στην Ουκρανία οι ίδιες οι κυρίαρχες τάξεις και οι πολιτικές ελίτ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, µέσα στις χαοτικές διαδικασίες των πολιτικών ανακατατέξεων στην άγρια δεκαετία του 1990.
Το 2008, στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου, το ΝΑΤΟ εξέτασε τον “φάκελο” ένταξης της Ουκρανίας στην ευρωατλαντική “συµµαχία”. Το σχετικό αίτηµα προετοίµασαν οι ουκρανικές κυβερνήσεις στις οποίες “υπηρέτησε” από την όχι δευτερεύουσα θέση του… πρωθυπουργού ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς (από το 2002 έως το 2005 και από τον Αύγουστο του 2006 ως τον Δεκέµβρη του 2007). Ο Γιανουκόβιτς ήταν ο επικεφαλής του λεγόµενου “φιλορωσικού” Κόµµατος των Περιφερειών, ο µετέπειτα Πρόεδρος της Ουκρανίας που ανατράπηκε µετά τις διαδηλώσεις του Μεϊντάν και το λεγόµενο “πραξικόπηµα” του 2014. Η περίπτωσή του είναι χαρακτηριστική των συγχύσεων και των παλινωδιών µέσα στην ουκρανική κυρίαρχη τάξη, που οµοφωνούσε στη γραµµή της στροφής προς τον άγριο ιδιωτικοποιηµένο νεοφιλελεύθερο καπιταλισµό, αλλά διχαζόταν στο διεθνή προσανατολισµό του νεοσύστατου κράτους.
Η Σύνοδος του Βουκουρεστίου ήταν ψυχρολογουσία για τον Τζορτζ Μπους το Νεότερο. Μετά από βέτο της Γαλλίας (Σαρκοζί) και της Γερµανίας (Μέρκελ), η είσοδος της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ απορρίφθηκε. Ήταν η εποχή που η ΕΕ προσανατολιζόταν στην εµβάθυνση των οικονοµικών και διπλωµατικών σχέσεων µε τη Ρωσία του Πούτιν, πολιτική που υπεράσπιζε πάγια η Μέρκελ και παρουσίαζε συµβολικά η ανάδειξη του πρώην καγκελαρίου Σρέντερ στη θέση του CEO στο ρωσικό ενεργειακό κολοσσό της Gazprom.
Όµως αυτούς τους µακροπρόθεσµους λογαριασµούς ανέτρεψε στη Δύση ο παράγοντας της κρίσης. Η κρίση του 2008, η µεγαλύτερη στο διεθνή καπιταλισµό µετά τη δεκαετία του 1930, φανέρωσε την παρακµή του ηγεµονικού ρόλου των ΗΠΑ και της “συλλογικής Δύσης”. Άνοιγε η εποχή της στροφής προς την “εθνική προτεραιότητα”, παρά την ανθεκτικότητα των οικονοµικών δικτύων της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσµιοποίησης.
Η πρώτη θητεία Τραµπ στις ΗΠΑ προανήγγειλε τη στροφή προς την απόλυτη προτεραιότητα των αµερικανικών συµφερόντων, ακόµα και σε βάρος της διαµόρφωσης “ηγεµονικών” συναινέσεων στα πλαίσια του ΟΗΕ ή και του ευρωατλαντικού µπλοκ. Το 2019 ο Μακρόν δήλωνε ότι “το ΝΑΤΟ είναι κλινικά νεκρό”.
Την ίδια περίοδο, η “ωρίµανση” και η σταθεροποίηση του καθεστώτος Πούτιν στη Ρωσία έδινε στους Ρώσους “ολιγάρχες” που είχαν αναδειχθεί στην προηγούµενη εποχή των άγριων ιδιωτικοποιήσεων, την αυτοπεποίθηση για τη στροφή στην πολιτική και στρατιωτική διεκδίκηση της “ρωσικής προτεραιότητας”.
Η ρωσική επιθετικότητα στην Ουκρανία δεν εκδηλώθηκε ξαφνικά το 2022. Προετοιµάστηκε µε την προσάρτηση της Κριµαίας το 2014 και τη δροµολόγηση της “αυτονοµιστικής” διαδικασίας στο Ντονµπάς. Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι η ουκρανική κυρίαρχη τάξη και ο ουκρανικός εθνικισµός δεν είχαν κανένα δισταγµό για να κλιµακώσουν καταπιεστικές πολιτικές σε βάρος των ρωσόφωνων πληθυσµών στην Ανατολική Ουκρανία. Όµως αυτός ο παράγοντας δεν επιτρέπει την υποτίµηση της σχεδιασµένης ρωσικής διείσδυσης. Σήµερα όλα τα στοιχεία είναι γνωστά. Μια µατιά στο Wikipedia δείχνει το ποιοι ήταν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί πρωταγωνιστές. Ο πρώτος πρωθυπουργός της λεγόµενης Λαϊκής Δηµοκρατίας του Ντονιέτσκ, ο Αλεξάντερ Μποροντάι, ήταν αξιωµατικός των ρωσικών ειδικών δυνάµεων και σήµερα είναι βουλευτής στη Δούµα και “αστέρας” της ρωσικής εθνικιστικής ακροδεξιάς. Ο πρώην υποργός Άµυνας της ίδιας “Λαϊκής Δηµοκρατίας”, ο Ιγκόρ Γκίρκιν ή Στρέλκοφ, ήταν επίσης Ρώσος αξιωµατικός, ενώ σήµερα είναι φυλακισµένος στη Ρωσία, κατηγορούµενος για εθνικιστική-φασιστική “συνοµωτική” δράση. Όσοι επιµένουν να µιλούν για αντιφασιστικές-λαϊκές “εξεγέρσεις” στο Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ, έχουν πλέον την υποχρέωση να εξηγήσουν το πώς αυτές οι διαδικασίες είχαν εθνικιστική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, που δηλώνει σήµερα νοσταλγός του τσαρικού-ρωσικού “µεγαλείου”.
Σε αυτές τις συνθήκες, το καθεστώς του Πούτιν αποφάσισε το 2022 την εισβολή, επιχειρώντας να αξιοποιήσει τη διαλυτική σύγχυση των δυτικών και να καταγράψει µια σύντοµη και σαφή νίκη, που θα επανέφερε τη Ρωσία σε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεθνή σκηνή.
Ο πόλεµος
Αυτές οι πραγµατικότητες αντανακλάστηκαν αναπόφευκτα στα πεδία των µαχών.
Στις πρώτες 8-10 εβδοµάδες µετά τη ρωσική εισβολή, επιβεβαιώθηκε ότι η Ουκρανία, η πιο φτωχή περιοχή στο ευρωπαϊκό έδαφος, δεν ήταν χώρα-µέλος του ΝΑΤΟ. Χωρίς αεροπορία, χωρίς αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άµυνα, χωρίς σοβαρό εξοπλισµό, είδε τα ρωσικά τανκς να φτάνουν περίπου ανεµπόδιστα στα πρόθυρα του Κιέβου. Σε αυτό το διάστηµα οι Ουκρανοί επέλεξαν να αµυνθούν στο εσωτερικό των πόλεών τους. Ήταν µια επιλογή µε τεράστιο κόστος σε απώλειες, που επίσης προϋπέθετε τη διάθεση της πλειοψηφίας του πληθυσµού που υποστήριξε την προοπτική της ανεξαρτησίας. Η ανάδυση του ουκρανικού εθνικισµού (µε την αµυντική έννοια απέναντι σε έναν ισχυρότερο εισβολέα…) ήταν ένα σοβαρό πολιτικό λάθος στους υπολογισµούς της ρωσικής ηγεσίας. Και αυτός ο παράγοντας θα εξακολουθήσει να έχει σηµασία ενόψει όποιας “λύσης” αποφασιστεί µέσω αµερικανορωσικών διαπραγµατεύσεων.
Όµως το δεύτερο λάθος του Πούτιν ήταν η υποτίµηση του ΝΑΤΟ. Στη Σύνοδο της Μαδρίτης (29-30/6/2022), το ΝΑΤΟ επανασυσπειρώθηκε και οργάνωσε µια πρωτοφανή και ταχύτατη εξοπλιστική “συνδροµή” στην Ουκρανία. Με τα λόγια του Μακρόν: “η ρωσική εισβολή, επανέφερε τη στρατηγική σαφήνεια στον ευρωατλαντισµό”. Ταυτόχρονα, µε διαδικασίες εξπρές, η Σουηδία και η Φινλανδία προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή στρατηγική της “ουδετερότητας” αλλά και δηµιουργώντας ένα εξαιρετικά επικίνδυνο “σηµείο επαφής” στα σύνορα Ρωσίας-Φινλανδίας. Ο ραγδαίος εξοπλισµός του ουκρανικού στρατού µε σύγχρονα νατοϊκά όπλα αντανακλάστηκε σύντοµα στο πεδίο των µαχών. Από το καλοκαίρι του ’22 και την ουκρανική αντεπίθεση, οι ρωσικές δυνάµεις έχουν αναδιπλωθεί στην ανατολική Ουκρανία, δίνοντας µάχες για να κατοχυρώσουν την κατοχή της περιφέρειας του Ντονµπάς, που το 2022 έµοιαζε σαν αυτονόητα εύκολος στόχος. Αυτή η ισχυρότατη ευρωατλαντική εµπλοκή έχει δώσει πλέον στον πόλεµο τον χαρακτήρα της “δι’ αντιπροσώπων” σύγκρουσης µεταξύ ευρωατλαντισµού και Ρωσίας, για τον έλεγχο της Ουκρανίας αλλά και της ευρύτερης γύρω της περιφέρειας.
Στο πεδίο της οικονοµίας οι συνέπειες είναι εξίσου καθοριστικές.
Η ΕΕ για να υποστηρίξει το στρατιωτικό ρόλο που έχει αναλάβει -και περισσότερο σε συνθήκες “στρατηγικής αυτονοµίας” απέναντι στις ΗΠΑ- έχει πάρει τις υπεραντιδραστικές αποφάσεις του Rearm Europe. Τα χρόνια που έρχονται θα είναι µεγάλη δοκιµασία για τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώµατα σε όλες τις χώρες-µέλη. Στη Ρωσία, η οικονοµία άντεξε τις δυτικές “κυρώσεις”, αλλά µε µεγάλο κόστος. Εξακολουθεί να µπορεί να εξάγει υδρογονάνθρακες και πρώτες ύλες, κυρίως προς την Κίνα και την Ινδία, αλλά σε τιµές κάτω του 50% απ’ ό,τι πετύχαινε στις ευρωπαϊκές αγορές πριν το 2022. Το κόστος ασφαλώς δεν πληρώνουν οι “ολιγάρχες” αλλά οι εργατικές και λαϊκές µάζες µε τη διαρκή επιδείνωση των όρων της ζωής τους. Η Κίνα, έχοντας επίγνωση των κινδύνων, κρατά “άψογη” στάση στο Ουκρανικό, υποστηρίζοντας κυρίως τα δικά της συµφέροντα και επιδιώκοντας µια “επιστροφή” στις διαδικασίες της οµαλής διεθνούς καπιταλιστικής παγκοσµιοποίησης.
Σε αυτό το σκηνικό δεν µπορεί να υπάρχει καµιά αυταπάτη για τις “διαπραγµατεύσεις” που πυροδοτεί ο Τραµπ. Γιατί αδιαφορούν πλήρως για τα αυθεντικά συµφέροντα των απλών ανθρώπων που “πληρώνουν το µάρµαρο” του πολέµου στην Ουκρανία και στη Ρωσία. Γιατί συνδυάζονται µε φιλοπόλεµος πολιτικές αλλού: είτε στην προοπτική ανάσχεσης της Κίνας, είτε στη Μέση Ανατολή κ.ο.κ. Γιατί, πάντα, µπορούν να αντιστραφούν αιφνίδια σε µια πολιτική άγριας κλιµάκωσης στην Ουκρανία.
Το εργατικό και λαϊκό κίνηµα, και κυρίως η Αριστερά, οφείλουν µέσα σε αυτήν την κατάσταση να θυµηθούν τις λαµπρότερες αντιπολεµικές παραδόσεις µας. Που σηµαίνει την πλήρη ανεξαρτησίας απέναντι σε όλες ανεξαρτήτωας τις αντιµαχόµενες πτέρυγες του σύγχρονου ιµπεριαλισµού. Που σηµαίνει, ταυτόχρονα, µια και ζούµε σε µια χώρα που “ανήκει στη Δύση”, την απόλυτη προτεραιότητα στην “αντιµετώπιση του εχθρού µέσα στην ίδια µας τη χώρα”: την προτεραιότητα της αντίστασης ενάντια στο ΝΑΤΟ, ενάντια στην ΕΕ, ενάντια στους ντόπιους καπιταλιστές. Που σηµαίνει, τελικά, την απόλυτη επικαιρότητα και αδιάσπαστη ενότητα της αντιπολεµικής δράσης, της αντιιµπεριαλιστικής πολιτικής, της αντικαπιταλιστικής στρατηγικής.
https://rproject.gr/article/meta-4-hronia-o-poleuos-stin-oykrania









Σχόλια (0)