Δεν πολυκατάλαβαν τα τζιμάνια της τηλεοπτικής δημοσιογραφίας τι εννοούσε η κ. Αχτσιόγλου [αλλά μήπως κατάλαβε και η ίδια;] λέγοντας κάτι σαν: η Αριστερά δεν συμπαθεί (;), δεν τα πάει καλά (;) με την κανονικότητα· παρόλα αυτά έπεσαν πάνω της να τη φάνε. Το ερμήνευσαν κάπως σαν: η Αριστερά αρέσκεται σε ανώμαλες κοινωνικές καταστάσεις και άλλες ασυναρτησίες περί των σχέσεων Αριστεράς και κανονικότητας.
Γιώργος Σταματόπουλος
Οταν αυτοί οι δημοσιογράφοι μιλάνε για κανονικότητα εννοούν βεβαίως το βόλεμά τους και τίποτε άλλο πέραν αυτού [του βολέματος]. Μέσα από αυτό το βόλεμα έχουν καταγράψει την πραγματικότητα, ελληνική, ευρωπαϊκή, παγκόσμια. Αφού γι’ αυτούς όλα πάνε καλά, πάνε καλά και για την ελληνική κοινωνία αλλά για την ανθρωπότητα -μιλάμε για βαθιές αναλύσεις, κοινωνιολογικές, πολιτιστικές, ακόμη και υπαρξιακές. Καθρεφτίζονται αυτοί οι άνθρωποι στα σπίτια τους και βλέπουν στον καθρέφτη την κανονικότητα [πόσο ωραίοι είναι και λοιπά -τέτοια οξυδέρκεια και πολιτική κριτική].
Αλλά κι αυτή η Αριστερά. Δεν μπορούν οι άνθρωποί της να αρθρώσουν μια πρόταση χωρίς να αναγκάζεται ο ακροατής να στύψει την γκλάβα που για να κατανοήσει τι άκουσε ή τι διάβασε. Καλή η ελλειπτικότητα, οι υπαινιγμοί, οι μεταφορές και οι συμβολισμοί, ας τα αφήσει όμως καλύτερα αυτά για τους λογοτέχνες [της], για τους ποιητές της, για τους διανοούμενους που την «υπηρετούν». Υπάρχει το πρόβλημα βέβαια εάν κυκλοφορούν στους κόλπους της όλοι οι προαναφερθέντες λογιώτατοι. Οταν έχεις να αντιμετωπίσεις τέτοιου βεληνεκούς δημοσιογράφους, πιστούς του φιλελευθερισμού και -κυρίως- της Δεξιάς, οφείλεις να στρογγυλέψεις λίγο τον λόγο σου, να λειάνεις τον «κυβισμό» σου ή όπως θες να αποκαλείς τον έντεχνο λόγο σου.
Οπως είναι γνωστό εδώ και χιλιετίες ουδέποτε επικράτησε κάποια κανονικότητα σε οποιαδήποτε κοινωνία, εκτός, είπαμε, εάν εννοούν κανονικότητα τις κοινωνίες της βάναυσης οικονομικής και εν γένει κοινωνικής ανισότητας. Ποια ήταν λοιπόν η «κανονικότητα» πριν από τον κοβίντιο;
Η ανεργία, προφανώς, η απώλεια θέσεων εργασίας, οι αυθαίρετες απολύσεις εκ μέρους των εργοδοτών, η αλόγιστη χρήση βίας των αστυνομικών οργάνων εναντίον ανυπεράσπιστων πολιτών ή όσων διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους, ο εξευτελισμός των συνδικάτων, τα φορολογικά προνόμια που έδινε η κυβέρνηση στους κατέχοντες, η ακηδία της κυβέρνησης ου μην και η περιφρόνησή της προς τον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα παραγωγής, η χύδην συμπεριφορά του ελληνικού κράτους προς τους πρόσφυγες και βεβαίως η προσκόλληση της θρησκείας στα της Πολιτείας. Αυτή ήταν η κανονικότητα για την οποία κάνει λόγο και η ίδια η κοινωνία, εννοώντας τουλάχιστον την απώλεια της παρέας [και του συμποσιασμού ίσως].
Δεν είναι νόμος ότι σε δύσκολες, εθνικές, καταστάσεις η κοινωνία συστρατεύεται με την εκείνη τη στιγμή κυβέρνησή της -θέλει να ακούσει έναν σοβαρό λόγο από την αντιπολίτευση· αλλά στην κυριολεξία σοβαρό και όχι ανέξοδες κατηγορίες και καταγγελίες για την ανικανότητα ή ανεπάρκεια της κυβέρνησης που χειρίζεται αυτές τις καταστάσεις. Οφείλει να καταθέσει τις προτάσεις της και αυτό: απλά, κατανοητά, με σαφήνεια, με καθαρότητα και όχι με σοφιστείες δήθεν μετανεωτερικά ληρήματα.
efsyn.gr/








