Σε ένα σπίτι που καίγεται δεν μπορείς να συνθέτεις σονάτες για την ομορφιά των λεπιδόπτερων. Κάπως έτσι το ’χα διαβάσει. Είναι υποθέτω το αντίστοιχο του αρχαιοπρεπούς «των οικιών ημών εμπιπραμένων ημείς άδομεν», παράφραση κι αυτό από μύθο του Αισώπου.
Η Χαρά Τζαναβάρα, συνάδελφος που έφυγε νωρίς, έλεγε ότι δεν μπορεί ένας δημοσιογράφος να γράφει «μια ωραία πεταλούδα», περί ανέμων και υδάτων δηλαδή. Κι όμως είναι στιγμές που δεν θέλει κανείς να γράφει τα σοβαρά, για τα σπίτια των Παλαιστινίων που καίγονται και οι έποικοι όχι απλώς τραγουδάνε αλλά πανηγυρίζουν, αλλά θέλει να γράφει για ωραίες πεταλούδες. Είναι στιγμές που δεν θέλει κανείς να γράφει ή να διαβάζει για το οχτάωρο που καταργείται, τη ζωή μας που γίνεται λάστιχο, την απεργία που πρακτικά θα απαγορεύεται, έτσι κι αλλιώς τα ζούμε.
Αφροδίτη Τζιαντζή
Μια τέτοια στιγμή ήταν κι αυτή, όταν είδα έπειτα από καιρό την Κατερίνα, πυρηνική γιατρό, φρεσκο-συνταξιούχα, να κάθεται σε καφενείο που μόλις ξανάνοιξε, στην πλατεία Βραζιλίας. «Κάτσε να σε κεράσω, μη φοβάσαι έχω κάνει το εμβόλιο και τις δύο δόσεις, είμαι τόσο χαρούμενη, ξεμύτισα σαν το σαλιγκάρι μετά τη βροχή». Οι άνθρωποι είχαν όντως ψιλοχαζέψει που ξαναβγήκαν μετά την καραντίνα και ποιος μπορεί να τους αδικήσει. Τα έλεγε κι ο Νίκος, ο κυνικός διανοούμενος της «Εφ.Συν.»: «Βλέπω ζευγάρια έξω σε καφέ, να κάνουν αυτά που σιχαινόμουν, η μία κολλημένη στο κινητό, ο άλλος να κοιτάει αλλού και σχεδόν τους χαίρομαι. Τι σου κάνει η κλεισούρα…».
Εχει δίκιο. Είναι στιγμές που τραγουδάμε σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου. Χαρούμενοι που σαν να μισοτελειώνει ο πόλεμος κατά του «αόρατου εχθρού», κι ας ξέρουμε ότι καίγονται τα σπίτια μας, καίγεται η γειτονιά μας, ότι κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε, τα τύμπανά του δίπλα μας είναι και χτυπάνε.
efsyn.gr








