Οι θερινές διακοπές διασαλπίζονται συνήθως ως γοερό συνώνυμο κατεπείγουσας απόδρασης ή ατάκτου φυγής από το καμίνι του άστεως. Πρόκειται όμως για χρόνο υποθηκευμένο προτού καν αρχίσει να τρέχει, καθώς φεύγοντας κανείς, ακόμα και για το ωραιότερο μέρος του κόσμου, σκέφτεται, πότε με ανεπαίσθητους νυγμούς και πότε με ανεβασμένο σφυγμό, την ώρα της επιστροφής. Η ροή της θλιμμένης ανακούφισης που προμηνύει ο γυρισμός επιταχύνεται μάλιστα τις τελευταίες μέρες της διακεκομμένης καθημερινότητας και προικίζεται με τη γεύση μίας ηδύποτης πικρίας. Σαν τοίχος με υπέροχα παιδικά γραφήματα που υπέκυψαν στη φθορά του χρόνου, το δειλινό απλώνει τα ματωμένα ξέφτια του παντού. Η τόσο επιθυμητή ανάπαυλα από τις τρέχουσες έγνοιες παίρνει το ρυθμό υπόκωφης αναμονής ή βάφεται στα μαβιά χρώματα μίας αόριστης ενοχής απέναντι σε πραγματικά ή φανταστικά παραμελημένα καθήκοντα. «Αν κάποια κυβέρνηση», λέει ο Σιοράν, «έβγαζε το μεσοκαλόκαιρο νόμο για την επ’ αόριστον παράταση των διακοπών και επέβαλε την ποινή του θανάτου σε όποιον εγκατέλειπε τον παράδεισο όπου βρίσκεται, θα είχαμε μαζικές αυτοκτονίες και πάνδημο ολοφυρμό».
Ηρακλής Λογοθέτης









Σχόλια (0)