Η ΕΚΤ, η ποσοτική χαλάρωση και η παγίδα ρευστότητας

Η ΕΚΤ, η ποσοτική χαλάρωση και η παγίδα ρευστότητας

Η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική τράπεζα), σύμφωνα με το καταστατικό της, επιδιώκει τη σταθερότητα των τιμών, μέσω της άσκησης νομισματικής πολιτικής. Στόχος της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος είναι οι τιμές να αυξάνονται σε ετήσια βάση με ρυθμό λίγο κάτω από το 2% μεσοπρόθεσμα. Από το 2014, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες της να το επιτύχει, μέσω της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής δεν τα έχει καταφέρει. Ας σημειωθεί ότι με τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, εισήλθαν στο σύστημα περίπου 2,5 τρισ. ευρώ.

Κώστας Μελάς
Η ΕΚΤ δεν μας εξηγεί γιατί έχει αποτύχει. Αμέτρητες σελίδες ανακοινώσεων, συνεντεύξεων κ.τ.λ, αλλά καμία αναφορά στο γιατί αυτή η αποτυχία. Μόνο ψελλίσματα του τύπου ότι χρειάζονται ακόμη μεταρρυθμίσεις. Τελευταία ψέλλισε και κάτι για δημοσιονομική επέκταση σε χώρες που έχουν δημοσιονομικό χώρο. Μέχρι εκεί. Όσοι, όμως, έχουν διδάξει και διδαχθεί Μακροοικονομία στο Πανεπιστήμιο γνωρίζουν ότι τα αίτια του πληθωρισμού ταξινομούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες.

Η πρώτη κατηγορία είναι τα αίτια που δημιουργούν υπερβάλλουσα ζήτηση. Εδώ, η συνολική ενεργός ζήτηση υπερβαίνει τη συνολική προσφορά, έτσι ώστε να αρχίσει μια διαδικασία αύξησης των τιμών. Η αύξηση της ζήτησης μπορεί να προέλθει από όλους τους παράγοντες που επιδρούν στις αγορές επενδύσεων-αποταμιεύσεων και στην αγορά χρήματος, όπως π.χ. η αύξηση των δημοσίων δαπανών, μείωση της φορολογίας (δημοσιονομική πολιτική) αύξηση της ποσότητας χρήματος (νομισματική πολιτική). Θα μπορούσαμε απλά να σημειώσουμε ότι η αυξανόμενη ενεργός ζήτηση συνεπάγεται μια αντίστοιχη αύξηση ζήτησης χρήματος για συναλλαγές, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι συναλλακτικές ανάγκες της κοινωνίας και να αυξηθεί το ονομαστικό ΑΕΠ.

Η δεύτερη κατηγορία είναι τα αίτια που οφείλονται στις υπαρκτές ατέλειες της αγοράς των αγαθών με τα μονοπώλια, τα ολιγοπώλια και τις ατελώς ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, καθώς και της αγοράς εργασίας με τις εργατικές ενώσεις. Έτσι, ανάλογα με την προέλευσή του ο πληθωρισμός διακρίνεται σε πληθωρισμό κέρδους (επιχειρήσεις) και σε πληθωρισμό διαπραγματευτικής δύναμης (εργατικά συνδικάτα). Προέρχεται, επίσης, και από αυξήσεις των τιμών εισαγωγών και από διαρθρωτικές μεταβολές της ζήτησης. Πρόκειται για τη  θεωρία του πληθωρισμού κόστους.

Η συμπεριφορά των επιχειρήσεων
Η αδυναμία αύξησης του πληθωρισμού στο επίπεδο του 2%, μετά από πέντε έτη προσπαθειών, με άσκηση επεκτατικής νομισματικής πολιτικής, θα πρέπει –με βάση το πρώτο αίτιο– να οφείλεται στη μη ύπαρξη ικανής ενεργού ζητήσεως, ώστε να αρχίσει να αυξάνει η πληθωριστική διαδικασία μέχρι του επιθυμητού επιπέδου. Η αδυναμία ή σωστότερα τα όρια της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής μπορούν να εξηγηθούν με την έννοια της παγίδας ρευστότητας. Με απλά λόγια η παρεχόμενη ρευστότητα παρακρατείται από τα οικονομικά υποκείμενα, διότι οι προσδοκίες για την ακινητοποίησή της στην αγορά επενδύσεων και αγαθών δεν βρίσκονται στο απαιτούμενο επίπεδο.

Εάν το ερμηνεύσουμε με βάση το δεύτερο αίτιο, η ουσιαστική αδυναμία των εργατικών ενώσεων να υποστηρίξουν τα δίκαια αιτήματά των εργαζομένων δεν επιφέρει τις μισθολογικές αυξήσεις που είναι απαραίτητες για να αυξήσουν τη ζήτηση. Η εξάπλωση της μερικής και ευκαιριακής απασχόλησης, η αποσάθρωση του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας αποτελούν βασικό στοιχείο του οικονομικού υποδείγματος που κυριαρχεί στην σημερινή ΕΕ.

Για τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων η εξήγηση είναι ότι σε καθεστώς ατελούς ανταγωνισμού, που ισχύει στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά, ο πλήρης ανταγωνισμός υπάρχει μόνο στα πανεπιστημιακά εγχειρίδια. Οι επιχειρήσεις καθορίζουν οι ίδιες τις τιμές των προϊόντων τους και τους μισθούς που πληρώνουν, αντί να παίρνουν τα μεγέθη αυτά ως δεδομένα. Δηλαδή η τιμή βρίσκεται πάνω από το οριακό κόστος.

ΕΚΤ και πληθωρισμός
Τα κέρδη κάθε επιχείρησης, όμως, εξαρτώνται και από τις ενέργειες των άλλων επιχειρήσεων. Όταν κάποια επιχείρηση παίρνει τις αποφάσεις της για τις τιμές και το προϊόν της, δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τις ενέργειες που θα κάνουν οι άλλες επιχειρήσεις. Οι ενέργειες των άλλων επιχειρήσεων σχετίζονται με τη συγκυρία και τις προσδοκίες τους για το μέλλον.

Έτσι φθάνουμε σε δύο σημαντικά συμπεράσματα:

Πρώτον, αναπόφευκτα υπάρχει αλληλεξάρτηση μεταξύ των επιχειρήσεων. Το μόνο που μπορεί να κάνει μια επιχείρηση σ’ αυτό το θέμα, είναι να διαμορφώσει κάποιες προσδοκίες, ή να μαντέψει τη συμπεριφορά των άλλων.
Δεύτερον, ανάλογα με το τι υποθέτουν οι επιχειρήσεις για τις ενέργειες των άλλων, η οικονομία μπορεί να μετακινηθεί σε διαφορετικά σημεία ισορροπίας. Μερικά από αυτά τα σημεία ενδέχεται να είναι “καλά”, με την έννοια ότι το προϊόν είναι υψηλό. Είναι, όμως, πιθανόν οι επιχειρήσεις να έχουν διαμορφώσει απαισιόδοξες προσδοκίες για τις ενέργειες των υπολοίπων και τελικά η οικονομία να ισορροπήσει σε κάποιο από τα “άσχημα” σημεία ισορροπίας της παραγωγής. Το τελευταίο συμβαίνει στη παρούσα συγκυρία. Η άσκηση περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης.
Συνεπώς, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η ΕΚΤ, μέσω της νομισματικής πολιτικής, δεν μπορεί να ελέγξει το ποσοστό πληθωρισμού. Ως εκ τούτου, θα μπορούσαμε να θέσουμε υπό αμφισβήτηση τη θέση που σήμερα θεωρείται αξιωματική στην κυρίαρχη θεώρηση: οι κεντρικές τράπεζες φαίνεται ότι δεν μπορούν να ελέγξουν τον πληθωρισμό, μέσω της νομισματικής πολιτικής. Φυσικά είναι κάτι που ήταν γνωστό πολύ καιρό πριν, αλλά θάφτηκε κάτω από τον κουρνιαχτό των κυρίαρχων οικονομικών δογμάτων.

slpress.gr