Το σκάνδαλο των υποκλοπών, ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της περιόδου Μητσοτάκη, επανέρχεται µε ορµή στο προσκήνιο, στοιχειώνοντας το πολιτικό σκηνικό και θέτοντας την κυβέρνηση ενώπιον αµείλικτων ερωτηµάτων.
Παρά τις προσπάθειες υποβάθµισης του θέµατος, οι πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις και η καταδίκη συγκεκριµένων προσώπων αποδεικνύουν ότι η υπόθεση κάθε άλλο παρά έχει κλείσει. Ειδικά, από τη στιγµή που η δικογραφία διαβιβάστηκε για περαιτέρω έρευνα ποινικών ευθυνών και άλλων εµπλεκόµενων.
Σπύρος Αντωνίου
Η απόφαση του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου της Αθήνας, που επέβαλε βαριές ποινές στους κατηγορουµένους Γιάννη Λαβράνο, Φέλιξ Μπίτζιο, Ταλ Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάµου, ήταν µια σηµαντική νίκη για τις ατοµικές και δηµοκρατικές ελευθερίες.
Όπως τόνισε ο εισαγγελικός λειτουργός, «το µέγεθος των εγκαταστάσεων, η στράτευση αγνώστων ατόµων, η εµπλοκή µυστικών υπηρεσιών µε σαφή γνώση του παράνοµου υλικού, η δυνατότητα αποθήκευσης δεδοµένων, που ακόµα και τώρα δεν ξέρουµε πού και πότε θα χρησιµοποιηθούν, σε συνδυασµό µε το γεγονός ότι η εταιρεία Intellexa συνέχισε τη δραστηριότητά της και µετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των τηλεφωνικών υποκλοπών, προφανώς µε σκοπό το κέρδος, αποκλείει τη δυνατότητα αναγνώρισης ελαφρυντικών».
Εδώ θα πρέπει να σηµειώσουµε τη συµβολή σε αυτή την εξέλιξη, αρκετών δηµοσιογράφων, που έσωσαν την τιµή της ερευνητικής δηµοσιογραφίας, επιµένοντας να ψάχνουν την υπόθεση. Μαζί τους και λίγα θύµατα του παράνοµου λογισµικού. Γιατί η πλειοψηφία των θυµάτων δεν έκαναν µηνύσεις, αποδεχόµενοι µε πρωτοφανή αναξιοπρέπεια, την παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής.
Για καιρό, το κυβερνητικό στρατόπεδο προσπάθησε να οχυρωθεί πίσω από τη θεωρία ότι οι παρακολουθήσεις µέσω του Predator ήταν έργο µεµονωµένων ιδιωτών που έδρασαν αυτόνοµα. Στην ίδια γραµµή και ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, που δεν είδε καµία πολιτική ευθύνη και υποστήριξε ότι υπήρχαν ευθύνες (σε βαθµό πληµµελήµατος) µόνο των τεσσάρων επιχειρηµατιών που τελικά καταδικάστηκαν. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να πιστέψει κανείς πως οι τέσσερις κατηγορούµενοι είχαν στήσει όλο αυτό το δίκτυο για λόγους «περιέργειας». Είναι αδύνατον ένα τόσο εκτεταµένο δίκτυο παρακολουθήσεων, που στόχευε υπουργούς, αρχηγούς στρατεύµατος, δηµοσιογράφους και πολιτικούς αντιπάλους, να λειτουργούσε χωρίς συντονισµό µε τους κατασταλτικούς µηχανισµούς και το Μαξίµου.
Το ερώτηµα που παραµένει µετέωρο είναι γιατί το Δηµόσιο δεν στράφηκε εξαρχής εναντίον αυτών των ιδιωτών, αν όντως επρόκειτο για µια «εξωτερική» επίθεση, διεκδικώντας αποζηµιώσεις. Η απάντηση φαίνεται να κρύβεται στην υπόγεια διασύνδεση των παράνοµων λογισµικών µε τις επίσηµες επισυνδέσεις της ΕΥΠ, δηµιουργώντας έναν ενιαίο µηχανισµό ελέγχου και εκβιασµών ανάµεσα σε πρόσωπα της πολιτικής και οικονοµικής ελίτ.
Υποκρισία
Με το σκάνδαλο των υποκλοπών η κυβερνητική υποκρισία χτύπησε ξανά «κόκκινο». Πέρα από το τετριµµένο µότο που µιλά για «εµπιστοσύνη στη δικαιοσύνη», η κυβερνητική παράταξη επιλέγει την αφωνία όταν τα στοιχεία αγγίζουν τον στενό πυρήνα της εξουσίας της.
Πριν από λίγο καιρό, µε την περίπτωση του στρατιωτικού που κατηγορείται ότι έκανε κατασκοπεία για λογαριασµό της Κίνας, βγαίναν οι διάφοροι αυλικοί της ΝΔ και υπερτόνιζαν πόσο καλά προστατεύεται η χώρα από την κυβερνητική «επαγρύπνηση». Τώρα που αποδεδειγµένα πλέον, επί τουλάχιστον 3 χρόνια ισραηλινά στελέχη της Intellexa υπέκλεπταν στοιχεία υπουργών και άλλων αξιωµατούχων δεν υπάρχει ούτε κατασκοπεία…ούτε ζηµιά. Είναι και αυτή η στρατηγική συµµαχία µε τον εγκληµατία πολέµου Νετανιάχου βλέπεις.
Η απαίτηση για τελική απόδοση δικαιοσύνης δεν αφορά µόνο τους φυσικούς αυτουργούς, αλλά και τους ηθικούς αυτουργούς, τους πολιτικούς εντολοδόχους µε πρωταγωνιστικό το ρόλο Δηµητριάδη, πρώην Γενικού Γραµµατέα της κυβέρνησης και ανιψιό του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο άνθρωπος που ασκούσε την εποπτεία της ΕΥΠ και παράλληλα έκανε µπίζνες και κουµπαριές µε τους καταδικασµένους επιχειρηµατίες.
Ένα από τα πιο εύλογα ερωτήµατα που προκύπτουν είναι το ποιος έχει σήµερα στα χέρια του το υλικό των υποκλοπών. Το προϊόν των παρακολουθήσεων αποτελεί ένα τεράστιο αρχείο προσωπικών δεδοµένων και ευαίσθητων πληροφοριών που µπορεί να χρησιµοποιηθεί για πολιτικούς ή επιχειρηµατικούς εκβιασµούς.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών έρχεται να συναντηθεί µε το έγκληµα των Τεµπών και το φαγοπότι του ΟΠΕΚΕΠΕ, δηµιουργώντας ένα εκρηκτικό κοκτέιλ απαξίωσης για την κυβέρνηση. Και στις τρεις περιπτώσεις, η κοινωνία εισπράττει µια αίσθηση συγκάλυψης και έλλειψης ανάληψης πραγµατικής ευθύνης. Η καταδίκη των ενόχων στην υπόθεση των υποκλοπών είναι ένα βήµα, αλλά θα παραµείνει µισό όσο δεν φωτίζεται η πλήρης διαδροµή του χρήµατος και των εντολών που συνέδεσαν το Predator µε την κρατική µηχανή.
Κυρίως όσο δεν καταργείται όλο το νοµοθετικό πλέγµα που επιτρέπει χιλιάδες παρακολουθήσεις και περιστατικά κρατικού ή ιδιωτικού χαφιεδισµού, µε θύµατα και ανθρώπους των κινηµάτων, της Αριστεράς, συνδικαλιστές, ακτιβιστές κλπ. Μέχρι το οριστικό ξήλωµα του «βαθέως κράτους».
https://rproject.gr/article/i-ora-tis-alitheias-gia-tis-ypoklopes









Σχόλια (0)