Μόνη «Ελπίδα» η επανακοινωνικοποίηση των υποδομών και των δικτύων

Μόνη «Ελπίδα» η επανακοινωνικοποίηση των υποδομών και των δικτύων

  • |

Ονόμασαν την κακοκαιρία «Ελπίδα» στο πλαίσιο μιας οργουελιανής New Speak. Μήπως εννοούν ότι η Ελπίδα θα πεθάνει τελευταία, αφού θα έχει εξοντωθεί όλος ο ελληνικός λαός από πυρκαγιές και χιονοπτώσεις που αυτή η κυβέρνηση και είναι ανίκανη να τις αντιμετωπίσει και δεν θέλει, γιατί τις εργαλειοποιεί για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ιδιωτών;

Αυτές τις ημέρες, αποκαλύφθηκε μια αλήθεια, την οποία δεν πρέπει να ξεχάσουμε. Αυτό που μας έδειξε ο χιονιάς, η σφοδρή κακοκαιρία που ονομάστηκε «Ελπίδα», είναι ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι καλύτερος από τον δημόσιο. Και ήρθε ο χιονιάς ως κατακλείδα, μαζί με την ακρίβεια και με την πανδημία, για να καταρρίψουν το φρικτό ψέμα της κυβέρνησης και του νεοφιλελευθερισμού εν γένει, ότι δήθεν πρέπει να αποδώσουμε τις δομές του δημοσίου σε ιδιώτες που τα καταφέρνουν, υποτίθεται, καλύτερα.

Μαρία Απατζίδη

Ποιο είναι το κοινό και των τριών περιπτώσεων που εθίγησαν στην πρόταση δυσπιστίας που κατατέθηκε, δηλαδή της κακοκαιρίας, της πανδημίας και της κρίσης ακρίβειας; Στην πανδημία είδαμε τους ιδιώτες κλινικάρχες να μη «λερώνονται» με τον κορονοϊό Covid-19. Την ίδια στιγμή που οι γιατροί και οι νοσηλευτές μας του Δημοσίου έδιναν μάχες έως εσχάτων με τεράστια σωματική και ψυχική εξάντληση για να σώσουν ζωές, η κυβέρνηση έκανε τα δημόσια νοσοκομεία μονοθεματικά, για να ωθήσει τη λοιπή νοσηρότητα στις «covid-free» ιδιωτικές κλινικές που απερίσπαστες κερδοφόρησαν χυδαία πάνω στη θυσία των γιατρών και νοσηλευτών του δημοσίου και πάνω στις απώλειες όλου του ελληνικού λαού. Στην κρίση ακρίβειας τι είδαμε; Είδαμε τα καρτέλ των σουπερμάρκετ και τα καρτέλ της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος να κάνουν πάρτι ανατιμήσεων πολύ πάνω από την αύξηση κόστους της ενέργειας και των πρώτων υλών.

Και έρχεται ως τρίτη και χαριστική βολή ο χιονιάς. Την ίδια ώρα που οι δήμοι προσπαθούσαν να κρατήσουν τους δρόμους ανοικτούς με όσα μέσα διέθεταν, οι ολιγάρχες που εκμεταλλεύονται τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους, όπως η Αττική Οδός, δεν φρόντισαν να δουλέψουν τα εκχιονιστικά, δεν απεγκλώβισαν τους οδηγούς.

Όχι μόνο ανικανότητα: Ένοχη διάλυση του κράτους
Είναι μόνο ανικανότητα; Σίγουρα είναι και ανικανότητα, αλλά πάνω απ’ όλα είναι ότι η συγκεκριμένη κυβέρνηση, αλλά και όλο το μνημονιακό τόξο και των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων, έχει παραδώσει σε συγκεκριμένες εταιρείες ολιγαρχών τους σημαντικούς δρόμους ως μονοπώλιο. Οπότε οι ολιγάρχες δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο να ξοδέψουν έστω κι ένα Ευρώ για να λειτουργήσουν τα εκχιονιστικά ή για να απεγκλωβίσουν οδηγούς, πολύ απλά γιατί ο σκοπός των ιδιωτών είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους τους.

Ονόμασαν την κακοκαιρία «Ελπίδα» στο πλαίσιο μιας οργουελιανής New Speak. Μήπως εννοούν ότι η Ελπίδα θα πεθάνει τελευταία, αφού θα έχει εξοντωθεί όλος ο ελληνικός λαός από πυρκαγιές και χιονοπτώσεις που αυτή η κυβέρνηση και είναι ανίκανη να τις αντιμετωπίσει και δεν θέλει, γιατί τις εργαλειοποιεί για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ιδιωτών; Ή αλλιώς θα εξοντωθεί ο λαός από την πανδημία και την ακρίβεια που επίσης γίνονται ευκαιρίες εκμετάλλευσης από τους ολιγάρχες;
Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, αντιστρόφως, το παράδοξο όνομα με την έννοια ότι η πραγματική ελπίδα θα έρθει μόνο αν μάθουμε από την κακοκαιρία «Ελπίδα». Και αν βγάλουμε τα διδάγματα. Και το δίδαγμα είναι ότι η αυθεντική ελπίδα θα έρθει μόνο μέσα από τη ρήξη με το υπάρχον σύστημα.

Το δίδαγμα είναι ότι στην καλοκαιρία οι ολιγάρχες βγάζουν αμέτρητα λεφτά από πανάκριβα διόδια. Στην κακοκαιρία, επειδή έχουν τη δύναμη του μονοπωλίου, που τους έχουν παραχωρήσει οι κυβερνήσεις του μνημονιακού τόξου, αφήνουν την Αττική Οδό να γίνει Αρκτική Οδός και τους οδηγούς να υποφέρουν από συνθήκες πολικού ψύχους, γιατί πολύ απλά μπορούν. Ναι, γιατί μπορούν να μην ξοδέψουν ούτε ένα ευρώ για εκχιονιστικά, αφού είναι μονοπώλιο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, -την οποία δεν μπορούμε παρά να μεμφόμαστε όλες οι προοδευτικές δυνάμεις-, είναι και ανίκανη. Αλλά είναι και κάτι χειρότερο: Είναι ένοχη! Γιατί οδηγεί σε μία προγραμματισμένη και προσχεδιασμένη αποτυχία το Δημόσιο, σε όλους τους τομείς, υγεία, υπηρεσίες και δίκτυα, ώστε να τα ωθήσει στην ιδιωτικοποίηση και τη λεηλασία από τους ολιγάρχες.

Επί Νέας Δημοκρατίας η Ελλάδα έχει καταστεί το πρώτο αποτυχημένο κράτος (failed state), όχι μετά από πόλεμο ή από βομβαρδισμό, αλλά μετά από ειρήνη στα χέρια της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Στις πυρκαγιές αναγκαστήκαμε να περιμένουμε τους Ρουμάνους πυροσβέστες να μας σώσουν. Μακάρι να υπήρχαν και Ρουμάνοι εκχιονιστές! Αυτό που είδαμε εντέλει ήταν μια επέμβαση του ελληνικού στρατού, ο οποίος έσπευσε με την αυταπάρνηση βεβαίως των απλών φαντάρων και στρατιωτών να βοηθήσει στην κατάσταση. Αλλά την ευθύνη τη φέρει ακέραια η κυβέρνηση γιατί έδωσε και πάλι ένα θλιβερό θέαμα μιλιταρισμού και μάλιστα προς σωτηρία των ολιγαρχών.

Το πρόβλημα δεν είναι απλά διαχειριστικό: Είναι ζήτημα κοινωνικοποίησης των υποδομών
Για να γίνει η κακοκαιρία «Ελπίδα» όντως ελπίδα, πρέπει να συνδεθεί με την αλήθεια. Και η αλήθεια που χρειάζεται να θυμόμαστε ξανά και ξανά, όσο χρειαστεί, είναι η αλήθεια που αναδύθηκε με αποκαλυπτική ενάργεια αυτές τις τελευταίες μέρες: Ότι οι ολιγάρχες στην Ελλάδα είναι παρασιτικοί, κρατικοδίαιτοι εισοδηματίες. Το μνημονιακό τόξο είναι μια «Μήδεια» που σκοτώνει τα παιδιά του λαού. Και η ελπίδα θα έρθει μόνο αν επανακοινωνικοποιηθούν το ταχύτερο δυνατό οι θεμελιώδεις υποδομές, υπηρεσίες, δίκτυα και αγαθά κοινής ωφελείας, που αυτή τη στιγμή καταστρέφονται στα χέρια των παρασιτικών ολιγαρχών.
Και μπορεί να μεμφόμαστε όλες οι προοδευτικές δυνάμεις την κυβέρνηση γιατί είναι και ανίκανη και ένοχη. Γιατί και δεν μπορεί να αποτρέψει τη διάλυση του κρατικού μηχανισμού, την αβάσταχτη ακρίβεια, το θανατικό του κορονοϊού. Αλλά και γιατί δεν το θέλει. Γιατί επιθυμεί τη διάλυση του κράτους, των δικτύων και της δημόσιας υγείας, για να τα σύρει στην ιδιωτικοποίηση.

Όμως πρέπει να θέσουμε στους εαυτούς μας πάντα ένα ερώτημα. Ποια είναι η ελπίδα αυτής της χώρας; Να φύγουν αυτοί οι ολιγάρχες και να αντικατασταθούν από άλλους ολιγάρχες; Να φύγει μια δεξιά κυβέρνηση ολιγαρχών και να έρθει μια δήθεν αριστερή, μια δήθεν προοδευτική κυβέρνηση ολιγαρχών; Η ιδιωτικοποίηση των κρίσιμων υποδομών είναι ένα ζήτημα όλων ανεξαιρέτως των κυβερνήσεων του μνημονιακού τόξου. Θυμίζουμε ενδεικτικά και την περίοδο 2015-2019 τις παραχωρήσεις του 67% του ΟΛΠ στην Cosco, του 68% του ΟΛΘ στην κοινοπραξία SEGT, του 66% του ΔΕΣΦΑ στο όμιλο SENFLUGA Energy, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην ιταλική (κρατική) Ferrovie, έναντι 45 εκατομμυρίων Ευρώ, της έκτασης του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού στον Λάτση έναντι 92 ευρώ το τ.μ., των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στη γερμανική (ημικρατική) Fraport, του 49% του ΑΔΜΗΕ, παραχωρώντας σε ιδιώτες το δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος της χώρας, του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος», με την 20ετή παράταση της σύμβασης παραχώρησης, του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΕΣΣΤΥ, της εταιρείας συντήρησης του τροχαίου υλικού του ΟΣΕ, του 5% των μετοχών του ΟΤΕ στη Deutsche Telecom κ.ο.κ.

Για αυτό και η πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ, με τον τρόπο που τη διαπραγματεύτηκε η αξιωματική αντιπολίτευση, φάνηκε σαν να έχουμε να κάνουμε απλώς με ένα διαχειριστικό πρόβλημα, δηλαδή να κάνει το κράτος απλώς μια λίγο καλύτερη διαχείριση επί του ίδιου δεδομένου των ιδιωτικοποιημένων και παραδομένων στους ολιγάρχες υποδομών και δικτύων. Και επρόκειτο για μια πρόταση δυσπιστίας που παρουσιάζει σε αυτή τη φάση ορισμένα προβλήματα, όπως λ.χ. ότι: α) έδωσε την ευκαιρία σε μια κυβέρνηση λαβωμένη από τους διχασμούς να επανασυσπειρωθεί με επίδειξη της ομόνοιάς της και της κυβερνητικής της πλειοψηφίας· β) δόθηκε η εντύπωση ότι σχετιζόταν περισσότερο με ισορροπίες αφενός εντός του ΣΥΡΙΖΑ, που χρειαζόταν μια δική του συσπείρωση και επανεπιβεβαίωση του ρόλου του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο οποίος είχε αμφισβητηθεί, καθώς και γ) της ανάγκης να απευθυνθεί προς τη νέα ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, αναγκάζοντάς την να τοποθετηθεί στο πολιτικό σκηνικό. δ) Επιμένοντας δε στην προσωποποίηση προς το πρόσωπο του κ. Μητσοτάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει παραδόξως από μια αριστερή (;) σκοπιά να κάνει τα ίδια ακριβώς που έκαναν εναντίον του οι δεξιοί και φιλελεύθεροι, όταν είχαν ως συνθήματά τους τα «Παραιτηθείτε», «Φυγέτε», «Ντρέπομαι» και τα λοιπά αλήστου μνήμης, δείχνοντας ότι ουσιαστικά δυστυχώς ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μετατοπιστεί από τη ριζοσπαστική αριστερά προς μια κεντρώα έμφαση στην προσωποποίηση και στη διαχείριση εξουσιών και μικροπολιτικών παιγνίων.

Με λίγα λόγια, με τον τρόπο που τέθηκε η Πρόταση Δυσπιστίας στο Κοινοβούλιο δόθηκε η εντύπωση ότι κατατρυχόμαστε με μια μικροπολιτική διαχείριση εσωκομματικών συσπειρώσεων ή διακομματικών συσχετισμών, ενώ θα ήταν πολύ πιο γόνιμο να εξετάσουμε τα πράγματα στο βάθος τους.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και μέσα από το επίπεδο μικροπολιτικής διαχείρισης από το οποίο αναδύθηκε, η πρόταση δυσπιστίας μπορεί να συντελέσει στο να ξαναδούμε την ουσία των προβλημάτων. Η οποία είναι ότι το μνημονιακό τόξο αναπαράγει ένα μοντέλο όπου δεν υπάρχει ούτε καν καπιταλιστικός ανταγωνισμός ή αγορά, αλλά, αντιθέτως, ένα κράτος που παραχωρεί στον ιδιώτη τη δημόσια περιουσία για να κερδοφορεί αυτός στην καλοκαιρία και, αν κάτι πάει στραβά, να τον αποζημιώνει κιόλας για διαφυγόντα κέρδη. Και τα μεν κόμματα του μνημονιακού τόξου έχουν το αφήγημα ότι όλα αυτά τα απαιτούσε η τρόικα και τα έδωσαν με βαριά καρδιά, βγαίνοντας μάλιστα από τις αυταπάτες τους με τη συνθηκολόγηση.
Τώρα, όμως έχει έρθει η στιγμή της αλήθειας. Το 2024 λήγει η σύμβαση με την Αττική Οδό. Τι θα κάνει η όποια κυβέρνηση θα είναι τότε στην εξουσία; Δεν θα πρέπει όλα τα κόμματα να δεσμευτούμε από τώρα για τότε; Θα πάρει η μελλοντική κυβέρνηση πίσω την Αττική Οδό, για να μην ξαναδούμε παρόμοιες σκηνές, όπως στις τελευταίες μέρες; Ή όχι; Χρειάζεται από σήμερα μία δέσμευση όλων των κομμάτων για το 2024, και για την κοινωνικοποίηση της Αττικής Οδού, που ως ΜέΡΑ25 θεωρούμε ότι είναι απαραίτητη, αλλά και για τα θέματα της πανδημίας και της κρίσης ακρίβειας, για την κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενεργείας, για τη διάλυση των μονοπωλιακών καρτέλ ενέργειας, για την επανακοινωνικοποίηση των εταιρειών ηλεκτρισμού, για την επιβολή προστίμων σε καρτέλ σουπερμάρκετ που αισχροκερδούν, για τη σωτηρία νοσοκομείων, όπως το Παίδων Πεντέλης, αυτό το διαμάντι του εθνικού μας συστήματος που η παρούσα κυβέρνηση αχρηστεύει με ορίζοντα το κλείσιμό του.

Οπότε ναι, έχουμε πολλούς λόγους να είμαστε δύσπιστοι προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία ουσιαστικά δίνει εντολή να μη γίνεται τίποτα προληπτικά. Και απλώς εκ των υστέρων δίνει αποζημιώσεις στους εγκλωβισμένους με τρόπο τελείως εξωθεσμικό σαν φεουδάρχης σε υποτελή μέσω των βασσάλων του. Αποζημιώσεις που οι ολιγάρχες θα τις πάρουν πίσω μέσω του γνωστού τεχνάσματος των διαφυγόντων κερδών. Έχουμε λόγους να μεμφόμαστε μία κυβέρνηση η οποία κατά τη διάρκεια της πανδημίας την ώρα που πεθαίνουν 23.000 συνάνθρωποί μας αντί να δίνει λεφτά για ΜΕΘ και προσλήψεις γιατρών και νοσηλευτών, δίνει 4,88 εκατομμύρια Ευρώ στην ΕΛΛΑΚΤΩΡ της Αττικής Οδού για διαφυγόντα κέρδη –(μέσα στο 2021 τα πήρε τα χρήματα αυτά ο όμιλος μέσω της θυγατρικής του ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ με την απίστευτη λογική ότι το δημόσιο ευθυνόταν για την πανδημία που στέρησε τα κέρδη από τον ιδιωτικό όμιλο και έπρεπε αυτός να αποζημιωθεί)-. Να καταγγέλλουμε μια κυβέρνηση η οποία έχει ανακαλύψει ένα τεράστιο λεφτόδεντρο πολλών εκατομμυρίων για να αποζημιώσει τα διαφυγόντα κέρδη της Φράπορτ, της Aegean και της Energean Oil. Και έτσι εκτοξεύει το χρέος που φορτώνει στο μέλλον μας, πανηγυρίζοντας, σαν να βρισκόμαστε στα χρόνια πριν το 2008. Έχουμε λόγους να κατηγορούμε μια κυβέρνηση όπου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κάνει απευθείας συνεννοήσεις με τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ομίλου ΕΛΛΑΚΤΩΡ της Αττικής Οδού κύριο Γεώργιο Μυλωνογιάννη, που όλως τυχαίως τυγχάνει και νομικός σύμβουλος του ίδιου πρωθυπουργού από το καλοκαίρι του 2019, όπως δηλώνει στο βιογραφικό της δικηγορικής εταιρείας του.

Και βεβαίως μεμφόμαστε μια κυβέρνηση, η οποία μοιράζει διχίλιαρα για πνίξει το δίκαιο και αυτονόητο αίτημα: Επανεθνικοποίηση τώρα κάθε υποδομής, κάθε δικτύου! Γιατί ο ιδιωτικός τομέας δομικά, εγγενώς αποτυγχάνει στη διαχείρισή τους ακριβώς επειδή δεν τα διαχειρίζεται με γνώμονα την κοινή ωφέλεια, αλλά το μετοχικό κέρδος!

Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται να καταγγείλουμε οποιοδήποτε κόμμα του μνημονιακού τόξου δεν είναι έτοιμο να προτείνει μαζί με τον κόσμο της γνήσιας Αριστεράς την καίρια πρόταση: Επανακοινωνικοποίηση τώρα κάθε υποδομής και κάθε δικτύου! Γιατί η λύση δεν είναι να αντικατασταθεί ένα ολιγαρχικό καθεστώς από ένα άλλο. Η λύση είναι η ρήξη με την ολιγαρχία, για να γίνει η αλήθεια που αποκάλυψε η «Ελπίδα» ελπίδα για ένα δημοκρατικό μέλλον!

//thepressproject.gr