Με ποιον θα κατέβουμε στις εκλογές; // του Κώστα Καλλωνιάτη

Με ποιον θα κατέβουμε στις εκλογές; // του Κώστα Καλλωνιάτη

  • |

Με τις εκλογές να απέχουν λιγότερο από επτά μήνες, φαίνεται λογικό τα κόμματα της Αριστεράς να τα απασχολεί το ερώτημα «με ποιες δυνάμεις μπορούμε να φτιάξουμε ένα εκλογικό σχήμα;». Προφανής στόχος η εκδίωξη της κυβέρνησης Μητσοτάκη ή τουλάχιστον μια ικανοποιητική εκπροσώπηση στη Βουλή. Με τον τρόπο αυτόν, ωστόσο, είναι φανερό πως η Αριστερά, και ειδικά η ριζοσπαστική Αριστερά, έχει ήδη αποδεχτεί, έστω ασυνείδητα, ότι το βασικό πεδίο της πολιτικής της είναι η συνένωση υπαρχόντων κομματικών μηχανισμών.

Βεβαίως, δεν είναι λάθος η ριζοσπαστική Αριστερά να κάνει εκλογικές συμφωνίες όταν το επιβάλλουν συγκεκριμένοι συσχετισμοί. Είναι, όμως, λάθος να κάνει την εκλογική συμμαχία το βασικό πλαίσιο μέσα από το οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική της συγκρότηση. Γιατί, αν ο πραγματικός στόχος είναι η αλλαγή της αντιλαϊκής πολιτικής κι όχι της κυβέρνησης, τότε η εκλογική συνεργασία οφείλει να είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής και κοινωνικής διαδικασίας, όχι η αφετηρία της. Και συγκεκριμένα μιας διαδικασίας που οργανώνει και συγκροτεί ταξικά το κοινωνικό υποκείμενο που θα στηρίξει την υλοποίηση της αριστερής πολιτικής χωρίς το οποίο αυτή δεν είναι βιώσιμη.

Αντί, λοιπόν, για το ερώτημα του τίτλου του άρθρου, την Αριστερά θα έπρεπε να την απασχολούν: Ποια κοινωνική δύναμη θέλουμε να συγκροτήσουμε; Ποια κοινωνικά στρώματα θέλουμε να οργανώσουμε; Ποια κοινωνική σύγκρουση μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς; Και, τέλος, ποια πολιτική μορφή χρειάζεται αυτή η διαδικασία;

Το κοινωνικό υποκείμενο συγκροτείται αλλού, όχι στην κάλπη

Και ενώ είναι αλήθεια πως η εκλογική συμμαχία μπορεί να ενώνει κόμματα, εντούτοις δεν συγκροτεί κατ’ ανάγκη κοινωνική δύναμη. Γιατί το κοινωνικό υποκείμενο δεν συγκροτείται στην κάλπη. Συγκροτείται μέσα από απεργίες, εργατικά σωματεία, αγώνες για μισθούς, κατοικία, δημόσια αγαθά, οικολογικές συγκρούσεις, αντιπολεμικά κινήματα, κοινωνικά κινήματα, μορφές αυτοοργάνωσης και συλλογικής δράσης.

Η κάλπη μετράει έναν συσχετισμό πολιτικών προτιμήσεων. Δεν δημιουργεί ταξικό συσχετισμό. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, γιατί η πραγματική πολιτική επιρροή της Αριστεράς είναι μικρότερη από το εκλογικό της ποσοστό, καθόσον είναι ανεπαρκώς συνδεδεμένη με τους κοινωνικούς αγώνες και υπάρχει μεγάλη εκλογική αποχή. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2010-2012 είναι χαρακτηριστική: η εκλογική του άνοδος συνδέθηκε με την αντιμνημονιακή κοινωνική κινητοποίηση στην οποία συμμετείχε ενεργά.

Το πρόβλημα είναι ότι η εκλογική λογική αντιστρέφει τη σχέση μέσου και σκοπού. Ενώ η μαρξιστική λογική τονίζει ότι ο κοινωνικός αγώνας οδηγεί στην πολιτική συγκρότηση, στην αλλαγή συσχετισμών και τελικά στην εκλογική έκφραση, η εκλογικοκεντρική λογική την αντιστρέφει, θεωρώντας την εκλογική συμμαχία προαπαιτούμενο της κυβερνητικής αλλαγής και των όποιων κοινωνικών αλλαγών.

Αυτό μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την κοινωνική εξουσία στην κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση. Και τότε εμφανίζεται ένας φαύλος κύκλος: «Για να είμαστε εκλογικά ισχυροί πρέπει να ενωθούμε», αλλά «για να ενωθούμε πρέπει να περιορίσουμε τις διαφορές μας» και «για να απευθυνθούμε σε ευρύτερο ακροατήριο πρέπει να μετριάσουμε τις πιο ριζοσπαστικές θέσεις», καταλήγοντας στο «για να είμαστε κυβερνητικά αξιόπιστοι πρέπει να κινηθούμε μέσα στα όρια του εφικτού». Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός σταδιακής αποριζοσπαστικοποίησης χωρίς να χρειαστεί κανείς να δηλώσει ότι εγκαταλείπει τον ριζοσπαστισμό.

Ενότητα δεν σημαίνει εκλογική συγκόλληση

Αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα που πρέπει να προσέξει η ριζοσπαστική Αριστερά όταν συζητά την «ενότητα». Γιατί «ενότητα» δεν σημαίνει απαραίτητα εκλογική συγκόλληση. Αν η Αριστερά σκέφτεται έτσι την ενότητα, τότε παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αντίληψη όπου η κοινωνία είναι το εκλογικό ακροατήριο των οργανώσεων.

Η αντίστροφη αντίληψη καθιστά τις οργανώσεις εργαλεία μιας κοινωνικής και πολιτικής διαδικασίας.

Αυτό σημαίνει πως το κόμμα δεν πρέπει να σκέφτεται «πώς θα αποκτήσουμε περισσότερους ψηφοφόρους», αλλά «πώς οι άνθρωποι που υφίστανται τις ίδιες κοινωνικές σχέσεις μπορούν να αποκτήσουν συλλογική δύναμη και πολιτική έκφραση». Για τον Γκράμσι η ηγεμονία δεν είναι απλώς εκλογική πλειοψηφία. Συνδέεται με την ικανότητα μιας κοινωνικής δύναμης να οργανώνει συναίνεση, ιδέες, οργανώσεις και πρακτικές στην κοινωνία των πολιτών.

Επιπλέον, η «ενότητα από τα πάνω» συγκαλύπτει τις πραγματικές διαφορές. Γιατί ακόμη κι αν κάποιες οργανώσεις συναινούν να κατέβουν μαζί συμφωνώντας κατά της κυβέρνησης, υπέρ της ειρήνης, υπέρ υψηλότερων μισθών, κατά των ιδιωτικοποιήσεων, το ζήτημα είναι τι γίνεται όταν φτάσουμε στα βαθύτερα στρατηγικά ερωτήματα όπως: Ποιος αποφασίζει τις επενδύσεις; Ποιος ελέγχει τις τράπεζες; Ποιος αποφασίζει τι και πώς παράγεται; Πώς μεταφέρεται η εξουσία από το κεφάλαιο στην εργασία; Πώς μεταβαίνουμε από μια καπιταλιστική οικονομία σε μια άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης; Όλοι συμφωνούν ότι «πρέπει να νικήσουμε τη Δεξιά». Αλλά δεν έχουν απαραίτητα συμφωνήσει τι κοινωνία θέλουν να οικοδομήσουν μετά.

 

https://epohi.gr/articles/me-poion-tha-katevoyme-stis-ekloges/

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.