Στα ύψη οι τιμές ρεύματος χονδρικής Άπνοια, CO2 και καύσωνας ασκούν πιέσεις στην αγορά ενέργειας

Στα ύψη οι τιμές ρεύματος χονδρικής Άπνοια, CO2 και καύσωνας ασκούν πιέσεις στην αγορά ενέργειας

  • |

 

Λίγους μήνες μετά την κακοκαιρία «Μήδεια», οπότε και εκτινάχθηκε η ζήτηση ρεύματος αλλά και κινήθηκε ανοδικά η τιμή, το αντίστροφο καιρικό φαινόμενο του καύσωνα «απογειώνει» τις τιμές ρεύματος στη χονδρική αγορά. Αιτίες, σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, για την άνοδο αυτή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού, πέρα από τις καιρικές συνθήκες, είναι η χρήση λιγνιτικών μονάδων, η αύξηση της τιμής φυσικού αερίου αλλά και των ρύπων εκτός της… άπνοιας που επικρατεί και απενεργοποιεί τα αιολικά πάρκα.

Του Γιώργου Αλεξάκη
galex@naftemporiki.gr

Παράλληλα τονίζει το ΥΠΕΝ ότι «σε ολόκληρη την Ευρώπη οι τιμές στη χονδρική αγορά ηλεκτρισμού διαμορφώνονται σε υψηλά επίπεδα τις τελευταίες ημέρες. Ο μέσος όρος στην αγορά της επόμενης μέρας στην Ελλάδα ανήλθε σε 101,82 ευρώ/MWh. Σε αρκετές χώρες η τιμή είναι υψηλότερη, όπως στη Σερβία (102,25 ευρώ/MWh), τη Ρουμανία (108,46 ευρώ/MWh) και την Ουγγαρία (108,46 ευρώ/MWh). Σε πολλά άλλα κράτη η τιμή διαμορφώνεται σε αντίστοιχα επίπεδα με την Ελλάδα, όπως στην Ιταλία (98,16 ευρώ/MWh), τη Σλοβακία (97,2 ευρώ/ΜWh) και την Τσεχία (97,07 ευρώ/MWh)».

Σήμερα, μάλιστα, η ζήτηση εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 182,17 GWh, αυξημένη κατά 42% συγκριτικά με τις αρχές του μήνα όταν η ζήτηση διαμορφώθηκε σε 128 GWh. Για την κάλυψη της αυξημένης ζήτησης, όπως τονίζει το ΥΠΕΝ, επιστρατεύθηκε το σύνολο των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Πάντως ,σύμφωνα με παράγοντες της βιομηχανίας, η «επιστράτευση» των λιγνιτικών ανεβάζει το κόστος στις χονδρεμπορικές τιμές του ρεύματος, κάτι που «κτυπά» ιδιαίτερα τη βιομηχανία που έχει σχετικές ρήτρες, ενώ βέβαια εάν συνεχιστεί επί μακρόν η κατάσταση αυτή ενδεχομένως να υπάρξει και επίδραση σε λογαριασμούς λιανικής που «πατάνε» σε σχετικές ρήτρες.

Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι τις τελευταίες ημέρες η συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα έχει πέσει κάτω από το 20%, ενώ συνήθως κυμαίνεται σε ποσοστό κοντά στο 30%.