Για τα παιδιά που μεγαλώνουν, άλλα στο Μανχάταν και άλλα στη Γάζα

Για τα παιδιά που μεγαλώνουν, άλλα στο Μανχάταν και άλλα στη Γάζα

  • |

Όταν ξημερώνει μια όμορφη σφριγηλή μέρα, λέει ο Νίτσε, είναι μεγάλη ανοησία να παίρνεις ένα βιβλίο αντί να πάρεις το ορεινό μονοπάτι. Ο Νίτσε όμως μπορεί να διαλέξει. Οι περιστάσεις εξασφαλίζουν στον Μπόρχες τη δυνατότητα να διαβάσει όσα βιβλία θέλει, να γράψει βιβλία για τα βιβλία, να επινοήσει  άγραφα βιβλία. Ακόμα κι όταν τυφλώνεται, βρίσκει αφοσιωμένους φίλους να του διαβάζουν βιβλία.

του Ηρακλή Λογοθέτη

Ως διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο Μπουένος Άϊρες, έχει πρόσβαση στα διάσελα, τα φαράγγια και τους λειμώνες όλων των βιβλίων του κόσμου και την ευκαιρία να ονειρευτεί στην πολυθρόνα, όπου έχει αποκοιμηθεί, τον επίλογό τους, που εξακολουθεί να γράφεται στη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ. Το όνειρο του ενός όμως μαυρίζει από τον εφιάλτη του άλλου. Ο Βαρλαάμ Σαλάμωφ περνάει τα καλύτερά του χρόνια εξόριστος στη Σιβηρία

Όταν ξημερώνει μια όμορφη σφριγηλή μέρα, παίρνει το δρόμο για το ορυχείο και γυρίζοντας μισοπεθαμένος, το μόνο που λαχταράει είναι ένα βιβλίο — μα δεν βρίσκει κανένα. Λιμοκτονεί για ψωμί και για βιβλίο. Μερικές φορές κάνει χρόνια ν’ ανοίξει βιβλίο. Ξεμαθαίνει να διαβάζει κι όταν τα πράγματα στρώνουν για λίγο, πρέπει να μάθει απ’ την αρχή, με το δάχτυλο στην αράδα. Κι αυτό χωρίς ιδιωτικότητα, στο αναγνωστήριο μιας επαρχιακής βιβλιοθήκης. Γράφει ένα τεράστιο βιβλίο για τα χρόνια της απανθρωπιάς και της κτηνωδίας.

Κι ένα βιβλιαράκι με τον μεγαλοπρεπή τίτλο ΟΙ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΜΟΥ, ποτισμένο από πικρή ειρωνεία. Τα βιβλία, λέει στο τέλος, είναι ότι καλύτερο υπάρχει στον κόσμο. Λυπάμαι που δεν είχα δική μου βιβλιοθήκη.

Οι παθιασμένοι αναγνώστες μοιάζουν, αλλά η τύχη τους διαφέρει όσο η μέρα από τη νύχτα. Η ανάγνωση είναι το μονοπάτι προς την κορφή του βουνού ή το ξέφωτο του δάσους. Αρκεί να μπορεί κανείς να το πάρει ανεμπόδιστα, με ένα βιβλίο στο χέρι.