Η πράσινη μετάβαση και η ατζέντα της προόδου

Η πράσινη μετάβαση και η ατζέντα της προόδου

  • |

Η αισθητή επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού και η αλματώδης ανάπτυξη της τηλεργασίας λόγω της κρίσης του COVID 19 αλλά και οι επαχθείς οικονομικές συνέπειες της έκρηξης της ενεργειακής κρίσης ως απόρροια των κυρώσεων της Ε.Ε. στη Ρωσία λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, επηρεάζοντας καταλυτικά την καθημερινότητα των πολιτών, οδήγησαν ακόμα και τους πλέον ανυποψίαστους στη συνειδητοποίηση της μετάβασης που συντελείται από το βιομηχανικό σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, την πράσινη οικονομία (οικονομία της γνώσης).

Χάρης Τοπαλίδης

Η συνειδητοποίηση είναι βίαιη και επώδυνη για τη μεγάλη πλειοψηφία της εργασίας και της επιχειρηματικότητας, όπως υποδηλώνει π.χ. η κοινωνική αποστασιοποίηση που συνεπάγεται η χρήση των νέων μέσων σε συνθήκες κοινωνικών περιορισμών, η διαρκής μείωση του εισοδήματος της εργασίας, η ενεργειακή φτώχια και η έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά και η παράλληλη περιστολή δημοκρατικών δικαιωμάτων (εκτόξευση του αυταρχισμού, υποβάθμιση Συνταγματικών ελευθεριών, δικαιωμάτων και θεσμικών λειτουργιών, μονοπωλιακή χειραγώγηση της δημόσιας σφαίρας επικοινωνίας από μια επιχειρηματική ελίτ).

Στις συνθήκες αυτές η στρατηγική σύμπλευση των κοινοβουλευτικών κομμάτων με προοπτική εξουσίας όλου του πολιτικού φάσματος, αλλά και μικρότερων, με την κυρίαρχη διεθνή ατζέντα της μετάβασης προς το νέο παραγωγικό μοντέλο, επιτείνει την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια του μέσου πολίτη. Διευκολύνεται έτσι η άκριτη χειραγώγησή του από υπερεθνικά σχεδιασμένες συντηρητικές πολιτικές διαχείρισής της – «μιας μεγάλης επανεκκίνησης» χωρίς κοινωνικές και εθνικές αναφορές ή από ακροδεξιές πολιτικές πλατφόρμες αντίδρασης σε αυτήν. Τούτο γιατί η διακομματική σύμπλευση έχει θολώσει την ουσιαστική διάκριση μεταξύ της συντηρητικής και προοδευτικής πολιτικής διαχείρισής της. Η πολιτική διάκριση έχει αντικατασταθεί από πολιτικά ψευδεπίγραφες και χειραγωγητικά πρόσφορες διαιρέσεις «προθύμων ή μη» να αποδεχθούν την κυρίαρχη ατζέντα της, του τύπου εκσυγχρονιστές-λαϊκιστές, ορθολογιστές-ψεκασμένοι, η επιβολή των οποίων στηρίζεται μάλιστα σε μια νεοπαγή πολιτική θέσπισης οικονομικών και κοινωνικών κινήτρων «συμμόρφωσης» και ποινών «ανυπακοής» που παραβιάζει κατάφωρα τα αστικοδημοκρατικά δικαιώματα. Η πολιτική αντικαθίσταται έτσι από την πολιτική ορθότητα και η πολιτική δράση από την αντιπαράθεση συμπεριφορών και στάσεων κοινωνικά «νομιμοποιημένων» ή μη («αντικοινωνικών» και «ανεύθυνων» κατά το αφήγημα νομιμοφροσύνης της κυρίαρχης ατζέντας), που χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ή μικρότερη κοινωνική ευαισθησία.

 

Η διάκριση της προοδευτικής από τη συντηρητική ατζέντα στη διαχείριση της πράσινης μετάβασης, εξαρτάται από την τοποθέτησή της στην αρχιτεκτονική της δομής του νέου παραγωγικού μοντέλου ως προς τα εξής διακυβεύματα πολιτικής: (α) τη διάρθρωση των συσχετισμών μεταξύ των παραγωγικών συντελεστών (κεφάλαιο, εργασία, φυσικοί πόροι, τεχνολογία), όσον αφορά τη συμβολή τους στην παραγωγική διαδικασία (οι αντίστοιχες ισορροπίες του βιομηχανικού παραγωγικού μοντέλου είναι ένα μέτρο σύγκρισης) και (β) τη συμμετρικότητα ή μη του προγραμματικού προσανατολισμού του στην αντιμετώπιση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών πιέσεων στην ανάπτυξη. Το θεμελιώδες κριτήριο για την αξιολόγηση της συντηρητικής ή προοδευτικής κατεύθυνσής της σε αυτό το πλαίσιο είναι η διαχείριση των ισορροπιών κεφαλαίου-εργασίας και τεχνολογίας-φυσικών πόρων που υιοθετεί καθώς και του ισοζυγίου κοινωνικής και περιβαλλοντικής πίεσης που υπηρετεί. Η διαχείριση αυτών των ισορροπιών καθορίζει τον πολιτικό προσανατολισμό της: προς μια εκθετική ανάπτυξη, που είναι όμως εύθραυστη και άνιση (για μια ελίτ), διαλύει την κοινωνική συνοχή και οδηγεί σε μια ολιγαρχική δημοκρατία τύπου Κίνας ή προς μια συγκρατημένη ανάπτυξη, που είναι όμως ανθεκτική, συμπεριληπτική και βιώσιμη και οδηγεί σε μια συμμετοχική δημοκρατία που αξιοποιεί την αμεσότητα των νέων μέσων επικοινωνίας.

Η αρχιτεκτονική του νέου παραγωγικού μοντέλου

Το νέο παραγωγικό μοντέλο είναι μια νέα ριζοσπαστικά καινοτομική πρακτική παραγωγής έντασης γνώσης πιο προηγμένη από τη βιομηχανική. Η στήριξή του στις τεχνολογίες της 4ης Βιομηχανικής επανάστασης  υπόσχεται την προώθηση της μεγέθυνσης και της παραγωγικότητας πέρα από κάθε προηγούμενο (τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης) με την ταυτόχρονη μείωση της εξάρτησης της παραγωγικής διαδικασίας από τους μη ανανεώσιμους φυσικούς πόρους – π.χ. ορυκτά καύσιμα, πρώτες ύλες – αλλά και του περιβαλλοντικού της αποτυπώματος – π.χ. εκπομπές ρύπων (τεχνολογίες βελτίωσης της αποδοτικότητας των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων).

 

Καθώς οι νέες τεχνολογίες είναι πολύ μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου από τις βιομηχανικές τεχνολογίες αποταμίευσης εργασίας (απαιτούνται συγκριτικά περισσότερα κεφάλαια και λιγότερη εργασία για την παραγωγική λειτουργία τους) η μορφή (το περιεχόμενο) του κεφαλαίου αλλάζει. Το άϋλο τμήμα του (περιέχει μικρότερη από το υλικό ή μηδαμινή ποσότητα φυσικών πόρων) αναβαθμίζεται έναντι του φυσικού (υλικού). Έτσι η παραγωγή των υλικών αγαθών χαρακτηρίζεται τώρα, αφενός, από μεγαλύτερο κόστος κεφαλαίου (το άϋλο κεφάλαιο είναι πιο ακριβό από το υλικό) και, αφετέρου, από μικρότερη εισροή φυσικών πόρων. Συνολικά, η παραγωγική διαδικασία αλλάζει: το επίπεδο της έντασης κεφαλαίου (ο λόγος κεφαλαίου προς εργασία) αυξάνεται ριζικά, ενώ η ένταση φυσικών πόρων (ο λόγος φυσικών πόρων προς ένταση κεφαλαίου) μειώνεται ουσιαστικά.

 

Τι σημαίνουν αυτές οι αλλαγές για τη διάρθρωση των συσχετισμών μεταξύ των παραγωγικών συντελεστών στο νέο παραγωγικό μοντέλο; Ότι αλλάζει ριζικά η συγκριτική συμβολή τους στην παραγωγική διαδικασία και επέρχεται μια νέα ιεράρχηση παραγωγικών ρόλων μεταξύ τους: η πράσινη οικονομία προϋποθέτει τη διαρκή αύξηση της έντασης κεφαλαίου της παραγωγικής διαδικασίας, αλματώδη σε σχέση με τη βιομηχανική, με την διαρκή υιοθέτηση νέας τεχνολογικής γνώσης, δηλαδή απαιτούνται διαρκώς περισσότερα κεφάλαια και τεχνολογική γνώση και διαρκώς λιγότερη εργασία και φυσικοί πόροι. Ο ρόλος του κεφαλαίου και της τεχνολογίας αναβαθμίζεται έτσι θεαματικά ενώ ο ρόλος της εργασίας και των φυσικών πόρων υποβαθμίζεται δραματικά. Τι σημαίνει αυτή η αναδιάρθρωση ρόλων για τις Εθνικές οικονομίες και για τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας; Για τις πρώτες, ότι η ισορροπία κεφαλαίου – εργασίας που επιτεύχθηκε μεταπολεμικά στο πλαίσιο του βιομηχανικού παραγωγικού μοντέλου και οδήγησε στη μεγαλύτερη περίοδο ευημερίας και ισχυρής δημοκρατίας στην Ευρώπη ανατρέπεται ριζικά υπέρ του κεφαλαίου. Για τον δεύτερο, ότι η ισορροπία που επιτεύχθηκε μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομιών της Δύσης (συγκριτικό πλεονέκτημα σε κεφάλαια, τεχνολογική γνώση) και των αναπτυσσόμενων (εργασία, φυσικοί πόροι), όπως αποτυπώνεται στα παγκόσμια υποδείγματα παραγωγής και εμπορίου, ανατρέπεται οριστικά υπέρ των πρώτων.

Η ανάπτυξη και η ασύμμετρη αντιμετώπιση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών πιέσεων

Η υιοθέτηση του νέου παραγωγικού μοντέλου εισάγει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που συνιστά την ανταπόκριση των αναπτυγμένων οικονομιών της Δύσης στο πρόβλημα της προσέγγισης των περιβαλλοντικών ορίων (των ορίων της φέρουσας χωρητικότητας του πλανήτη) που εκδηλώθηκε με την κλιματική κρίση και δημιουργήθηκε από την εκβιομηχάνιση, εγείροντας απειλές στην οικονομική μεγέθυνση και στο βιοτικό επίπεδο. Με την έννοια αυτή είναι προγραμματικά προσανατολισμένο στην αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής πίεσης ως μείζονος απειλής στην ανάπτυξη. Αντιμετωπίζει συμμετρικά και την κοινωνική πίεση (π.χ. την μεγάλη κοινωνική ανισότητα) ως ενδεχόμενη απειλή στην ανάπτυξη; Όπως διαπιστώνεται από την αρχιτεκτονική του, το κύριο εργαλείο που προκρίνεται από την οικονομική πολιτική για την παραγωγική υπέρβαση της περιβαλλοντικής κρίσης, είναι αποκλειστικά η προσφυγή στην τεχνολογική πρόοδο, δηλαδή η προσφυγή σε μια νέα δέσμη πολιτικών ανάπτυξης ακόμη μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου, ενώ τίθενται εκτός ατζέντας οι περιβαλλοντικές πολιτικές έντασης εργασίας – όπως π.χ. η γενικευμένη ανακύκλωση φυσικών πόρων. Αυτή η στρατηγική πολιτική επιλογή για την υπέρβαση των περιβαλλοντικών απειλών στην ανάπτυξη προοιωνίζεται τη μετάθεση της έντασης των πιέσεων στην πορεία της, από το περιβάλλον στις κοινωνίες. Ειδικότερα η διαρκής συσσώρευση τεχνολογικής γνώσης για την προώθηση της πράσινης μετάβασης, απαιτώντας τη διαρκή αύξηση της έντασης κεφαλαίου της παραγωγικής διαδικασίας, προϋποθέτει τη διαρκή αποδέσμευση από αυτήν ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού. Η υποβάθμιση της εργασίας αφορά τόσο στις διαθέσιμες θέσεις απασχόλησης όσο και στο εισοδηματικό μερίδιο της στο ΑΕΠ. Καθώς η εκβιομηχάνιση με την έννοια της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής δεν συνιστά πλέον αποτελεσματική στρατηγική ανάπτυξης, η κλασσική προσέγγιση για την απασχόληση, δηλαδή η μετακίνηση εργασίας και πόρων από τους λιγότερο παραγωγικούς στους πιο παραγωγικούς τομείς (στη βιομηχανία), δεν αποδίδει. Έτσι η αντιμετώπιση του περιβαλλοντικής κρίσης με βάση την κυρίαρχη ατζέντα της μετάβασης οδηγεί στην οικονομική και κοινωνική περιθωριοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Εμβληματικό παράδειγμα της συσχέτισης της περιβαλλοντικής πολιτικής με την οικονομική υποβάθμιση της θέσης της εργασίας, είναι το κίνημα των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία. Εκδηλώθηκε κυρίως ως αντίδραση στις οικονομικές συνέπειες που είχε στα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα η πολιτική αύξησης της φορολόγησης της ενέργειας για περιβαλλοντικούς λόγους (με στόχο τη μείωση της κατανάλωσής της). Ας σημειωθούν εν προκειμένω: (α) το νέο παραγωγικό μοντέλο χρειάζεται ακόμη περισσότερη ενέργεια από το βιομηχανικό, λόγω της στρατηγικής αναβάθμισης του κεφαλαίου έναντι της εργασίας σε αυτό. Καθώς η εργασία με τις νέες τεχνολογίες υποκαθίσταται με ακόμη μεγαλύτερους ρυθμούς, η πράσινη οικονομία θα απαιτεί ολοένα περισσότερη ενέργεια από τη βιομηχανική (η παραγωγική ενέργεια που παρείχε η εργασία αντικαθίσταται σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια που καταναλώνουν οι μηχανές) (β) Η συγκεκριμένη γαλλική πολιτική υποδηλώνει έκδηλα ποιος θα σηκώσει το βάρος της περιβαλλοντικής πολιτικής: η πλευρά της ζήτησης και όχι της προσφοράς.

 

Συμπερασματικά, η κυρίαρχη ατζέντα της πράσινης μετάβασης αδυνατεί δομικά να αντιμετωπίσει συμμετρικά τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές πιέσεις στην ανάπτυξη. Δεν διαθέτει εργαλεία (πολιτικές) για την αντιμετώπιση της κοινωνικής πίεσης. Εντούτοις ούτε και τις περιβαλλοντικές πιέσεις αντιμετωπίζει μακροπρόθεσμα αποτελεσματικά γιατί: (α) η χρήση των νέων τεχνολογιών βελτίωσης της αποδοτικότητας των φυσικών πόρων επιδρά ως μπούμεραγκ (rebound effect) στην κατανάλωσή τους στη συνολική παραγωγή μακροπρόθεσμα, καθώς οδηγεί στη χρήση συνολικά περισσότερων φυσικών πόρων, ενώ ταυτόχρονα ανά μονάδα παραγωγικής εκροής  χρησιμοποιούνται λιγότεροι φυσικοί πόροι. Αυτό συμβαίνει γιατί οι νέες τεχνολογίες διευκολύνουν την παραγωγή περισσότερων εκροών γρηγορότερα από το ρυθμό αποταμίευσης της χρήσης φυσικών πόρων ανά μονάδα εκροής. Κατά συνέπεια οδηγούν στην αναζωπύρωση των περιβαλλοντικών πιέσεων. (β) οι επενδύσεις κεφαλαίου για τη διαρκή παραγωγή τεχνολογικής γνώσης, που απαιτεί η μετάβαση, δεν μπορούν να αυξάνονται απεριόριστα γιατί δεν μπορούν να ξεπερνούν μακροπρόθεσμα την αύξηση του ΑΕΠ.

Η πολιτικός σχεδιασμός του νέου παραγωγικού μοντέλου
Όπως προκύπτει από την αρχιτεκτονική και τον προσανατολισμό του, το νέο παραγωγικό μοντέλο δεν είναι καρπός μιας αιφνίδιας ευαισθητοποίησης για τις περιβαλλοντικές συνέπειες της βιομηχανικής οικονομίας αλλά της αναγκαιότητας ανασυγκρότησης της παραγωγικής διαδικασίας στο πλαίσιο της 4ης Βιομηχανικής επανάστασης. Ειδικότερα, ο σχεδιασμός της δομής του θα πρέπει να αναζητηθεί στις παραγωγικές και γεωπολιτικές αναγκαιότητες της Δύσης στις συνθήκες της φιλελεύθερης ηγεμονίας μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και όχι στις οικολογικές ευαισθησίες: την αντιμετώπιση της κρίσης της βιομηχανικής ανάπτυξης λόγω της περιβαλλοντικής κρίσης (α) με την ενίσχυση του κεφαλαιοκρατικού χαρακτήρα της ανάπτυξης και κατά συνέπεια του πολιτικού ρόλου του κεφαλαίου και (β) την επικράτησή της με αυτό τρόπο επί των ανταγωνιστών της που πλεονεκτούν σε εργασία και φυσικούς πόρους στη διεθνή γεωπολιτική και οικονομική σκακιέρα. Αποβλέπει δηλαδή, στη φιλελεύθερη ηγεμονία σε ένα μονοπολικό κόσμο.

 

Η σύγκρουση Ρωσίας – Δύσης και η αδιαφορία συμβιβαστικής επίλυσής της αλλά και η σύσταση Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας της Ε.Ε. συνολικού προϋπολογισμού 8 δις. € (ετήσιας χρηματοδότησης ύψους 1 δις €), η ανάπτυξη ενός νέου προγράμματος για να καταστεί η Ε.Ε. κόμβος αμυντικής καινοτομίας ύψους 2 δις € καθώς και η διάθεση για τους τομείς Ασφάλειας και Άμυνας από το δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-2027 κονδυλίων ύψους 44 δις € (αύξηση 123%), δηλαδή σχεδιασμών που έχουν γίνει πριν από τον πόλεμο, υποδηλώνει εύγλωττα τη γεωπολιτική πτυχή του πολιτικού σχεδιασμού στον οποίο εντάσσεται η δομή του νέου παραγωγικού μοντέλου. Σε συνδυασμό με το χρηματοδοτικό πλαίσιο που αφορά στην εσωτερική ασφάλεια και στην επιτήρηση των συνόρων της Ε.Ε., αλλά και την αλματώδη αύξηση των αμυντικών δαπανών των χωρών του ΝΑΤΟ, καθίσταται σαφές ότι η έρευνα και η ανάπτυξη οπλικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας μετατοπίζεται στο επίκεντρο της οικονομίας. Άλλωστε η τεχνολογική έρευνα για τις πολεμικές ανάγκες ήταν ανέκαθεν, όπως αποδείχθηκε στους δυο παγκόσμιους πολέμους, ο καταλύτης για μεγάλη τεχνολογική πρόοδο και καινοτομία. Στο πλαίσιο αυτό, οι συνέπειες που έχουν στην κοινωνική ευημερία η στροφή της οικονομίας στην στρατιωτική καινοτομία αλλά και οι επιπτώσεις των πολεμικών κυρώσεων, προοιωνίζονται την πολεμική και την πράσινη οικονομία ως τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Η ατζέντα της προόδου
Όπως υποδηλώνουν οι τρέχουσες ιστορικές εξελίξεις – οικονομικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές – οι συνθήκες επιβάλλουν σήμερα την υιοθέτηση μιας προοδευτικής ατζέντας για τη ρύθμιση της δομής του νέου παραγωγικού μοντέλου για τη βιώσιμη αντιμετώπιση των μεγάλων κρίσεων που έχουν ανακύψει.

 

Στον πυρήνα αυτής της ρύθμισης βρίσκεται, όπως θα αναπτυχθεί στο Μέρος ΙΙ του άρθρου, η αναδιάρθρωση της δομής του, με την αποκατάσταση μιας νέας ισορροπίας στις σχέσεις κεφαλαίου – εργασίας και τεχνολογίας – φυσικών πόρων, με κριτήριο την αντιμετώπιση της  κλιματικής κρίσης και με πολιτικές έντασης εργασίας. Η ιστορική εμπειρία των συνεπειών της αποτυχίας της ρύθμισης με πολιτικά μέσα του βιομηχανικού παραγωγικού μοντέλου στην περίοδο του Μεσοπολέμου, οδήγησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και είναι ακόμα νωπή και  απευκταία η επανάληψή της.

.ethnos.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.