Συνέντευξη του Χάρη Γολέμη με τον Αντώνη Νταβανέλο στην εφημερίδα «Η Εποχή».
Συμπληρώνονται, φέτος, είκοσι χρόνια, από την πραγματοποίηση, στην Αθήνα, στις 4-7 Μαϊου 2006, του 4ου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ (ΕΚΦ), που συνδιοργανώθηκε από το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ (ΕΛΚΦ) και την Πρωτοβουλία «Γένοβα 2001». Με την ευκαιρία αυτής της επετείου, σκεφτήκαμε να συζητήσουμε με τον δημοσιογράφο Αντώνη Νταβανέλο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, αλλά και για διάφορα σύγχρονα πολιτικά ζητήματα. Ο Νταβανέλος είναι ιστορικό στέλεχος του τροτσκιστικού χώρου, με δράση στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, μέλος της Διεθνιστικής Εργατικής Αριστεράς (ΔΕΑ), μιας οργάνωσης που έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση του 4ου ΕΚΦ, αλλά και γενικότερα στις δράσεις του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος. Δημοσιεύουμε εδώ το σύνολο της συζήτησής μας, ένα μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε το Σάββατο στην έντυπη Εποχή.
Χ.Γο.
—
Ας αρχίσουμε με την εκτίμησή σου για το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα και τα κοινωνικά φόρουμ, στα χρόνια της δραστηριοποίησής τους.
Ζούμε σε μια περίοδο μεγάλης δυσκολίας και για το κίνημα και για την Αριστερά, που όμως δεν είναι πρωτόγνωρη. Αντίστοιχη, και μάλιστα δυσκολότερη ήταν η δεκαετία του 1990. Η επικράτηση, τότε, του νεοφιλελευθερισμού στη Δύση, σε συνδυασμό με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη διάψευση των υποσχέσεων για έναν άλλο δρόμο στην Κίνα του Μάο είχαν οδηγήσει στο φαινόμενο της αριστερής μελαγχολίας.
Το ξεπέρασμα αυτής της κρίσης της Αριστεράς έγινε, προφανώς όχι εύκολα, μέσω του αντιπαγκοσμιοποιητικού και αντιπολεμικού κινήματος των αρχών του 21ου αιώνα. Πριν μιλήσουμε γι’ αυτό και για τα φόρουμ, θέλω να αναφερθώ σε κάποιες προηγούμενες αγωνιστικές εμπειρίες και στη σημασία τους: στα σημαντικά αλλά συχνά υποτιμημένα κινήματα της Λατινικής Αμερικής-των ακτημόνων στη Βραζιλία, των ιθαγενών στο Μεξικό-, στις αντιρατσιστικές και αντιπολεμικές δράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και, κυρίως στον μεγάλο γαλλικό Δεκέμβρη-με έμφαση στην εργατική του διάσταση-όπου κυριάρχησε το σύνθημα ‘Tous Ensemble’ (Όλοι μαζί), το οποίο κατά τη γνώμη μου λειτούργησε ως οδηγός για τις μετέπειτα δράσεις του παγκόσμιου κινήματος και των φόρουμ.
Το σύνθημα αυτό δεν ήταν απλώς μια γενική έκκληση ενότητας· είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, το οποίο κατανοούσαν όσοι/ες συμμετείχαν ενεργά στους αγώνες. Το πνεύμα ενότητας επανεμφανίστηκε στο Σιάτλ, όπου κυριάρχησε το σύνθημα «Οι Teamsters μαζί με τα ‘χελωνόπαιδα’», δηλαδή η συμμαχία ενός ιστορικού ριζοσπαστικού αμερικανικού συνδικάτου με τους οικολόγους, και γενικότερα η συμμαχία του εργατικού κινήματος με τον κόσμο των κοινωνικών κινημάτων. Αυτή η συμμαχία έκανε πράξη το συγκεκριμένο σημαντικό γεγονός, αντέχοντας την τρομερή καταστολή της αμερικανικής Εθνοφρουράς.
‘Όλες αυτές οι κινητοποιήσεις έδωσαν στο κίνημα μια κατεύθυνση: τη δημιουργία ενός υποκειμένου που συγκροτείται στη βάση της ενότητας στη δράση. Την κατεύθυνση αυτή ακολούθησε το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, έχοντας ως σύνθημα τη φράση «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Εξετάζοντας επιπόλαια το σύνθημα θα μπορούσε κάποιος να το θεωρήσει επιφανειακό. Όμως, η πραγματικότητα ήταν ότι διέθετε μια ισχυρή κινητοποιητική δύναμη και συσπείρωνε ευρύτερες δυνάμεις.
Στην Ευρώπη, το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα εκδηλώθηκε μέσα από μια σειρά κινητοποιήσεων: πρώτα στην Πράγα, τον Σεπτέμβριο του 2000, ενάντια στο ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα -μια δύσκολη κινητοποίηση, χωρίς επιτυχία, στην οποία αφήσαμε πίσω μας συντρόφους που συνελήφθησαν από την τσέχικη αστυνομία και κρατήθηκαν στις υπόγειες φυλακές της Πράγας, μετά στη Νίκαια, μαζί με τα συνδικάτα, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ και, τέλος στη Γένοβα, τον Ιούλιο του 2001, ενάντια στη Σύνοδο των G8, μια συγκρουσιακή κινητοποίηση που θεωρείται ορόσημο του κινήματος.
Στην εξέλιξη αυτής της πορείας, οι κυβερνήσεις, οι διεθνείς θεσμοί, ακόμα και ο Τύπος συνειδητοποίησαν ότι αυτό το κίνημα είναι επικίνδυνο γιατί δημιουργεί ελπίδες και διαμορφώνει προσανατολισμούς∙ έτσι αποφασίστηκε να αντιμετωπιστεί με βίαιο τρόπο. Η άσκηση βίας άρχισε στη Γένοβα. Η δολοφονική μανία που αντιμετωπίσαμε εκεί ήταν τρομερή και αν δεν υπήρχαν οι σύντροφοι της ιταλικής Αριστεράς-το φάσμα από την Επανίδρυση μέχρι τους COBAS-εκτός από τον Τζουλιάνι, μπορεί να υπήρχαν και άλλα θύματα.
Το γεγονός ότι οι «από πάνω» έπαψαν να αντιμετωπίζουν το κίνημα με έναν ήπιο τρόπο έθετε σ’ αυτό ζητήματα στρατηγικής: πού πάμε από εδώ και πέρα; Η εύκολη απάντηση ήταν αυτή του Μπλακ Μπλοκ: να συνεχιστεί η σύγκρουση στον δρόμο, και όπου βγει. Αυτή η απάντηση δεν ήταν πειστική ούτε στα ίδια τα «μέλη» του. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη Γένοβα, το Μπλακ Μπλοκ ουσιαστικά καταρρέει, δεν κατορθώνει σε καμιά άλλη κινητοποίηση να έχει μαζικότητα αντίστοιχη αυτής που είχε στη Γένοβα ή, προηγουμένως, στην Πράγα.
Στο υπόλοιπο κίνημα, που ήταν ο κορμός των φόρουμ, υπήρξαν δύο απαντήσεις. Η πρώτη ήταν η αναδίπλωση με διάφορες μορφές. Οι περισσότερες κοινωνικές οργανώσεις, όπως το Attac, υιοθέτησαν την αυταπάτη της κατάθεσης «εποικοδομητικών προτάσεων», επιλέγοντας τον διάλογο αντί της σύγκρουσης. Η δεύτερη απάντηση προήλθε από τις πιο συγκροτημένες ριζοσπαστικές αριστερές δυνάμεις, όπως η Επανίδρυση, οι οποίες στήριζαν πλατιές συλλογικότητες. Αυτές πρότειναν δύο κινήσεις: την τοπικοποίηση, δηλαδή την επιστροφή στον εθνικό χώρο δράσης (καθώς δεν ήταν δυνατόν το κίνημα να συνεχίσει την πορεία του μόνο με διεθνείς συναντήσεις), και την επιστροφή στην πολιτική.
Την επιστροφή στην πολιτική είχε ήδη προτείνει ο Ντανιέλ Μπενσαϊντ στο βιβλίο του Stratégie et parti (Στρατηγική και κόμμα). Αυτή η πρόταση, ξεκινώντας από τον κόσμο των φόρουμ, το οποίο είχε ως οδηγό το σύνθημα «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» και ως μέθοδο τη λογική του ενιαίου μετώπου, δηλαδή την ενότητα στη δράση, οδηγούσε σε μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση. Πολλοί υποστηρίζουν ότι στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης δημιουργήθηκαν, αργότερα, τα λεγόμενα «πλατιά κόμματα» ή «κόμματα-κινήματα»: το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Σκωτίας-SSP και το Respect στη Βρετανία, το Bloco στην Πορτογαλία, οι Podemos στην Ισπανία, η Linke στη Γερμανία και ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Δεν με βρίσκει σύμφωνο αυτός ο ορισμός για τα εν λόγω κόμματα, που δεν ήταν παντού τα ίδια. Προτιμώ τον όρο «ενιαίο μέτωπο στο πολιτικό πεδίο».
Από αυτά που έχεις πει μέχρι τώρα είναι σαφές ότι θεωρείς πως το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα και τα φόρουμ έπαιξαν έναν πολύ σημαντικό ρόλο εκείνην την περίοδο και οδήγησαν σε σημαντικές εξελίξεις.
Θα έλεγα ότι έπαιξαν έναν ιστορικό ρόλο. Εντάξει, ο όρος «ιστορικός» ίσως είναι υπερβολικός αν συγκρίνουμε το συγκεκριμένο κίνημα και τα φόρουμ με τις μεγάλες επαναστάσεις που άλλαξαν τον κόσμο, αλλά πάντως ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή, που σηματοδότησε την έξοδο από μια περίοδο κάμψης και αδυναμίας των κινημάτων διεθνώς.
Το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ είναι ένα καλό παράδειγμα τοπικοποίησης και ριζοσπαστικής πολιτικής. Πριν φτάσουμε στην πολύ πετυχημένη διοργάνωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ της Αθήνας, τον Μάιο του 2006, υπήρξαν και στη χώρα μας κάποιες μάλλον υποτιμημένες δράσεις. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες από αυτές. Πρώτα, τη διαδήλωση στο Ναύπλιο, που είχε απίστευτη επιτυχία. Σε μια μικρή πόλη, χωρίς κίνημα, στην οποία συναντιόνταν οι υπουργοί Εργασίας των χωρών-μελών της ΕΕ, καταφέραμε να οργανώσουμε μια διαδήλωση πολλών χιλιάδων ανθρώπων. Το ίδιο έγινε στη Βέροια, στη συνάντηση των υπουργών Δημόσιας Τάξης της ΕΕ∙ σ’ αυτήν τη σχετικά απομονωμένη πόλη πραγματοποιήθηκε μια θηριώδης διαδήλωση. Ακολούθησε η Θεσσαλονίκη, με το Πόρτο Καράς, κατά την διάρκεια της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ. Και θα πρόσθετα, γιατί είναι πολύ επίκαιρο σήμερα, τη μεγάλη πανελλαδική διαδήλωση προς τη βάση της Σούδας, στην Κρήτη. Σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις δείξαμε ότι είμαστε ένα δυναμικό νέο κίνημα που γεννούσε πολλές ελπίδες.
Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ της Αθήνας, που οργανώθηκε από το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ και την Πρωτοβουλία «Γένοβα 2001», σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Οι συζητήσεις, δηλαδή η εσωτερική διάσταση του Φόρουμ, ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και ουσιαστικές. Τα ζητήματα που αντιμετωπίζαμε τότε δεν ήταν καθόλου απλά. Θυμάμαι την αντιπαράθεση για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν-με τη μια πλευρά να λέει «ούτε Μπους, ούτε Ταλιμπάν» και την άλλη ότι «η προτεραιότητα είναι να ηττηθούν οι Αμερικάνοι»-τη συζήτηση για τον νεοφιλελευθερισμό, με κάποιους συντρόφους να θεωρούν ότι η χρήση αυτού του όρου ήταν μια υποχώρηση γιατί δεν μιλούσαμε καθαρά για τον καπιταλισμό. Υπήρχαν, επίσης, σημαντικές συζητήσεις για τα ζητήματα του φύλου και της ομοφοβίας που σήμερα μπορεί να θεωρούνται αυτονόητα, αλλά τότε δεν είχαν ακόμη γίνει απολύτως αποδεκτά ούτε μέσα σε τμήματα της Αριστεράς.
Στην εξωτερική διάσταση του Φόρουμ, υπήρξε η διαδήλωση μετά το τέλος των εργασιών του, η οποία ήταν μαζική και δυναμική, με τις δυνάμεις μας να δείχνουν ιδιαίτερη ψυχραιμία όταν η αστυνομία άρχισε τη ρίψη δακρυγόνων, γεγονός που εξέπληξε και σχολιάστηκε πολύ θετικά, ιδιαίτερα από τους συντρόφους μας των COBAS.
Πώς παρ’ όλα αυτά τα σημαντικά που ανέφερες ότι έγιναν τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, τα φόρουμ εξαφανίστηκαν στη συνέχεια. Γιατί συνέβη αυτό; Μήπως ισχύει η άποψη ορισμένων ότι τα κινήματα είναι σαν τις πυγολαμπίδες, που έχουν έναν συγκεκριμένο χρόνο ζωής και μετά σβήνουν;
Δεν συμφωνώ με την παρομοίωση του κινήματος με πυγολαμπίδα. Εγώ θα το παρομοίαζα με ποτάμι που, λόγω της διαφοράς στη ροή του, άλλοτε μοιάζει με ρυάκι και άλλοτε με χείμαρρο, κάτι που εξαρτάται και από το υπόστρωμα. Για παράδειγμα, αν δεν είχαν προηγηθεί αυτά που είπαμε δεν είναι βέβαιο ότι θα υπήρχε στη συνέχεια η αντίσταση για το άρθρο 16, και η ήττα του πολιτικού συνασπισμού της κυβέρνησης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Το ίδιο ισχύει και για τον Δεκέμβρη του 2008, καθώς και για τους κοινωνικούς αγώνες στη διάρκεια της κρίσης. Θα έλεγα ότι «είχε σκαφτεί» το έδαφος, είχε γίνει μια προεργασία, είχε δοθεί μια κατεύθυνση.
Εκείνη την εποχή έκανα εργατικό ρεπορτάζ και μου είχε κάνει εντύπωση το γεγονός ότι, για πρώτη φορά μετά από την εργατική μεταπολίτευση του 1977-78, υπήρχε πάλι στα συνδικάτα ένα τμήμα, μειοψηφικό αλλά πάντα πολύτιμο, που είχε αρχίσει να σκέφτεται ότι υπάρχει και άλλος δρόμος. Το σύνθημα «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» παρότρυνε κάποιους συνδικαλιστές να σκεφτούν ότι η υποταγή στον εργοδότη και ο κοινωνικός εταιρισμός, δεν είναι μονόδρομος∙ υπάρχει κι άλλος δρόμος. Αυτό σήμαινε ότι δεν κόπηκε τελείως το νήμα των κινητοποιήσεων που είχαν προηγηθεί. Αυτή η πορεία —το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, το άρθρο 16, ο Δεκέμβρης του 2008— δημιούργησε νέες συνθήκες, διαμόρφωσε μια διαφορετική συνείδηση στον κόσμο.
Η άποψή μου, στην οποία επιμένω, είναι ότι σε εκείνο το κίνημα και στα φόρουμ οικοδομήθηκε ο Χώρος Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς που, με τη σειρά του, οδήγησε στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό αξίζει να το γνωρίζουν όσοι σήμερα νομίζουν ότι η πολιτική δύναμη χτίζεται εύκολα και χωρίς βάθος.
Παρά το γεγονός ότι το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα άφησε πολύτιμες παρακαταθήκες, σε μια κρίσιμη στιγμή έδειξε τα όριά του. Αναφέρομαι στην καταπληκτική παγκόσμια διαδήλωση για τον πόλεμο στο Ιράκ, που όμως δεν κατάφερε να τον σταματήσει.
Δεν καταφέραμε να σταματήσουμε τον πόλεμο-αυτό είναι γεγονός. Έχω την άποψη, όμως, ότι τίποτα δεν πάει χαμένο. Οι κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο, παρ’ ό,τι δεν κατάφεραν να τον σταματήσουν, φόρτωσαν τις κυβερνήσεις με σημαντικό πολιτικό κόστος και τις έκαναν πιο διστακτικές να εφαρμόζουν τις ακραίες πολιτικές τους. Επιπλέον, η νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία και οι ηγέτες της, ιδιαίτερα ο Μπλερ, πλήρωσαν ένα σκληρό αντίτιμο στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο για τον πόλεμο που οργάνωσαν. Από αυτήν την άποψη, οφείλουμε πολλά στους ανθρώπους που κινητοποιήθηκαν τότε.
Θεωρώ ότι από όσα έχεις αναφέρει μέχρι τώρα εξηγούνται οι λόγοι της συμμετοχής της ΔΕΑ στον Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς; Εξακολουθείς, σήμερα, να θεωρείς ότι αυτή η απόφασή σας ήταν σωστή;
Αναμφισβήτητα, ναι. Δεν μετανιώνω στιγμή για την επιλογή μας. Για να χτίσεις κινητοποιήσεις που να μπορούν πραγματικά να απειλήσουν τον αντίπαλο χρειάζεται δύναμη και η συγκέντρωση δύναμης περνάει μέσα από τον κόσμο. Στην κοινωνία συνυπάρχουν διαφορετικές ιδέες: μεταρρυθμιστικές αντιλήψεις και πιο ριζοσπαστικές προσεγγίσεις. Προκειμένου να κινητοποιηθεί ο κόσμος πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτή η διαβάθμιση ιδεών και στρατηγικών προσανατολισμών, ιδιαίτερα σε περιόδους ήττας όπου η δυσκολία να φανταστεί κάποιος μια διαφορετική προοπτική είναι πολύ μεγάλη. Γι’ αυτό ήταν αναγκαίο να συμπράξουμε με όσους αποδέχονταν την πρόκληση και έλεγαν «ναι, πρέπει να κινητοποιηθούμε ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και στον πόλεμο». Όσοι ήταν διατεθειμένοι να δουλέψουν για να κάνουμε μια μεγάλη κινητοποίηση στο Ναύπλιο ήταν ευπρόσδεκτοι, ανεξάρτητα από πολιτικές διαφορές. Αυτή η αντίληψη ανήκει στις καλύτερες παραδόσεις της Αριστεράς.
Το ίδιο ερώτημα αφορά τη συμμετοχή της οργάνωσής σου στον Χώρο Διαλόγου.
Η απάντησή μου είναι ακριβώς η ίδια με αυτήν που έδωσα πριν. Ο Χώρος Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς ήταν μια πολύ πετυχημένη πρωτοβουλία. Σ’ αυτό συμφωνούσαν και σύντροφοι στο εξωτερικό τους οποίους εμπιστευόμουν, όχι απαραίτητα επειδή συμφωνούσαμε πολιτικά, αλλά επειδή τους θεωρούσα πιο έμπειρους και δοκιμασμένους. Δεν αρχίσαμε να λειτουργούμε στη βάση κάποιων ειλημμένων αποφάσεων για το πού θα καταλήξει η πρωτοβουλία μας· υπήρχε ένα στάδιο αναζήτησης με πραγματικό περιεχόμενο. Όλοι και όλες δοκιμάζαμε τα όριά μας. Αυτή η διαδικασία τροφοδοτούσε μια ουσιαστική συζήτηση. Θεωρώ ότι ο Χώρος Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς αποτέλεσε μια σπάνια στιγμή πολιτικής ωριμότητας. Πραγματικά σπάνια.
Στη σημερινή περίοδο του μεγάλου κατακερματισμού των αριστερών πολιτικών δυνάμεων, αναρωτιέμαι πώς ήταν δυνατόν να συνυπάρχουν, τότε, σε μια κοινή συλλογικότητα οργανώσεις μαοϊκές, τροτσκιστικές, ευρωκομμουνιστικές, σοσιαλιστικές κλπ. Για τον ΣΥΡΙΖΑ κάποιοι έλεγαν και συνεχίζουν να λένε ότι αυτό οφειλόταν στη μαεστρία, αρχικά του Αλαβάνου και μετά του Τσίπρα. Όμως, στον Χώρο Διαλόγου δεν υπήρχε κάποιος μαέστρος. Πώς διατηρήθηκε η συνοχή του;
Θεωρώ ότι αυτό οφείλεται σε σύμπτωση διαφόρων παραγόντων. Κατ’ αρχάς, υπήρχε η εξωτερική πίεση. Οι επιτυχίες μας στα φόρουμ μάς υποχρέωναν να διερευνήσουμε τι θα κάνουμε στη συνέχεια. Επίσης, μεγάλη λόγω των εξελίξεων ήταν και η πίεση του κόσμου μας. Τέλος, υπήρξε τότε ένας πυρήνας έντιμων στελεχών, που δεν έβαζαν τρικλοποδιές ο ένας στον άλλον. Κάθε ένας από εμάς έθετε τους όρους του, όχι υποκριτικούς για να ξεσκεπάσουμε τον άλλον -αυτό είναι παιδιάστικο και δεν χτίζει τίποτα. Θέταμε όρους αλληλοσεβασμού των ορίων μας, των κόκκινων γραμμών μας. Αυτό δεν έγινε σε μια συνεδρίαση, ήταν κάτι που χτίστηκε σταδιακά.
Ας μιλήσουμε και για τη συμμετοχή της ΔΕΑ στον ΣΥΡΙΖΑ, παρ’ ό,τι αναγνωρίζω ότι είναι δύσκολο να κρίνει κάποιος την απόφασή του να συμμετάσχει κάποτε σε έναν φορέα, από τον οποίο μετά αποχώρησε λόγω ριζικών διαφωνιών.
Δεν είναι εύκολο, πράγματι, να αποσυνδέσει κανείς την αρχή με όσα συνέβησαν στη συνέχεια. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απόφαση για τη συμμετοχή μας δεν πάρθηκε εν κενώ, σε κάποιο γραφείο. Θεωρούσαμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν η φυσική συνέχεια του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ και του Χώρου Διαλόγου και Κοινής Δράσης. Επρόκειτο για την «επιστροφή στην πολιτική» του Μπενσαΐντ, στη οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Υπ’ αυτήν την έννοια, εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι η απόφαση της ΔΕΑ να συμμετάσχει σ’ αυτήν την, αρχικά, ριζοσπαστική πολιτική απόπειρα ήταν σωστή.
Θεωρείς ότι η υπογραφή του τρίτου μνημονίου, που σας οδήγησε στην αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ οφειλόταν στην επικράτηση του μεταρρυθμιστικού (ευρωκομμουνιστικού) ρεύματος στο εσωτερικό του ή ότι ήταν αποτέλεσμα της αντιδημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος και της λήψης των κρίσιμων αποφάσεων από τον Αλέξη Τσίπρα και μια μικρή ομάδα στελεχών γύρω από αυτόν;
Θα έλεγα ότι οφειλόταν και στα δύο. Δεν φτάσαμε μπροστά στα κρίσιμα ζητήματα από τη μια μέρα στην άλλη. Η σύγκρουση με τον αρχηγικό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ υπήρχε από νωρίς-και δεν έγινε μόνο από τις εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις του εγχειρήματος. Υπήρξαν στελέχη του Συνασπισμού, που και αυτά διαφωνούσαν με την εν λόγω εξέλιξη και που σε κρίσιμες στιγμές τοποθετήθηκαν καθαρά απέναντι στο φαινόμενο του αρχηγισμού. Παρά τις όποιες αντιστάσεις μας, ηττηθήκαμε. Επιτρέψαμε στον Τσίπρα και σε μια ομάδα γύρω του να επιβάλουν ένα μοντέλο λειτουργίας, το οποίο πέρα από το ότι είναι αντίθετο στις αρχές της Αριστεράς -ότι τα αριστερά κόμματα είναι συλλογικά-αποδείχτηκε και πολιτικά πολύ αδύναμο.
Το δεύτερο στοιχείο αφορά την ίδια την πολιτική πορεία του κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν υπήρξε η ανάγκη να πάρει κρίσιμες αποφάσεις, άρχισε βήμα-βήμα να υποχωρεί ακόμα και από τις ιδρυτικές του κατευθύνσεις. Η πολιτική απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου στηριζόταν σε τρείς πυλώνες: σύγκρουση με τη λιτότητα, πτώση της κυβέρνησης, «καμιά θυσία για το ευρώ». Το τελευταίο ήταν ένας συμβιβασμός που αντανακλούσε τον συσχετισμό δύναμης στο εσωτερικό του κόμματος. Αυτός ο συμβιβασμός όχι μόνο δεν τηρήθηκε, αλλά δεν δοκιμάστηκε καν.
Η εξέλιξη στον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν αναπόφευκτη, αλλά δεν ήταν και τυχαία. Η ιστορία του γράφτηκε μέσα από τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του, στις οποίες αρνητικό ρόλο έπαιξαν και κάποια ριζοσπαστικά στοιχεία του.
Επηρεάζει και σε ποιο βαθμό αυτή η εμπειρία το ενδεχόμενο συμμαχιών της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, στη σημερινή συγκυρία, για τη συγκρότηση ενός εναλλακτικού πόλου απέναντι στη ΝΔ και το αυταρχικό, αντιδημοκρατικό κράτος της Δεξιάς; Είσαι υπέρ του Λαϊκού Μετώπου, του Ενιαίου Μετώπου ή της αυτόνομης δράσης της επαναστατικής Αριστεράς;
Στη διαδρομή που συζητήσαμε προηγουμένως, η οποία στην Ελλάδα άρχισε με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα και τα φόρουμ για να καταλήξει στον Χώρο Διαλόγου και στον ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε μια σημαντική αλλαγή ενός κρίσιμου πολιτικού όρου, η οποία δεν έγινε κατά λάθος. Η αλλαγή άρχισε με μια απόφαση της γαλλικής Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας, της LCR. Αυτή η οργάνωση από το 1968 μέχρι το 2001 αυτοπροσδιοριζόταν ως επαναστατική Αριστερά. Από το 2001 και μετά υιοθετεί για τον εαυτό της τον όρο αντικαπιταλιστική Αριστερά. Επρόκειτο για μια ουσιαστική διαφοροποίηση, δεδομένου ότι αντίθετο στον καπιταλισμό είναι ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων που δεν ήταν τοποθετημένοι στο επαναστατικό στρατόπεδο. Αυτό σήμαινε ότι η οργάνωση αποφάσισε να μη ζητά πια από τα μέλη της να τοποθετούνται στο δίλημμα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση», στο οποίο η απάντηση ήταν παλιά αυτονόητη.
Η συγκεκριμένη «μετατόπιση» από την επαναστατική στην αντικαπιταλιστική ή ριζοσπαστική Αριστερά-οι δύο τελευταίοι όροι χρησιμοποιούνται εναλλακτικά-οφειλόταν στην αποδοχή της πραγματικότητας εκείνης της εποχής. Έτσι, οι οργανώσεις μας, μέσα από κινήματα και αγώνες, αλλά ακόμα και διεκδικώντας την κυβερνητική εξουσία σε κάποιες περιπτώσεις, κατάφεραν τότε να εντάξουν στις γραμμές τους ριζοσπάστες αριστερούς ανθρώπους, που δρούσαν στα κινήματα υιοθετώντας τον δρόμο των ριζικών μεταρρυθμίσεων και όχι αυτόν της επανάστασης. Ο επαναστατικός μαρξισμός μπορούσε να χτιστεί βήμα-βήμα μέσα στις οργανώσεις, όχι να αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη σ’ αυτές.
Να σημειώσω εδώ ότι η τελευταία επαναστατική κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας έγινε στο Ιράν, το 1979. Όλες οι μετέπειτα σημαντικές αλλαγές-στη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα, τη Βραζιλία-έγιναν από ριζοσπαστικές αριστερές δυνάμεις μέσα από εκλογικές διαδικασίες.
Κατά την γνώμη μου, ως προς τις δυνατότητες σημαντικών αλλαγών η σημερινή εποχή είναι ακόμα δυσκολότερη για την Αριστερά από την προηγούμενη. Από αυτές τις δυσκολίες θα μας βγάλουν γεγονότα, όχι αποφάσεις. Γι’ αυτό θεωρώ ότι έχουμε την υποχρέωση να δρούμε σε ένα ενωτικό, μη σεχταριστικό πλαίσιο. Όταν, για παράδειγμα, προσπαθείς να χτίσεις ένα συνδικάτο στον Τύπο θα χρειαστεί να συνεργαστείς ακόμα και με έντιμους, μη ενταγμένους σε μηχανισμούς, σοσιαλδημοκράτες. Το ίδιο ισχύει και στο αντιπολεμικό κίνημα. Το ενιαίο μέτωπο-δηλαδή η συμμαχία επαναστατικών και αγωνιστικών μεταρρυθμιστικών κινήσεων- εξακολουθεί να είναι αναγκαίο τόσο στο κοινωνικό, όσο και στο πολιτικό πεδίο.
Η αποδοχή αυτής της πρόκλησης είναι το ένα σκέλος. Το άλλο αφορά την ύπαρξη των πολιτικών προϋποθέσεων. Την περίοδο στην οποία αναφερθήκαμε, οικοδομήθηκαν-με δυσκολίες-αυτές οι προϋποθέσεις. Εγώ θα ήθελα αυτές να υπάρχουν και σήμερα στο πολιτικό πεδίο, από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι το ΜΕΡΑ 25-Ανυπόταχτη Αριστερά, μέχρι τη Νέα Αριστερά. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν συμβαίνει.
Η ΔΕΑ συμμετέχει στην «Πρωτοβουλία για μια νέα, ενωτική και ανατρεπτική Πολιτική Κίνηση της Αριστεράς». Πρόκειται για πολιτική συμμαχία ή για πρόπλασμα μιας νέας οργάνωσης;
Πρόκειται για μια πολιτική συμμαχία, με μια προσπάθεια να ανοίξει ένας δρόμος απέναντι στο δίδυμο πρόβλημα: σεχταρισμός, από τη μία πλευρά, και διαλυτισμός από την άλλη. Αν αυτή η συμμαχία πάει καλά και χτίσει δεσμούς εμπιστοσύνης-το οποίο, όπως ξέρεις από την εμπειρία σου-χτίζεται και δεν συνομολογείται-εγώ θα ήθελα να ανοίξει ο δρόμος για μια ενιαία πολιτική κίνηση, η οποία στη συνέχεια θα μπορούσε να πρωτοστατήσει στη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου.
Και μια τελευταία πιο γενική ερώτηση. Ποια είναι η θέση σου για τους πολέμους στην Ουκρανία και στο Ιράν;
Θα αρχίσω από τον δεύτερο πόλεμο. Είναι φανερό ότι πρόκειται για συνέχεια της σφαγής στην Παλαιστίνη· αποτελεί μέρος του σχεδίου για τη «Νέα Μέση Ανατολή», με επίκεντρο το «Μεγάλο Ισραήλ». Πρόκειται, επομένως, για έναν εξαιρετικά επικίνδυνο επιθετικό πόλεμο, τον οποίο, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να αντιμετωπίσουμε με έναν διπλό τρόπο: πρώτον, με την αλληλεγγύη στους Παλαιστίνιους χωρίς όρους και προϋποθέσεις —το υπογραμμίζω αυτό— και, δεύτερον, με το σύνθημα «Κάτω τα χέρια από το Ιράν», παρά τις τεράστιες διαφωνίες που έχουμε με το καθεστώς του. Τις αποφάσεις για το μέλλον του Ιράν θα τους πάρει ο ιρανικός λαός και όχι ο Τραμπ και ο Νετανιάχου.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι πιο σύνθετη υπόθεση. Όπως πολλά μεγάλα γεγονότα έχει διπλό χαρακτήρα. Να θυμίσω ορισμένα γεγονότα, που συνέβησαν πριν από την, έτσι κι αλλιώς απαράδεκτη, ρωσική εισβολή. Το 1994, με το Μνημόνιο της Βουδαπέστης, η Ουκρανία συμφώνησε να παραδώσει τα πυρηνικά της όπλα. Σε αντάλλαγμα, η Ρωσία εγγυήθηκε την ανεξαρτησία της και κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία να κάνουν το ίδιο, όπως και έγινε. Δηλαδή, η αμερικάνικη και γενικότερα η δυτική διείσδυση στην Ουκρανία στην ουσία άρχισε με πρωτοβουλία της Ρωσίας. Στη συνέχεια, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ που έγινε στο Βουκουρέστι, τον Απρίλιο του 2008, η Γερμανία και η Γαλλία έβαλαν βέτο στην άμεση ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.
Το 2019, ο Μακρόν δήλωσε ότι το ΝΑΤΟ είναι εγκεφαλικά νεκρό», λόγω της έλλειψης συντονισμού μεταξύ των μελών του και της ουσιαστικής αποδέσμευσης από τη συμμαχία των ΗΠΑ κατά την πρώτη προεδρία του Τραμπ. Μέχρι το 2022, ο πρόεδρος της Γαλλίας επαναλάμβανε αυτήν την άποψη σε διάφορες περιστάσεις. Εξ αιτίας των δηλώσεων του Μακρόν, αλλά και στη βάση γενικότερων πληροφοριών, ο Πούτιν έκανε τότε την εκτίμηση ότι η Βορειοατλαντική Συμμαχία βρισκόταν τουλάχιστον σε στρατηγική σύγχυση, την οποία η Ρωσία μπορούσε να εκμεταλλευτεί. Έτσι, προσαρτήθηκε η και πραγματοποιήθηκε ακόμα μεγαλύτερη διείσδυση στην Ανατολική Ουκρανία. Να σημειώσουμε εδώ ότι από τον Μάιο ως τον Αύγουστο του 2014, πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ ήταν ο Αλεξάντερ Μποροντάι, βουλευτής σήμερα στο κόμμα του Πούτιν και αστέρας της ρωσικής Ακροδεξιάς. Επίσης,, υπουργός Άμυνας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ ήταν ο Ιγκόρ Γκίρκιν, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στις ρωσικές φυλακές, κατηγορούμενος για ακροδεξιά συνομωσία εναντίον του Πούτιν. Δηλαδή, και τα δύο αυτά πρόσωπα ήταν πράκτορες των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών.
Η Ρωσία ξεκινά τον πόλεμο, τον Φεβρουάριο το 2022. Στο πεδίο των μαχών σχεδόν αμέσως προκύπτει ότι η Ουκρανία δεν συνδεόταν με το ΝΑΤΟ, γιατί είχε ελάχιστο οπλισμό. Τα ρώσικα τανκς φτάνουν στο Κίεβο σε μια βδομάδα. Τον Ιούνιο του 2022, γίνεται σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη. Εκεί επανασυσπειρώνεται και εξοπλίζει την Ουκρανία με έναν ρυθμό καταιγιστικό. Αυτό αλλάζει τον χαρακτήρα του πολέμου, που από τότε γίνεται proxy war (πόλεμος δι’ αντιπροσώπων).
Συνεπώς, υπάρχουν δύο πλευρές. Από τη μία, δεν μπορεί να υποτιμηθεί ότι εκδηλώθηκε ένα μίσος των Ουκρανών για τους Ρώσους, αφού αντιστάθηκαν μέσα στις πόλεις, κάτι που σημαίνει ότι ο λαός αντιμετώπισε τους Ρώσους ως εισβολείς. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί επίσης να υποτιμηθεί το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ βρίσκεται πλέον στην Ουκρανία.
Η Ουκρανία είναι σημείο καμπής στην παγκόσμια κατάσταση. Σημαίνει ότι από εδώ και στο εξής οι ανταγωνισμού θα επιλύονται δια της πολεμικής ισχύος. Σήμερα, αυτό που θεωρώ ότι πρέπει να γίνει είναι ο άμεσος τερματισμός του πολέμου και, μετά, η στήριξη με πολιτικά μέσα της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της Ουκρανίας. Όπως στο Ιράν τη λύση θα την δώσει ο ιρανικός λαός, έτσι και στην Ουκρανία τις αποφάσεις θα τις πάρει ο ουκρανικός λαός.
Οι εξελίξεις στην Ουκρανία και το Ιράν μάς φέρνουν αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα και στη δική μας χώρα. Αυτή τη στιγμή λαμβάνονται αποφάσεις τεράστιας σημασίας. Το RearmEurope αποτελεί μια κολοσσιαία υπόθεση, ενώ προχωρούν τόσο οι εξοπλισμοί όσο και η στροφή προς μια πολεμική οικονομία. Κι όμως, πολλά από αυτά περνούν σχεδόν κάτω από το ραντάρ της δημόσιας συζήτησης.
Στη χώρα μας, έχει ήδη ανακοινωθεί η δημιουργία του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), στο οποίο συμμετέχουν περίπου τετρακόσιες επιχειρήσεις που συνεργάζονται με εταιρείες της παγκόσμιας πολεμικής βιομηχανίας, όπως η γαλλική Dassault [Ντασο] και η αμερικανική Lockheed [Λόκχιντ], αναπτύσσοντας μεταξύ άλλων λογισμικά και αμυντικές τεχνολογίες.
Δεν πρόκειται μόνο για οικονομική επιλογή· είναι ταυτόχρονα βαθιά πολιτική. Όταν ενισχύονται τα μιλιταριστικά δίκτυα, οι συνέπειες εμφανίζονται αργά ή γρήγορα μέσα στην ίδια την κοινωνία και την πολιτική ζωή. Γι’ αυτό τα αντιπολεμικά καθήκοντα παραμένουν σήμερα τεράστια. Και αυτό μας γυρνάει σε όσα λέγαμε προηγουμένως. Χρειάζεται ένα αντιπολεμικό κίνημα ανοιχτό να συσπειρώσει όλους όσοι είναι διατεθειμένοι να κινητοποιηθούν απέναντι στη σημερινή επικίνδυνη κατάσταση.
https://rproject.gr/article/i-diahroniki-anagkaiotita-toy-eniaioy-metopoy









Σχόλια (0)