Η αντικαπιταλιστική Αριστερά και η «περιφρούρηση» των κινηµάτων

Η αντικαπιταλιστική Αριστερά και η «περιφρούρηση» των κινηµάτων

  • |

Η στρατιωτικοποίηση δεν ήταν και δεν είναι λύση

Η επί­θε­ση των «οµά­δων πε­ρι­φρού­ρη­σης» της ΑΡΑΣ στους αναρ­χι­κούς, κατά την επέ­τειο της εξέ­γερ­σης του Νο­έ­µβρη, δη­µιούρ­γη­σε µια σειρά οξυ­µέ­να πο­λι­τι­κά προ­βλή­µα­τα. Δι­καιο­λο­γη­µέ­να, η σχε­τι­κή συ­ζή­τη­ση συ­νε­χί­ζε­ται µέσα σε όλα σχε­δόν τα «µε­τω­πι­κά» σχή­µα­τα δρά­σης της ρι­ζο­σπα­στι­κής-αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς.

Η γυµνή και απρό­κλη­τη εν­δο­κι­νη­µα­τι­κή βία -ως µέσο επι­βο­λής πάνω σε άλλες από­ψεις και ρεύ­µα­τα µέσα στο κί­νη­µα- όπως και η ανά­πτυ­ξη µη­χα­νι­σµών δια­θέ­σι­µων για κλι­µα­κού­µε­νη εν­δο­κι­νη­µα­τι­κή βία -ως µέσο για τη µε­γέ­θυν­ση µιας ορ­γά­νω­σης και την ανα­πα­ρα­γω­γή της- είναι ιδέες και πρα­κτι­κές ξένες µε το ιδε­ο­λο­γι­κό και πο­λι­τι­κό υπό­βα­θρο της µαρ­ξι­στι­κής Αρι­στε­ράς. Όµως εµφα­νί­ζο­νται κατά και­ρούς µέσα σε κά­ποια τµή­µα­τα ως συ­νέ­χεια, τάχα, της ανά­γκης πε­ρι­φρού­ρη­σης του κι­νή­µα­τος απέ­να­ντι στα χτυ­πή­µα­τα του κρά­τους και των τα­ξι­κών αντι­πά­λων µας.

Αντώνης Νταβανέλος

Οι δια­δη­λώ­σεις µας -και αυτό αφορά τµή­µα­τα πλα­τύ­τε­ρα της ΑΡΑΣ- παίρ­νουν συχνά «χρώ­µα­τα» στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης και «µα­τσί­λας» που είναι άσχε­τα µε τα πρα­γµα­τι­κά κα­θή­κο­ντα πε­ρι­φρού­ρη­σης. Οι πρώ­τες γρα­µµές που συ­γκρο­τού­νται κυ­ρί­ως από σω­µα­τώ­δεις άν­δρες συ­ντρό­φους, τα πα­λού­κια που πα­ρι­στά­νουν τις κόκ­κι­νες ση­µαί­ες, τα κράνη και τα ενι­σχυ­µέ­να τζά­κετ µο­το­συ­κλέ­τας κ.ο.κ. έχουν γίνει δη­µο­φι­λής και συ­νή­θης πρα­κτι­κή, ως ση­µά­δια µιας δήθεν πρό­θε­σης ή ετοι­µό­τη­τας για κλι­µά­κω­ση της αντι­πα­ρά­θε­σης.

Όµως η κλι­µά­κω­ση της αντι­πα­ρά­θε­σης του κι­νή­µα­τος µε τους πρα­γµα­τι­κούς αντι­πά­λους του, ου­δέ­πο­τε συν­δέ­ο­νταν -και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ταυ­τί­ζο­νταν- µε το επί­πε­δο ανά­πτυ­ξης στο εσω­τε­ρι­κό του κά­ποιων «ει­δι­κών απο­σπα­σµά­των», που προ­ε­τοι­µά­ζο­νται, λέει, για να αντι­µε­τω­πί­σουν απο­τε­λε­σµα­τι­κά τους σι­δη­ρό­φρα­κτους κα­τα­σταλ­τι­κούς µη­χα­νι­σµούς του κρά­τους.

Στην εξέ­γερ­ση του Νο­έ­µβρη του 1973 το µόνο δια­θέ­σι­µο «όπλο» των δια­δη­λω­τών και των κα­τα­λη­ψιών, ήταν τα νε­ρά­τζια από τον κήπο του Πο­λυ­τε­χνεί­ου και τα πε­ζο­δρό­µια της Πα­τη­σί­ων, αλλά αυτό δεν εµπό­δι­σε κα­θό­λου µια απο­φα­σι­στι­κή κλι­µά­κω­ση ιστο­ρι­κών δια­στά­σε­ων. Στη µακρά Με­τα­πο­λί­τευ­ση που ακο­λού­θη­σε, οι ερ­γα­ζό­µε­νοι και η νε­ο­λαία έτρε­ψαν συχνά σε άτα­κτη φυγή τις ορδές της κα­ρα­µαν­λι­κής Αστυ­νο­µί­ας, µε γυµνά χέρια. Οι δυ­να­τό­τη­τες του κι­νή­µα­τος κάθε φορά εκ­κι­νούν από τους µε­γά­λους αρι­θµούς των κι­νη­το­ποιού­µε­νων µαζών, από την κοι­νω­νι­κή διεισ­δυ­τι­κό­τη­τα των στό­χων του, από την κα­θα­ρό­τη­τα του πο­λι­τι­κού σχε­δί­ου µέσα στο οποίο εντάσ­σε­ται η δράση. Συ­νή­θως σε αυτά τα πεδία εδρά­ζο­νται και οι αδυ­να­µί­ες µας, που συχνά κρί­νουν την έκ­βα­ση των αγώ­νων. Όποιος υπο­κα­θι­στά αυτά τα κα­θο­ρι­στι­κά ζη­τή­µα­τα µε την «τε­χνι­κή προ­ε­τοι­µα­σία» των συ­γκρού­σε­ων και την ανά­πτυ­ξη «ει­δι­κών απο­σπα­σµά­των», παίρ­νει επι­κίν­δυ­νο δρόµο. Η «υπέρ­βα­ση» της ΑΡΑΣ, που επέ­λε­ξε να στρέ­ψει τις επι­τρο­πές πε­ρι­φρού­ρη­σης κατά των αναρ­χι­κών, πρέ­πει να γίνει αντι­λη­πτή ως µια γε­νι­κό­τε­ρη προει­δο­ποί­η­ση.

Η ιστο­ρία της διε­θνούς αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς, στην µετά το 1968 πε­ρί­ο­δο, συ­νη­γο­ρεί σε αυτήν την κα­τεύ­θυν­ση. Θε­ω­ρού­µε χρή­σι­µο να θυ­µί­σου­µε κά­ποια θε­τι­κά, αλλά και αρ­νη­τι­κά, πα­ρα­δεί­γµα­τα.

1969: Η εξέ­γερ­ση του Stonewall

Στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του 1960, παρά τη διε­θνή άνοδο του κι­νή­µα­τος και τον «άνεµο ελευ­θε­ρί­ας» που αυτό είχε εξα­πο­λύ­σει, η ζωή πα­ρέ­µε­νε σκλη­ρή για την «γκέι κοι­νό­τη­τα» (επί­τη­δες δια­τη­ρού­µε τον ξε­πε­ρα­σµέ­νο πλέον όρο της επο­χής) στις ΗΠΑ. Η ει­δι­κή νο­µο­θε­σία «περί σο­δο­µι­σµού» επέ­βα­λε σε ενή­λι­κα συ­ναι­νού­ντα άτοµα που ανέ­πτυσ­σαν οµό­φυ­λες σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις, ποι­νές από 5 ως και 30 χρό­νια φυ­λα­κής.

Στις 28 Ιούνη του 1969, η σκλη­ρο­τρά­χη­λη αστυ­νο­µία της Νέας Υόρ­κης επι­τέ­θη­κε στο γκέι µπαρ Stonewall Inn στο Μαν­χά­ταν. Θε­ω­ρού­σαν ότι θα είναι άλλη µια εύ­κο­λη βρα­διά κα­τα­πί­ε­σης και εξευ­τε­λι­σµού των οµο­φυ­λό­φι­λων. Όµως οι και­ροί είχαν αλ­λά­ξει. Η «γκέι κοι­νό­τη­τα» αντι­στά­θη­κε, κα­λώ­ντας σε αλ­λη­λεγ­γύη τις δυ­νά­µεις αντί­στα­σης στις ρα­τσι­στι­κές επι­θέ­σεις κατά των Μαύ­ρων, αλλά και τις δυ­νά­µεις του αντι­πο­λε­µι­κού κι­νή­µα­τος της επο­χής του Βιετ­νάµ. Οι δια­δη­λώ­σεις κρά­τη­σαν πολ­λές µέρες και νύ­χτες που συ­γκλό­νι­σαν το κέ­ντρο της Νέας Υόρ­κης. Η αστυ­νο­µία υπο­χρε­ώ­θη­κε να υπο­χω­ρή­σει. Σε ελά­χι­στους µήνες η ει­δι­κή νο­µο­θε­σία κατά των οµο­φυ­λό­φι­λων ήταν πλέον νεκρή. Η βα­σι­κή ορ­γά­νω­ση οµο­φυ­λό­φι­λων που δη­µιουρ­γή­θη­κε µετά το Stonewall διά­λε­ξε το όνοµα Gay Liberation Front, δεί­χνο­ντας ότι αντλεί έµπνευ­ση από τους απε­λευ­θε­ρω­τι­κούς αγώ­νες στο Βιετ­νάµ και την Αφρι­κή. Το GLF «εξα­πλώ­θη­κε» γρή­γο­ρα στον Κα­να­δά, στη Βρε­τα­νία, στην Αυ­στρα­λία κλπ. Το σύγ­χρο­νο κί­νη­µα για την απε­λευ­θέ­ρω­ση των οµο­φυ­λό­φι­λων είχε αρ­χί­σει. Ήταν µια µε­γά­λη, µια ιστο­ρι­κή νίκη.

Λίγο µετά το τέλος των συ­γκρού­σε­ων στο Stonewall, το Κόµµα των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων (µια ορ­γά­νω­ση που είχε ανα­πτύ­ξει τις «τε­χνι­κές» πε­ρι­φρού­ρη­σης σε επί­πε­δα ποιο­τι­κά ανώ­τε­ρα απ’ ό,τι θα µπο­ρού­σε σή­µε­ρα να ονει­ρευ­τεί η κάθε ΑΡΑΣ) κα­τέ­θε­σε δια του Χιούι Νιού­τον το σε­βα­σµό των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων προς τη µα­χη­τι­κή ικα­νό­τη­τα της «γκέι κοι­νό­τη­τας», που µε γυµνά χέρια και στη­ρι­γµέ­νη στην κοι­νω­νι­κή αλ­λη­λεγ­γύη κα­τόρ­θω­σε να ανοί­ξει νέους δρό­µους και για τους Μαύ­ρους, τους Λα­τί­νους και τους αντι­πο­λε­µι­κούς αγω­νι­στές.

1973: Η επί­θε­ση της Λί­γκας στη Νέα Τάξη

Η Κο­µµου­νι­στι­κή Λίγκα (LC) ήταν η πιο µα­ζι­κή και δρα­στή­ρια ορ­γά­νω­ση που «βγήκε» από τον Μάη του ’68 στη Γαλ­λία. Την άνοι­ξη του 1973, µετά από ένα µα­ζι­κό και απο­τε­λε­σµα­τι­κό κύκλο αγώ­νων στα Λύ­κεια ενά­ντια στην αντι­µε­ταρ­ρύ­θµι­ση Ντε­µπρέ, η Λίγκα αι­σθα­νό­ταν ότι είναι στο από­γειο της επιρ­ρο­ής της. Η ανά­λυ­σή της (στις συν­θή­κες: Ιτα­λία, Ελ­λά­δα, Ισπα­νία, Πορ­το­γα­λία…) στη­ρι­ζό­ταν στην εκτί­µη­ση για την «επι­και­ρό­τη­τα της επα­νά­στα­σης στην Ευ­ρώ­πη», επι­και­ρό­τη­τα που γι­νό­ταν κα­τα­νοη­τή όχι µε ιστο­ρι­κούς αλλά µε τα­κτι­κούς όρους.

Η Λίγκα είχε κάνει τις «Επι­τρο­πές Πε­ρι­φρού­ρη­σης» πρα­γµα­τι­κή επι­στή­µη, έχο­ντας πε­ρά­σει τις δο­κι­µα­σί­ες των οδο­φρα­γµά­των του 1968, αλλά και όλης της θυ­ελ­λώ­δους πε­ριό­δου που ακο­λού­θη­σε. Μια ει­δι­κά πτυχή αυτής της δρά­σης ήταν η πα­ρα­τε­τα­µέ­νη σύ­γκρου­ση µε τους φα­σί­στες της επι­κίν­δυ­νης ορ­γά­νω­σης Νέα Τάξη (Ordre Nouveau).

Τον Ιούνη του 1973, η Νέα Τάξη ανα­κοί­νω­σε ότι θα ορ­γά­νω­νε ένα συ­νέ­δριο κατά της «πα­ρά­νο­µης µε­τα­νά­στευ­σης» στην εµβλη­µα­τι­κή για την Αρι­στε­ρά αί­θου­σα της Mutualite στο κέ­ντρο του Πα­ρι­σιού. Ο ακρο­δε­ξιός υπουρ­γός Εσω­τε­ρι­κών της κυ­βέρ­νη­σης της Δε­ξιάς, Ρεϋ­µόν Μαρ­σε­λέν, έθεσε το φα­σι­στι­κό συ­νέ­δριο σε κυ­βερ­νη­τι­κή προ­στα­σία, ανα­κοι­νώ­νο­ντας µια εντυ­πω­σια­κή «κόκ­κι­νη γρα­µµή» της Αστυ­νο­µί­ας που έκλει­νε ένα µε­γά­λο µέρος του Πα­ρι­σιού. Η Λίγκα δή­λω­σε ότι το φα­σι­στι­κό συ­νέ­δριο δεν θα πρα­γµα­το­ποι­η­θεί.

Στις 21 Ιούνη του ’73, µια µε­γά­λη δια­δή­λω­ση αγω­νι­στών της LC επι­τέ­θη­κε στην «κόκ­κι­νη γρα­µµή» της Αστυ­νο­µί­ας. Η αντε­πί­θε­ση των CRS (των γαλ­λι­κών ΜΑΤ) αντι­µε­τω­πί­στη­κε µε µια βροχή µο­λό­τοφ και η Αστυ­νο­µία υπο­χρε­ώ­θη­κε να ανα­δι­πλω­θεί µπρο­στά στις πόρ­τες της Mutualite, υπε­ρα­σπί­ζο­ντας «εκ του συ­στά­δην» τους φα­σί­στες. Όµως την ίδια στι­γµή, ένα επί­λε­κτο από­σπα­σµα των Επι­τρο­πών Πε­ρι­φρού­ρη­σης της Λί­γκας, επι­τέ­θη­κε στο στρα­τη­γείο της Ο.Ν. στην πα­ρα­κεί­µε­νη οδό Λο­µπάρντ, το έκανε θε­ρι­νό και απο­χώ­ρη­σε χωρίς απώ­λειες, έχο­ντας «απαλ­λο­τριώ­σει» το Μη­τρώο Μελών της φα­σι­στι­κής ορ­γά­νω­σης. Από στρα­τιω­τι­κή άποψη, επρό­κει­το για ένα κο­µψο­τέ­χνη­µα. Παρά την κρα­τι­κή προ­στα­σία, οι φα­σί­στες της O.N. είχαν γε­λοιο­ποι­η­θεί.

Όµως η πο­λι­τι­κή πα­γί­δα είχε στη­θεί. Το ίδιο βράδυ ο Μαρ­σε­λέν έθεσε την LC «εκτός νόµου». Τα CRS ει­σέ­βα­λαν στα κε­ντρι­κά γρα­φεία της Λί­γκας, συ­νέ­λα­βαν τον υπεύ­θυ­νο Πιέρ Ρουσέ, και κα­τέ­σχε­σαν τα πάντα δη­λώ­νο­ντας ότι ανα­ζη­τούν απο­δεί­ξεις για την «ένο­πλη δράση» της LC. Λίγες ηµέ­ρες µετά, το υπουρ­γι­κό συ­µβού­λιο της Δε­ξιάς απο­φά­σι­ζε ότι όλα τα ηγε­τι­κά στε­λέ­χη της Λί­γκας ήταν πλέον σε κα­τά­λο­γο «κα­τα­ζη­τού­µε­νων».

Σε ελά­χι­στες ηµέ­ρες µετά από ένα «στρα­τιω­τι­κό θρί­α­µβο», η LC βρι­σκό­ταν υπο­χρε­ω­µέ­νη να πε­ρά­σει στην πα­ρα­νο­µία.

Από αυτήν την πα­γί­δα η Λίγκα βγήκε αξιο­ποιώ­ντας τις πο­λι­τι­κές εφε­δρεί­ες που διέ­θε­τε. Ξε­δί­πλω­σε µια αµυ­ντι­κή, ενιαιο­µε­τω­πι­κή κα­µπά­νια που πε­ριέ­λα­βε το ΚΚ Γαλ­λί­ας και το Σο­σια­λι­στι­κό Κόµµα. Ο Ζακ Ντυ­κλό υπήρ­ξε οµι­λη­τής σε µα­ζι­κές συ­γκε­ντρώ­σεις αλ­λη­λεγ­γύ­ης στη Λίγκα (µε µο­να­δι­κό όρο να µην τον δια­δε­χτούν στο βήµα «κα­τα­ζη­τού­µε­να» ηγε­τι­κά στε­λέ­χη), ενώ ο Αλαίν Κρι­βίν συ­νε­λή­φθη µι­λώ­ντας σε συ­νέ­ντευ­ξη Τύπου µαζί µε τον Φραν­σουά Μι­τε­ράν και τον Εντµόντ Μαιρ (επι­κε­φα­λής του συν­δι­κά­του CFDT). Σε λίγο καιρό, αλ­λά­ζο­ντας το όνοµά της, από Κο­µµου­νι­στι­κή σε Κο­µµου­νι­στι­κή-Επα­να­στα­τι­κή Λίγκα (LCR), η Λίγκα βγήκε από την πα­ρα­νο­µία.

Όµως οι ανα­γκαί­οι µε­τα­σχη­µα­τι­σµοί στο εσω­τε­ρι­κό της ορ­γά­νω­σης ήταν πιο επώ­δυ­νοι. Στο συ­νέ­δριο του 1974, η ανα­φο­ρά στην «επι­και­ρό­τη­τα της επα­νά­στα­σης» ορί­στη­κε ως ανα­φο­ρά «µα­κρού χρό­νου» και όχι άµε­σης τα­κτι­κής. Ο Ντα­νιέλ Μπεν­σα­ΐντ και ο Ολι­βιέ Σα­µπα­τό έστρε­ψαν τις θε­ω­ρη­τι­κές επε­ξερ­γα­σί­ες προς την επα­να­σύν­δε­ση µε την πα­ρά­δο­ση του Ενιαί­ου Με­τώ­που. Μέσα σε αυτήν τη στρο­φή, η Λίγκα απο­φά­σι­σε να δια­λύ­σει τις Επι­τρο­πές Πε­ρι­φρού­ρη­σης. Αυτή η από­φα­ση συν­δυά­στη­κε µε ένα τρα­γι­κό γε­γο­νός: ένας από τους υπεύ­θυ­νους των Επι­τρο­πών Πε­ρι­φού­ρη­σης στις δρά­σεις του Ιούνη του ’73, ο Μισέλ Ρε­κα­να­τί, ένας δια­λε­κτός και αγα­πη­τός σύ­ντρο­φος, απο­φά­σι­σε να αυ­το­κτο­νή­σει. Είναι το γε­γο­νός που απο­τυ­πώ­νει η συ­γκλο­νι­στι­κή ται­νία «Πε­θαί­νο­ντας στα τριά­ντα», του συ­να­γω­νι­στή του Ρε­κα­να­τί, Ρο­µαίν Γκου­πίλ (1982).

Ο προ­βλη­µα­τι­σµός πάνω σε ανά­λο­γες εµπει­ρί­ες (όπως πχ των ιτα­λι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων της επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς στη δε­κα­ε­τία του 1970) αξί­ζει τον κόπο. Όχι κυ­ρί­ως γιατί αφο­ρούν µε­γα­λύ­τε­ρους αρι­θµούς εµπλε­κο­µέ­νων, αλλά γιατί αφο­ρούν πρα­γµα­τι­κές πο­λι­τι­κές µάχες µε τους πρα­γµα­τι­κούς αντι­πά­λους µας, κι όχι κα­ρι­κα­τού­ρες σαν αυτές που ζή­σα­µε στο φε­τι­νό Πο­λυ­τε­χνείο.

Το πο­λι­τι­κό πάνω από το «στρα­τιω­τι­κό»

Το νήµα που ενώ­νει αυτές τις εµπει­ρί­ες είναι ότι το πο­λι­τι­κό στοι­χείο (οι στό­χοι, οι µέ­θο­δοι, οι προ­ο­πτι­κές του µα­ζι­κού αγώνα) είναι πάντα υπέρ­τε­ρο του «στρα­τιω­τι­κού» (του συ­σχε­τι­σµού δύ­να­µης, των µε­θό­δων, των όπλων, των εφε­δρειών κ.ο.κ. των συ­γκρουό­µε­νων «απο­σπα­σµά­των» µε­τα­ξύ του κι­νή­µα­τος και του κρά­τους). Και αυτό ισχύ­ει για τις συ­γκρού­σεις µε­τα­ξύ του κι­νή­µα­τος και των πρα­γµα­τι­κών τα­ξι­κών εχθρών και του κρά­τους. Γιατί όσοι επε­κτεί­νουν τη «δια­λε­κτι­κή» της πο­λε­µι­κής σύ­γκρου­σης ενά­ντια σε «εσω­τε­ρι­κούς εχθρούς», ενά­ντια σε δια­φο­ρε­τι­κές από­ψεις και ρεύ­µα­τα στο εσω­τε­ρι­κό του κι­νή­µα­τος, κά­νουν άλλης ποιό­τη­τας και πολύ βα­θύ­τε­ρο λάθος.

Επί­τη­δες δια­τυ­πώ­σα­µε τα συ­µπε­ρά­σµα­τά µας από αυτήν την εµπει­ρία µε την άκα­µπτη µορφή του γε­νι­κού «κα­νό­να».

Όπως είναι γνω­στό, στους κα­νό­νες υπάρ­χουν εξαι­ρέ­σεις. Θα θέ­λα­µε να ση­µειώ­σου­µε τρεις.

Πρώ­τον, όλα τα πα­ρα­πά­νω συ­µπε­ρά­σµα­τα ισχύ­ουν στο ση­µε­ρι­νό επί­πε­δο ανά­πτυ­ξης της τα­ξι­κής πάλης και του αντί­στοι­χου πο­λι­τι­κού αγώνα. Τε­λεί­ως αλ­λιώς τί­θε­νται τα ζη­τή­µα­τα σε συν­θή­κες από­το­µης όξυν­σης της τα­ξι­κής πάλης, σε συν­θή­κες αγώνα ζωής ή θα­νά­του τάξης ενά­ντια σε τάξη, σε συν­θή­κες όπου στον πο­λι­τι­κό αγώνα µπαί­νουν κρι­τή­ρια εµφυ­λί­ου πο­λέ­µου.

Δεύ­τε­ρον, ακόµα και στα ση­µε­ρι­νά γε­νι­κά επί­πε­δα τα­ξι­κής πάλης υπάρ­χουν «στι­γµές» όπου είναι εκ των προ­τέ­ρων δε­δο­µέ­νο ότι το κί­νη­µα θα αντι­µε­τω­πί­σει µια άγρια κα­τα­σταλ­τι­κή επί­θε­ση και κατά συ­νέ­πεια είναι φρό­νι­µο και επι­βε­βλη­µέ­νο να παρ­θούν κα­τάλ­λη­λα «αµυ­ντι­κά» µέτρα. Το Πο­λυ­τε­χνείο του 1980, µε τη γνω­στή τρα­γι­κή κα­τά­λη­ξη των δύο νε­κρών (Κου­µής και Κα­νελ­λο­πού­λου) είναι ένα γνω­στό πα­ρά­δει­γµα. Σε αυτήν τη δια­δή­λω­ση η άγρια βία των ΜΑΤ είχε προ­α­ναγ­γελ­θεί και φυ­σιο­λο­γι­κά το «µπρο­στι­νό» τµήµα του µπλοκ των δια­δη­λω­τών είχε πάρει ενι­σχυ­µέ­να µέτρα συ­γκρό­τη­σης. Όµως καµιά από τις πέντε ορ­γα­νώ­σεις που είχαν κα­λέ­σει τότε τη δια­δή­λω­ση (Β Πα­νελ­λα­δι­κή, ΚΚΕ Μ-Λ, ΟΣΕ, Μα­χη­τής, ΟΚΔΕ) δεν είχε συ­γκρο­τή­σει «αυ­τό­νο­µα» απο­σπά­σµα­τα ει­δι­κευ­µέ­να στις συ­γκρού­σεις, ούτε πριν ούτε µετά την 17 Νο­έ­µβρη του 1980.

Τρί­τον, είναι ει­δι­κή κα­τη­γο­ρία οι «συ­να­ντή­σεις» του κι­νή­µα­τος µε τις φα­σι­στι­κές συ­µµο­ρί­ες. Εδώ τα µέτρα αυ­το­προ­στα­σί­ας είναι γε­νι­κά πολύ πιο θε­µι­τά και «νό­µι­µα», πα­ρό­λο που οι µε­γά­λες αντι­φα­σι­στι­κές νίκες όλων των τε­λευ­ταί­ων ετών έχουν γρα­φτεί κυ­ρί­ως µε τις µε­θό­δους του µα­ζι­κού πο­λι­τι­κού αγώνα και όχι τις ανα­µε­τρή­σεις µελών µας µε τα αλή­τι­κα φα­σι­στο­στε­λέ­χη, µε τις µε­θό­δους που κυ­ρί­ως ασκούν οι φα­σι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις.

Είναι φα­νε­ρό ότι όλα αυτά αφο­ρούν τη «µάχη» του κι­νή­µα­τος µε τους πρα­γµα­τι­κά τα­ξι­κούς εχθρούς και το κρά­τος. Αν οτι­δή­πο­τε από αυτά (πχ η επί­κλη­ση της ανά­γκης πε­ρι­φρού­ρη­σης) χρη­σι­µο­ποιεί­ται -ή έχει χρη­σι­µο­ποι­η­θεί…- ως επι­χεί­ρη­µα για να εγκα­τα­στα­θεί η επι­βο­λή µιας άπο­ψης ή µιας ορ­γά­νω­σης σε βάρος αντα­γω­νι­στών της µέσα στο κί­νη­µα, τότε η πα­ρά­βα­ση είναι ποιο­τι­κά βα­ρύ­τε­ρη και η σαφής πο­λι­τι­κή απο­µό­νω­ση είναι επι­βε­βλη­µέ­νη.

https://rproject.gr/article/i-antikapitalistiki-aristera-kai-i-perifroyrisi-ton-kiniuaton

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.