Πέρα από τις αντιφάσεις: το ζήτημα της ταξικής στρατηγικής // του Κώστα Καλλωνιάτη

Πέρα από τις αντιφάσεις: το ζήτημα της ταξικής στρατηγικής // του Κώστα Καλλωνιάτη

  • |
Από τη διαχείριση των αντιθέσεων στην ταξική πάλη και τον κοινωνικό μετασχηματισμό

Το κείμενο του Γ. Σταμπουλή, Για την υπέρβαση των αντιφάσεων θέλει τρόπο | Εφημερίδα η Εποχή, επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα πραγματικό πρόβλημα της σύγχρονης Αριστεράς: την απόσταση ανάμεσα στις κοινωνικές ανάγκες, στις επιμέρους διεκδικήσεις και σε μια συνολική πολιτική προοπτική κοινωνικού μετασχηματισμού. Η αναζήτηση τρόπων υπέρβασης των αντιφάσεων είναι αναμφίβολα αναγκαία. Όμως από μια μαρξιστική σκοπιά τίθεται ένα προηγούμενο ερώτημα: ποιες είναι αυτές οι αντιφάσεις, ποια κοινωνική σχέση τις παράγει και ποιο κοινωνικό υποκείμενο μπορεί να τις υπερβεί;

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το βασικό θεωρητικό όριο της προσέγγισης.

Η αντίφαση δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα πολιτικής σύνθεσης διαφορετικών στόχων, ούτε μια δυσκολία που μπορεί να επιλυθεί με τον κατάλληλο συνδυασμό πολιτικών προτάσεων. Στον καπιταλισμό οι βασικές αντιφάσεις είναι εγγεγραμμένες στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Η αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και την ιδιωτική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, ανάμεσα στην ανάγκη της κοινωνίας και στην καπιταλιστική επιδίωξη του κέρδους, δεν αποτελεί ένα σύνολο αντιτιθέμενων επιδιώξεων που χρειάζεται απλώς να «ισορροπήσουν».

Γι’ αυτό και το ζήτημα της Αριστεράς δεν είναι μόνο να βρει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να συνυπάρξουν διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές απαιτήσεις. Είναι να αναδείξει την ταξική σχέση που βρίσκεται πίσω από αυτές.

Η αντίφαση δεν είναι ουδέτερη

Μια πολιτική που αντιμετωπίζει τις αντιφάσεις κυρίως ως ζήτημα σύνθεσης κινδυνεύει να αποσυνδέσει την πολιτική από την υλική βάση της κοινωνικής σύγκρουσης. Μπορεί έτσι να οδηγηθεί σε μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία το ζητούμενο είναι να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα σε διαφορετικές ταξικά ανάγκες: ανάπτυξη και κοινωνική προστασία, αγορά και δημόσιο τομέα, ανταγωνιστικότητα και εργασιακά δικαιώματα, παραγωγή και οικολογική μετάβαση.

Όμως στον καπιταλισμό αυτές οι σχέσεις δεν βρίσκονται σε ένα ουδέτερο πεδίο.

Το ερώτημα, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς πώς θα συνδυαστούν οι ανάγκες των εργαζομένων με τις ανάγκες της επιχειρηματικότητας. Είναι ποιος αποφασίζει για την παραγωγή, με ποια κριτήρια και προς όφελος ποιου. Δεν είναι απλώς πώς θα συνδυαστεί η κοινωνική δικαιοσύνη με την οικονομική ανάπτυξη. Είναι ποιος ιδιοποιείται το προϊόν της ανάπτυξης και ποιος υφίσταται το κόστος της.

Η υλιστικοδιαλεκτική προσέγγιση επομένως δεν ξεκινά από την αναζήτηση μιας αρμονικής ισορροπίας ανάμεσα στις αντιθέσεις. Ξεκινά από την αναγνώριση ότι ορισμένες αντιθέσεις έχουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα και ότι η υπέρβασή τους απαιτεί αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων που τις παράγουν.

Από τις μεταρρυθμίσεις στον κοινωνικό μετασχηματισμό

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι ασήμαντες ή ότι κάθε διεκδίκηση πρέπει να μετατρέπεται άμεσα σε αίτημα συνολικής ρήξης. Αντίθετα, μια μαρξιστική στρατηγική οφείλει να παίρνει στα σοβαρά τις άμεσες ανάγκες των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.

Το κρίσιμο όμως είναι η σχέση της μεταρρύθμισης με τη στρατηγική.

Μια μεταρρύθμιση μπορεί να βελτιώνει πραγματικά τη θέση της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα να εντάσσεται σε μια διαδικασία που ενισχύει την ικανότητά της να αμφισβητεί την καπιταλιστική εξουσία. Μπορεί όμως και να λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής του συστήματος στις κοινωνικές πιέσεις, χωρίς να μεταβάλλει ουσιαστικά τις σχέσεις ισχύος.

Για παράδειγμα, μια συλλογική σύμβαση που αυξάνει τους μισθούς είναι μεταρρύθμιση. Αλλά αν ταυτόχρονα ενισχύει την ικανότητα των εργαζομένων να οργανώνονται συλλογικά και να παρεμβαίνουν στις αποφάσεις της επιχείρησης, τότε δεν είναι απλώς αναδιανομή εισοδήματος. Μεταβάλλει, έστω μερικά, τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Παρομοίως, το το 8ωρο δεν ήταν απλώς μια κοινωνική παροχή. Ήταν αποτέλεσμα μαζικών εργατικών αγώνων και μείωσε τον χρόνο κατά τον οποίο η εργατική δύναμη βρίσκεται στη διάθεση του κεφαλαίου, βελτίωσε άμεσα τις συνθήκες ζωής, δημιούργησε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, διευκόλυνε τη συνδικαλιστική και πολιτική οργάνωση, και έδειξε στην εργατική τάξη ότι μέσω συλλογικής δράσης μπορεί να επιβάλει περιορισμούς στη δύναμη του εργοδότη. Άρα η μεταρρύθμιση έχει διπλό χαρακτήρα: βελτιώνει τη ζωή των εργαζομένων, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση, την οργάνωση και τη συλλογική τους δύναμη.

Αντίθετα, μία κρατική παροχή στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης/κοινωνικής προστασίας όταν λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης χωρίς ουσιαστική μεταβολή της ιδιοκτησίας και της εξουσίας στην παραγωγή, αυτό μπορεί να είναι απολύτως θετικό για τον εργαζόμενο. Αλλά εάν δεν αλλάζει η σχέση εργασίας, δεν ενισχύεται η συλλογική οργάνωση, δεν αλλάζει ο έλεγχος της παραγωγής, δεν περιορίζεται η εξουσία του κεφαλαίου, και η παροχή χρηματοδοτείται έτσι ώστε τελικά να αναπαράγεται η ίδια καπιταλιστική σχέση, τότε η μεταρρύθμιση μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός σταθεροποίησης του συστήματος.

Επομένως το κριτήριο δεν είναι απλώς αν μια πρόταση είναι «προοδευτική». Είναι αν συμβάλλει στην οργάνωση, αυτονομία και πολιτική συγκρότηση των υποτελών τάξεων, αν μεταβάλλει τους συσχετισμούς δύναμης και αν ανοίγει δρόμο για βαθύτερες αλλαγές.

Το ερώτημα «πώς θα γίνει;» είναι συνεπώς αναγκαίο, αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από τα ερωτήματα:

Ποιος θα το κάνει; Εναντίον ποιων συμφερόντων; Με ποιους κοινωνικούς συσχετισμούς; Και προς ποια κατεύθυνση;

Το πρόβλημα του κοινωνικού υποκειμένου

Εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα. Η ταξική στρατηγική δεν μπορεί να υποκατασταθεί από ένα πρόγραμμα καλών πολιτικών προτάσεων.

Η εργατική τάξη δεν αποτελεί απλώς μια κοινωνική κατηγορία που υφίσταται τις συνέπειες του καπιταλισμού. Είναι δυνητικά το υποκείμενο μιας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει αυτόματα.

Η διάσπαση της εργασίας, η επισφάλεια, η εξατομίκευση, η αποδυνάμωση των συλλογικών μορφών οργάνωσης και η πολυδιάσπαση των κοινωνικών συμφερόντων καθιστούν την ταξική συγκρότηση ιδιαίτερα δύσκολη. Γι’ αυτό η Αριστερά δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκπροσώπηση υπαρκτών κοινωνικών αιτημάτων. Οφείλει να συμβάλλει στη συγκρότηση ενός συλλογικού πολιτικού υποκειμένου.

Χωρίς αυτή τη διάσταση, η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Η παγίδα της «ρεαλιστικής» πολιτικής

Υπάρχει εδώ και ένα δεύτερο πρόβλημα. Η επίκληση του ρεαλισμού είναι αναγκαία σε κάθε πραγματική πολιτική, αλλά ο ρεαλισμός δεν μπορεί να σημαίνει αποδοχή των ορίων που θέτει εκ των προτέρων η υπάρχουσα κοινωνική τάξη.

Ο καπιταλισμός εμφανίζεται συχνά ως το δεδομένο μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθεί κάθε πολιτική πρόταση. Έτσι, η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται από το ερώτημα «τι κοινωνία θέλουμε;» στο ερώτημα «τι είναι εφικτό μέσα στους υπάρχοντες συσχετισμούς;».

Αλλά οι συσχετισμοί δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Παράγονται μέσα στην ταξική πάλη.

Αν το «εφικτό» ορίζεται αποκλειστικά από την υπάρχουσα ισορροπία δυνάμεων, τότε η Αριστερά δεν έχει στρατηγική· έχει μόνο πρόγραμμα διαχείρισης του δεδομένου. Η αριστερή στρατηγική, αντίθετα, πρέπει να επιδιώκει να μεταβάλει τους συσχετισμούς που σήμερα εμφανίζονται ως αμετακίνητοι.

Ρήξη χωρίς μεταφυσική της ρήξης

Από την άλλη πλευρά, η ταξική στρατηγική δεν μπορεί να ταυτιστεί με μια αφηρημένη επίκληση της «ρήξης». Η ρήξη δεν είναι πολιτικό σύνθημα που υποκαθιστά την ανάλυση.

Χρειάζεται να προσδιοριστεί με τι και για ποιο σκοπό γίνεται η ρήξη: με ποιες σχέσεις ιδιοκτησίας, ποιους θεσμούς, ποιους μηχανισμούς εξουσίας και ποια κοινωνική λογική. Και κυρίως χρειάζεται να υπάρχει η κοινωνική δύναμη που μπορεί να την πραγματοποιήσει.

Γι’ αυτό μεταρρύθμιση και ρήξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δύο απολύτως χωριστοί κόσμοι. Το πραγματικό στρατηγικό ερώτημα είναι αν οι επιμέρους αγώνες μπορούν να συνδεθούν σε μια σωρευτική διαδικασία μεταβολής των ταξικών συσχετισμών.

Η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο άμεσο και το στρατηγικό είναι ακριβώς αυτό που διαφοροποιεί μια αριστερή ριζοσπαστική πολιτική από έναν απλό κατάλογο μεταρρυθμίσεων, αλλά και από έναν αφηρημένο αντικαπιταλιστικό μαξιμαλισμό.

Οι συνεταιρισμοί ως «θύλακες» του μετασχηματισμού;

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι συνεταιρισμοί μπορούν να αποτελέσουν οικονομικό υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής, δημιουργώντας μέσα στον καπιταλισμό θύλακες μιας διαφορετικής οικονομικής λογικής, οι οποίοι, καθώς πολλαπλασιάζονται και επεκτείνονται, μπορούν σταδιακά να μετασχηματίσουν το ίδιο το σύστημα. Η ιδέα αυτή έχει αναμφίβολα μια ελκυστική απλότητα. Προϋποθέτει όμως έναν μηχανισμό μετάβασης που δεν εξηγείται επαρκώς.

Το πρόβλημα δεν είναι αν ένας συνεταιρισμός μπορεί να λειτουργεί με δημοκρατικότερες και κοινωνικότερες σχέσεις από μια καπιταλιστική επιχείρηση. Μπορεί. Το ερώτημα είναι αν η συσσώρευση τέτοιων μορφών ιδιοκτησίας αρκεί για να μεταβάλει τις κοινωνικές σχέσεις στο σύνολό τους. Όσο οι συνεταιρισμοί λειτουργούν μέσα στην αγορά, υπόκεινται στους ίδιους εξωτερικούς οικονομικούς καταναγκασμούς: ανταγωνισμό, ανάγκη χρηματοδότησης και επενδύσεων, αύξηση της παραγωγικότητας, περιορισμό του κόστους και αναζήτηση αγορών. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος να συμβεί όχι μόνο το αντίστροφο από αυτό που υποθέτει η θεωρία των θυλάκων, αλλά και κάτι πιο σύνθετο: οι συνεταιριστικές μορφές να προσαρμόζονται σταδιακά στις καπιταλιστικές σχέσεις που τις περιβάλλουν.

Το κρίσιμο επομένως δεν είναι πόσοι συνεταιρισμοί υπάρχουν, αλλά αν και πώς μεταβάλλονται οι σχέσεις που οργανώνουν τη συνολική κοινωνική παραγωγή. Η μετάβαση από τη συνεταιριστική επιχείρηση στην κοινωνικοποιημένη οικονομία δεν είναι αυτονόητη ποσοτική επέκταση. Απαιτεί πολιτική εξουσία, κοινωνικό έλεγχο πάνω στις στρατηγικές υποδομές, αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας και έναν διαφορετικό τρόπο συντονισμού της παραγωγής.

Οι συνεταιρισμοί μπορούν επομένως να αποτελέσουν εργαστήρια δημοκρατικής παραγωγής και μορφές συλλογικής αντίστασης στην καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Δεν προκύπτει όμως από αυτό ότι αποτελούν, από μόνοι τους, το υποκείμενο της κοινωνικής ανατροπής. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι πώς οι επιμέρους οικονομικοί θύλακες συνδέονται με την ταξική πάλη και πώς από την αλλαγή της ιδιοκτησίας σε επιμέρους επιχειρήσεις περνάμε στην αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής στο σύνολό τους.

Χωρίς αυτή τη γέφυρα, η θεωρία των «θυλάκων» κινδυνεύει να μετατρέψει τη στρατηγική της κοινωνικής αλλαγής σε μια διαδικασία σταδιακής επέκτασης εναλλακτικών επιχειρηματικών μορφών μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό.

Το κεντρικό ερώτημα

Συνοψίζοντας, λοιπόν, το «πώς» (ο “τρόπος”) έχει επομένως τεράστια σημασία. Αλλά το «πώς» δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το «ποιος» και το «προς τα πού».

Η υπέρβαση των αντιφάσεων του καπιταλισμού δεν μπορεί να είναι απλώς αποτέλεσμα καλύτερης πολιτικής διαχείρισης. Προϋποθέτει κοινωνική σύγκρουση, ταξική οργάνωση, αλλαγή συσχετισμών και τελικά αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων που παράγουν τις ίδιες τις αντιφάσεις.

Αυτό είναι ίσως το σημείο στο οποίο χρειάζεται να επιμείνει περισσότερο η Νέα Αριστερά. Δεν αρκεί να διαπιστώνει ότι ο καπιταλισμός παράγει αντιφάσεις. Δεν αρκεί ούτε να καταθέτει ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων που επιχειρούν να τις αμβλύνουν.

Χρειάζεται να απαντήσει στο δυσκολότερο ερώτημα: πώς δηλαδή οι επιμέρους κοινωνικές αντιστάσεις μπορούν να μετατραπούν σε ταξική δύναμη και πώς αυτή η δύναμη μπορεί να μετατρέψει τη διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων σε διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού.

Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην πολιτική διαχείριση των αντιφάσεων και στην προσπάθεια υπέρβασης τους.

Και τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι «για την υπέρβαση των αντιφάσεων θέλει τρόπο». Ασφαλώς θέλει τρόπο. Απαιτείται όμως πρώτα σαφής αντίληψη για την ταξική σύγκρουση, το κοινωνικό υποκείμενο που μπορεί να την διεξαγάγει και την κοινωνία που επιδιώκει να οικοδομήσει.

φωτογραφία: (ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)

https://epohi.gr/articles/pera-apo-tis-antifaseis-to-zitima-tis-taxikis-stratigikis/

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.