Το δόγμα του χειρότερου «άλλου»

Το δόγμα του χειρότερου «άλλου»

  • |

Υπάρχει μια βολική πρακτική για να αντιμετωπίσεις τον πολιτικό σου αντίπαλο. Μιλάς σα να ενεργεί μόνος αυτός, σα να αδικεί μόνο αυτός, σα να είναι υπόλογος για πράξεις και θέσεις μόνο αυτός και εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να του απαντήσεις και να τον καταγγέλλεις, κάνοντας μια μίνι αναδρομή στα πεπραγμένα του. Και με αυτή την καταγγελία να θεωρείται αυτονόητο ότι δικαιώνεται η δική σου πολιτική πρακτική.

του Δημήτρη Σούλτα

Η επικοινωνιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως από τον Σεπτέμβριο και μετά, συμπυκνώνεται σ’ αυτό το δόγμα. Τα μνημόνια είναι πολύ κακά, αντιαναπτυξιακά, άδικα μόνο όταν τα υπογράφουν οι άλλοι. Οι περικοπές έχουν γίνει από τους άλλους, η καταστροφή έχει γίνει από τους άλλους, άρα ακόμα κι αν εγώ πάρω επώδυνα ή αντιλαϊκά μέτρα είμαι εξ ορισμού δικαιωμένος. Αυτό βέβαια δεν αθωώνει από τις ευθύνες τους τούς “πρώην”, αλλά μια κυβέρνηση κρίνεται για τις πράξεις της, τις παραλείψεις της και κυρίως για τη συνέπεια της σ’ αυτά που υποσχέθηκε. Όταν ζεις σε μία χώρα με 1,5 εκατομμύριο άνεργους και 1 εκατομμύριο απλήρωτους εργαζόμενους κανείς δεν αισθάνεται λιγότερο άνεργος ή λιγότερο απλήρωτος επειδή κάποιος δηλώνει καλύτερων προθέσεων από τους προηγούμενους.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί “δικαίωση” το δόγμα “ναι, αλλά οι άλλοι είναι χειρότεροι” και βλέπει όποιον της κάνει κριτική ως υποκινούμενο από το κατεστημένο. Δεν πρωτοτυπεί. Είναι δοκιμασμένη μέθοδος και κατά κανόνα, στην σύγχρονη πολιτική ζωή, έχει αποδώσει καρπούς.

Η Δεξιά έπαιξε (και δυστυχώς παίζει ακόμα) το παιχνίδι του κομμουνιστικού κινδύνου. Επί δεκαετίες, η παράταξη που ήθελε να αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερη, έπαιξε το χαρτί των επικίνδυνων ή στην καλύτερη περίπτωση άχρηστων αριστερών. Στόχος ήταν ο συντηρητικός “νοικοκύρης” ο οποίος όμως της γύρισε την πλάτη πολύ γρήγορα μετά την μεταπολίτευση, όταν ο κακός “άλλος” έγινε δημοφιλής.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου έπαιξε με το “ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά”. Αυτό βέβαια δεν αθωώνει την μετεμφυλιακή δεξιά, αλλά δεν μπορεί να γίνεται και το άλλοθι για την ανεπάρκεια της πολιτικής κάποιου Όχι ότι ο κόσμος δεν είχε να θυμάται το μελανό παρελθόν των νικητών του εμφυλίου, αλλά αυτό το σύνθημα αποτέλεσε άλλοθι ακόμα και για τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις κακοδιαχείρισης και διαφθοράς. Έγινε η κολυμβήθρα όπου ξεπλένονταν όλες οι αμαρτίες της “αλλαγής”.

Οι εκσυγχρονιστές, κυρίως του Κώστα Σημίτη, έπαιξαν με τον λαϊκισμό και τον συντηρητισμό, ασχέτως αν η μήτρα τους ήταν το ίδιο το ΠΑΣΟΚ μέσα στο οποίο ανδρώθηκαν. Οι κακοί “άλλοι”, οι λαϊκιστές, οι αντιευρωπαϊστές αντιμετωπίζονται ως το απόλυτο κακό, το οποίο για να το αποφύγεις θα πρέπει να είσαι διατεθειμένος να κάνεις ακόμα και μεγάλες θυσίες. Είναι άλλωστε και το πιο φθηνό επιχείρημα για τα μέτρα λιτότητας ή την επιβολή παράλογων αξιώσεων από τους δανειστές, στην μετά το πρώτο μνημόνιο εποχή. Ο ελληνικός “εκσυχρονισμός” θεωρούσε πάντα ότι είναι δικαιωμένος, προβάλλοντας μονίμως την ελιτίστικη άποψη των “βάρβαρων” άλλων

Οι εποχές βέβαια έχουν αλλάξει και είναι αμφίβολο αν αυτό το δόγμα θα μπορέσει να λειτουργήσει σε μια καθημαγμένη χώρα. Υπάρχει ένα βασικό λάθος ανάγνωσης σ’ αυτήν την πολιτική στάση. Ο κόσμος πλέον- εκτός του στενού κομματικού πυρήνα- δεν κρίνει σύμφωνα με αυτό που ακούει. Κρίνει σύμφωνα με αυτό που βιώνει. Και αυτό που βιώνει είναι αδυσώπητο και δεν χωράει σε συμψηφισμούς. Μετράνε οι πράξεις και μόνο αυτές. Ας το αποφασίσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι εδώ και έναν χρόνο κυβέρνηση και πρώτ’ απ’ όλα κρίνεται με αυτή την ιδιότητα.