«Καταλήξαμε στο ότι υπάρχει βαθιά κρίση ανεξαρτησίας των ΜΜΕ στην Ελλάδα»

«Καταλήξαμε στο ότι υπάρχει βαθιά κρίση ανεξαρτησίας των ΜΜΕ στην Ελλάδα»

  • |

Ο Laurens Hueting είναι Ανώτερος Υπεύθυνος Συνηγορίας του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ελευθερία του Τύπου και τα ΜΜΕ (ECPMF) επικεφαλής της αποστολής των διεθνών οργανώσεων που διερεύνησαν την κατάσταση στην Ελλάδα. Μιλώντας στο ThePressProject, σχολιάζει το πόρισμα της έρευνας, που διασύρει διεθνώς τις πρακτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη για την χειραγώγηση της ενημέρωσης, τονίζοντας την ένταση των προβλημάτων στην Ελλάδα, τη χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών στα ΜΜΕ αλλά και την υπερσυγκέντρωση των παραδοσιακών μέσων στα χέρια λίγων ολιγαρχών.

του Θάνου Καμήλαλη

Υπενθυμίζεται ότι το πρώτο μισό του Δεκεμβρίου του 2021, εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα ΜΜΕ και την Ελευθερία του Τύπου, της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων, του Διεθνούς Ινστιτούτου Τύπου, των Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα και άλλων διεθνών οργανώσεων πραγματοποίησαν έρευνα για την κατάσταση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα, στον απόηχο σειράς υποθέσεων (π.χ. δολοφονία Καραϊβάζ, Λίστα Πέτσα) που απασχόλησαν την κοινή γνώμη, αλλά και της κατρακύλας της χώρας στην 70η θέση παγκοσμίως στον δείκτη Ελευθερίας του Τύπου.

«Το ασφυκτικό κλίμα για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία στην Ελλάδα υπήρξε πηγή αυξανόμενης ανησυχίας» τονίζουν στην έρευνά τους οι οργανώσεις. Το πόρισμά τους δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα, προκαλώντας την αντίδραση της αντιπολίτευσης, αλλά και επικριτικά άρθρα για τις πρακτικές της ελληνικής κυβέρνησης σε ευρωπαϊκά ΜΜΕ όπως το Politico και η Liberation.

«Μέσω του Μedia Freedom Rapid Response, καταγράφουμε συστηματικά τις παραβιάσεις της Ελευθερίας του Τύπου στις ευρωπαϊκές χώρες. Κατά τη διάρκεια της καταγραφής, που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2020, προσέξαμε ότι υπήρχε μία σταθερή ροή προβλημάτων που έρχονταν από την Ελλάδα. Mερικά από αυτά, ήταν η παραμόρφωση της αγοράς, μέσω της “Λίστας Πέτσα”, ο μεγάλος αριθμός προβλημάτων γύρω από την κάλυψη διαδηλώσεων και η κάλυψη του προσφυγικού, όπου καταγράψαμε αυθαίρετες κρατήσεις δημοσιογράφων. Αλλά και επίσης η αύξηση σε δικαστικές διώξεις, όπως και η έλλειψη προόδου γύρω από τις έρευνες για τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ» αναφέρει αρχικά ο υπεύθυνος της έρευνας, εξηγώντας τι ώθησε τιw μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δημοσιογραφικές οργανώσεις, να πραγματοποιήσουν μία ενδελεχή έρευνα γύρω από την Ελλάδα.

«Αναλογικά με το μέγεθος της Ελλάδας, υπήρξε μία αύξηση των υποθέσεων γύρω από την Ελευθερία του Τύπου στη χώρα και αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον μας, ώστε να μάθουμε καλύτερα κι από πιο κοντά τι συμβαίνει», προσθέτει και συνεχίζει, αναφερόμενος στα συμπεράσματα:

«Kαταλήξαμε στο ότι όλες αυτές οι ειδοποιήσεις που δεχόμασταν το προηγούμενο διάστημα, αποτελούν μέρος ενός βαθύτατου και συστημικού προβλήματος στην Ελλάδα, συνδέονται με μία βαθιά κρίση ανεξαρτησίας των ΜΜΕ στην Ελλάδα. Τίποτα από όσα βλέπουμε στην Ελλάδα δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Υπάρχουν πολλές χώρες με SLAPPs, υπάρχουν πολλές χώρες όπου η σχέση της Αστυνομίας με τους δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ είναι προβληματική, όπως η Γερμανία. Αλλά αυτό που βρήκαμε είναι πως τα προβλήματα στην Ελλάδα είναι συστημικά» τονίζει.

Τα συμπεράσματα που καταγράφονται στο πόρισμα, είναι τα εξής:

Η δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ αποτελεί μία μαύρη σελίδα για την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα και προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον γύρω από την ασφάλεια των δημοσιογράφων στη χώρα. Αντίθετα με τις υποσχέσεις των αρχών, η πρόοδος στις έρευνες για την εξιχνίαση του εγκλήματος φαίνεται να είναι αργές και χωρίς στοιχειώδη διαφάνεια. Αυτό, σε συνδυασμό με τις απειλές για τη ζωή του που δέχθηκε ο Κώστας Βαξεβάνης, έχει δημιουργήσει ένα ανατριχιαστικό προηγούμενο και οδηγεί σε δυσπιστία σχετικά με την ικανότητα της κυβέρνησης να προστατεύσει τους δημοσιογράφους.
Η συστημική κρίση που επηρεάζει την Ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα έχει επιδεινωθεί από τις προσπάθειες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας να “ελέγχει το μήνυμα” και να μειώνει τις φωνές που είναι επικριτικές ή διαφωνούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα πολιτικά πολωμένο και κατακερματισμένο τοπίο στα ΜΜΕ. Εφημερίδες και δημοσιογράφοι που κινούνται ιδεολογικά προς την αντιπολίτευση, ή τηρούν ουδέτερη στάση, στοχοποιούνται από την κυβέρνηση, με άνιση μεταχείριση που υπονομεύει τη δημοσιογραφική τους δραστηριότητα. Αυτό επιδεινώθηκε περισσότερο με την έλλειψη διαφάνειας γύρω από την κρατική χρηματοδότηση για διαφήμιση, που μοιράστηκε σύμφωνα με κομματικές γραμμές.
Η δημοσιογραφία γύρω από το Προσφυγικό, με θέματα όπως οι παράνομες επαναπροωθήσεις και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα σύνορα με την Ε.Ε., είναι ολοένα και πιο δύσκολη. Οι παραβιάσεις της ελευθερίας του Τύπου συνδέονται με τις προσπάθειες της κυβέρνησης να περιορίσει τη δημόσια κριτική των πολιτικών της, οδηγώντας στην παρεμπόδιση των δημοσιογράφων, με μεθόδους όπως οι αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, η απαγόρευση πρόσβασης, η παρακολούθηση και η παρενόχληση.
Η κάλυψη των διαδηλώσεων είναι ακόμα ένας προβληματικός τομέας. Οι δημοσιογράφοι πέφτουν θύματα βίας, τόσο από την αστυνομία, όσο και από διαδηλωτές. Οι συνεντευξιαζόμενοι παρουσίασαν παραδείγματα δημοσιογράφων που κρατήθηκαν, δέχθηκαν επίθεση, η παρεμποδίστηκαν στη δουλειά τους από την Αστυνομία. Δημοσιογράφοι που ρωτήθηκαν απάντησαν ότι δεν φορούν διακριτικά σε διαδηλώσεις ώστε να αποφύγουν στοχοποίηση από διαδηλωτές. Υπάρχει έλλειψη πολιτικής βούλησης ως προς τη διασφάλιση ότι οι δημοσιογράφοι μπορούν να κάνουν με ασφάλεια της δουλειά τους σε διαδηλώσεις.
Οι απειλές για δικαστικές αγωγές είναι έναν σημαντικό πρόβλημα της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα. Σε αυτό συγκαταλέγονται οι ποινικές διώξεις και τα «SLAPPs», απειλές που αφορούν κυρίως δημοσιογράφους που ασχολούνται με τη διαφθορά και ΜΜΕ που ασκούν κριτική στην κυβέρνηση. Τα περιορισμένα οικονομικά μέσα που έχουν αυτοί οι δημοσιογράφοι σημαίνει ότι τέτοιες απειλές μπορεί να οδηγούν και στην αυτολογοκρισία.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο επικεφαλής του κλιμακίου που διενήργησε τη διεθνή έρευνα, επιμένει στον όρο «συστημικό πρόβλημα» καθώς και στην ένταση των επιθέσεων στον Τύπο, που διαφοροποιεί την Ελλάδα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες:

«Για παράδειγμα, όταν υπάρχει αστυνομική βία εναντίον δημοσιογράφων, φαίνεται ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο λάθος από κάποιον αστυνομικό, που μετά λογοδοτεί, αλλά ότι δεν υπάρχει γενικά λογοδοσία από την ΕΛ.ΑΣ. Το ίδιο συμβαίνει και με την κάλυψη του προσφυγικού. Μόλις αρχίσεις να ψάχνεις τι συμβαίνει, γίνεται πολύ γρήγορα φανερό και κατανοητό, ότι οι δημοσιογράφοι δεν παρεμποδίζονται μόνο σε ένα αστυνομικό τμήμα ή σε ένα νησί του Αιγαίου, αλλά ότι συμβαίνει παντού. Παντού παρατηρούνται πολύωρες αυθαίρετες κρατήσεις, ταπεινωτικές συμπεριφορές, κατάσχεση του υλικού. Υπάρχει εδώ ένα μοτίβο, μία πολιτική επιλογή, γεγονός που φαίνεται και από το ότι μετά από αυτές τις επιθέσεις, δεν υπάρχει λογοδοσία, παρά τις αντιδράσεις. Η κυβέρνηση συστηματικά καλύπτει την αστυνομία. Είναι ενδεικτικό ότι οι δημοσιογράφοι δεν στέκονται καν σε σπρωξίματα με τις ασπίδες, το θεωρούν σύνηθες. Στη Γερμανία για παράδειγμα, αυτό θεωρείται πρόβλημα. Στην Ελλάδα, μιλάμε για επιθέσεις, μόνο αφού ξεκινήσουν τα χημικά, ή σπάσουν το χέρι κάποιου φωτορεπόρτερ».

«Σχεδόν μοναδικό φαινόμενο η υπερσυγκέντρωση ΜΜΕ στα χέρια ολιγαρχών»
Ο Laurens Hueting κάνει ειδική αναφορά και στην συγκέντρωση των μεγαλύτερων ΜΜΕ στη χώρα, στα χέρια ελάχιστων ολιγαρχών, που έχουν παράλληλα συμφέροντα σε άλλους τομείς της οικονομιας. Στην έρευνα μάλιστα, καταγράφεται πως «η κατοχή των ΜΜΕ από επιχειρηματικά συμφέροντα είναι μεγαλύτερο πρόβλημα για τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης και το επαγγελματικό ρεπορτάζ από ό,τι στο παρελθόν, καθώς τα συμφέροντα των ιδιοκτητών και οι πολιτικές της κυβέρνησης συχνά ευθυγραμμίζονται, καθιστώντας δύσκολη την εύρεση ισχυρών αντιπολιτευτικών φωνών».

«Έχουμε στην Ελλάδα το σχεδόν μοναδικό φαινόμενο» σχολιάζει, «να βρίσκονται τα μεγαλύτερα ΜΜΕ στα χέρια λίγων ολιγαρχών, οι οποίοι έχουν παράλληλα επιχειρηματικά συμφέροντα σε διάφορους άλλους τομείς της οικονομίας. Κι από την άλλη πλευρά, έχουμε εκατοντάδες πολύ μικρές ιστοσελίδες, που βασίζονται σε copy paste και σε χαμηλό επίπεδο δημοσιογραφίας. Ολα αυτά σε έναν κλάδο που χτυπήθηκε από την οικονομική κρίση και με αδιαφανή κρατική χρηματοδότηση. Αυτό δημιουργεί μία πολύ ιδιαίτερη κατάσταση».

«Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για μία μόνο συνάντηση με την κυβέρνηση»
Απαντώντας σε ερώτηση για το αν το κλιμάκιο των ερευνητών συναντήθηκε με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, πριν τη δημοσίευση της έρευνας, ο Laurens Hueting σχολιάζει πως «συναντηθήκαμε με τον Δημήτριο Γαλαμάτη, Γενικό Γραμματέα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Η συζήτηση ήταν δημιουργική μαζί του, ωστόσο δεν συμφώνησε μαζί μας πως χρειάζεται μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς την κρατική χρηματοδότηση, επικαλούμενος της Εξεταστικής Επιτροπή της Βουλής. Η δική μας θέση ωστόσο είναι εντελώς αντίθετη, καθώς δεν έχουν εξηγηθεί τα κριτήρια με τα οποία δόθηκαν τα χρήματα από τη Λίστα Πέτσα. Σε αυτό το σημείο, συμφωνήσαμε ότι διαφωνούμε. Ως προς τις πρακτικές της Αστυνομίας, μας εξήγησε ότι δεν είναι δική του αρμοδιότητα».

Σημειώνει ωστόσο ότι ότι «ήταν όμως ο μόνος κυβερνητικός αξιωματούχος που δέχθηκενα συναντηθεί μαζί μας, πριν τη δημοσίευση της έρευνας. Επομένως, αναγκαστικά, θέσαμε όλα τα ζητήματα σε αυτόν. Ζητήσαμε επικοινωνία και με τα Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης, αλλα και με το αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ και το γραφείο του Πρωθυπουργού, από το οποίο μας απάντησε ο κ.Γαλαμάτης. Ελπίζουμε μετά τη δημοσίευση να έχουμε πλέον καλύτερη επικοινωνία με την κυβέρνηση».

Χαρακτηρίζει πάντως απογοητευτική και ουσιαστική πρωτοφανή για τις οργανώσεις την άρνηση της κυβέρνησης να συζητήσει το πόρισμα. «Πριν την έρευνα, μπορώ να πω ότι η επικοινωνία μας ήταν απογοητευτική. Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για μία μόνο συνάντηση. Συνήθως, οι κυβερνήσεις δέχονται να συζητήσουν αναλυτικά μαζί μας, όπως συνέβη πρόσφατα με τη Σλοβενία, όπου οι αρχές δέχθηκαν να κάνουμε συναντήσεις για να θέσουμε τα συμπεράσματά μας. Νομίζω ότι είναι ενδεικτικό της κατάστασης στην Ελλάδα αυτό το γεγονός».

Mετά τη δημοσίευση της έρευνας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έσπευσε να απορρίψει το πόρισμα των διεθνών δημοσιογραφικών οργανώσεων, υποστηρίζοντας μάλιστα, μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου, ότι «προσβάλλει τον ελληνικό Τύπο και τους θεσμούς της Πολιτείας».

 

«Όταν ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τα επαγγελματικά ΜΜΕ, είναι πιο πιθανό να στραφεί σε άλλες πηγές»
Διαχρονικά, στην Ελλάδα παρατηρείται πολύ χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών στα ΜΜΕ, με τη χώρα να είναι μονίμως στις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη, σε λίστες όπως αυτή που δημοσιεύει ετησίως το Ινστιτούτο Reuters. Παράλληλα, είναι διαρκής η συζήτηση για τα fake news και το γιατί ο κόσμος εμπιστεύεται ατεκμηρίωτες πληροφορίες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Για τον εκπρόσωπο του ECPMF, αυτοί οι δύο παράγοντες συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.

«Aυτό που είδαμε κατά τη διάρκεια της αποστολής μας ήταν ότι αυτό το πολωμένο τοπίο προκαλεί την έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού στα ΜΜΕ. Ένας δημοσιογράφος που καλύπτει διαδηλώσεις, μας είπε ότι “αριστεροί και δεξιοί δεν συμφωνούν μεταξύ τους σε τίποτα, αλλά συμφωνούν στο ότι δεν μας εμπιστεύονται. Και γιατί να μην μας εμπιστευθούν, αφού σχεδόν όποια εφημερίδα κι αν ανοίξει κανείς, θα λάβει άκριτα την άποψη της κυβέρνησης”. Όταν ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τα επαγγελματικά ΜΜΕ, όταν πιστεύει ότι σχεδόν όλα αναπαράγουν άκριτα την κυβερνητική άποψη, είναι πιο πιθανό να στραφεί σε άλλες πηγές, σε ένα μπλογκ στο διαδίκτυο για παράδειγμα και να πιστέψει ότι κάτι είναι αληθές, μία θεωρία συνωμοσίας, επειδή απλώς θα είναι αντίθετη σε κάτι που θα λένε τα παραδοσιακά μέσα» σχολιάζει.

Τελος, ως προς τις λύσεις στα βαθιά προβλήματα της Ελλάδας, ο κ.Ηueting στέκεται αφενός στη διαφάνεια, ως προς τη χρηματοδότηση, σε αντίθεση από το ό,τι συμβαίνει με τις πρακτικές της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά και στην ανάγκη για μια καλύτερη επικοινωνία και αλληλεπίδραση μεταξύ του κοινού και της δημοσιογραφικής κοινότητας.

«Νομίζω ότι, ως προς την κρατική χρηματοδότηση, αυτή πρέπει να υπάρχει, αλλά πρέπει να ικανοποιεί συγκεκριμένα κριτήρια δεοντολογίας και ποιότητας, όπως επίσης και να είναι ανεξάρτητη της πολιτικής τοποθέτησης του κάθε μέσου. Πρέπει φυσικά, να βασίζεται και σε συγκεκριμένους δείκτες τηλεθέασης και αναγνωσιμότητας, ώστε να επιτυγχάνεται η διαφάνεια. Ως προς τους ολιγάρχες, η απάντηση είναι πιο δύσκολη, αλλά σίγουρα πρέπει το μέσο να καταφέρνει να διατηρεί τη συντακτική του ανεξαρτησία, προστατευόμενο από πιέσεις» δηλώνει και συνεχίζει.

«Ένα μέρος της ευθύνης όμως, εναπόκειται και στο κοινό, που οφείλει να ζητάει καλύτερη ποιότητα στα ΜΜΕ, πιέζοντας τα να παράγουν πιο ποιοτική δημοσιογραφία. Εν γένει, ο κόσμος θέλει να είναι ενημερωμένος. Δεν θέλει να επιλέγει την προπαγάνδα και τα fake news. Αυτό βέβαια είναι και θέμα εκπαίδευσης, κανείς δεν γεννιέται γνωρίζοντας εξαρχής τι είναι παραπληροφόρηση και τι ποιοτική ενημέρωση. Πρέπει να τα καταλάβει αυτά. Και εδώ έχει ευθύνη και η δημοσιογραφική κοινότητα, να εξηγήσει στο κοινό τι είναι αυτήν η δεοντολογία, πώς παράγονται ποιοτικές ειδήσεις, επαγγελματικό περιεχόμενο. Πρέπει να υπάρχει μία αλληλεπίδραση, ο κόσμος να ενδιαφέρεται, γιατί οι δημοσιογράφοι δεν μπορούν να φωνάζουν στο κενό, αλλά και οι δημοσιογράφοι να δείχνουν στους πολίτες τι είναι ποιοτική και δεοντολογική ενημέρωση».

thepressproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.