Ν.Δ.: Όταν η σκλήρυνση γίνεται κυβερνητική πολιτική

Ν.Δ.: Όταν η σκλήρυνση γίνεται κυβερνητική πολιτική

Σκλήρυνση. Αυτό είναι το παραγόμενο της πολιτικής της κυβέρνησης τις τελευταίες μέρες. Μέσω της διεύρυνσης της καταστολής, μέσω της αυστηροποίησης του ποινικού κώδικα για κάποια «ειδικά» αδικήματα, μέσω των διαφόρων δηλώσεων που κάνουν τα στελέχη της Ν.Δ. στα ΜΜΕ.

Δεν πρόκειται για κάποια συγκυριακή πολιτική λόγω της επετείου του Πολυτεχνείου ή γιατί υπάρχει «ανακατωσούρα» στους φοιτητικούς χώρους. Πρόκειται για μια πολιτική που έχει πιο μακρόπνοη στόχευση και την ίδια στιγμή αποκομίζει άμεσα μικροπολιτικά οφέλη στο πολιτικό παιχνίδι όπως αυτό παίζεται στη χώρα.

Νίκος Ταυρής

Η Ν.Δ. έχει σαν πολιτική στόχευση να οικοδομήσει ένα διαφορετικό καθεστώς σε πολιτικό επίπεδο. Η πολιτική της θέλει να δημιουργήσει νέους διχασμούς και τεμαχισμούς μέσα στην ελληνική κοινωνία, να περιθωριοποιήσει πολιτικά και κοινωνικά διάφορα κομμάτια –κύρια νεολαιίστικα–, να στοχοποιήσει κάποιους πολιτικούς χώρους και μέσω του παραδειγματισμού να πετύχει τους σκοπούς της. Η κυβέρνηση, εκμεταλλευόμενη την υπάρχουσα δυσαρέσκεια σχετικά με το θέμα της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας, προσπαθεί να αποκτήσει κοινωνική συναίνεση καλλιεργώντας συντηρητικά αντανακλαστικά. Τελικός σκοπός της Ν.Δ. είναι το βάθεμα της αναδίπλωσης της ελληνικής κοινωνίας και η άμβλυνση ορισμένων ξεχωριστών χαρακτηριστικών που διαθέτει, όπως η ικανότητα σε ειδικές στιγμές να ξεπερνάει διαχωρισμούς και στεγανά και να εκδηλώνει μαζικά την αντίθεσή της σε σχεδιασμούς που της επιβάλλονται. Το αν θα πετύχει ο κυβερνητικός σχεδιασμός είναι μια άλλη συζήτηση, όμως τώρα αυτή είναι η πολιτική στόχευσή.

Παράλληλα η κυβέρνηση αποκομίζει και άμεσα μικροπολιτικά οφέλη μέσω της υλοποίησης της πολιτικής της. Αρχικά έχει αλλάξει την πολιτική ατζέντα – έχοντας βέβαια και την βοήθεια των ΜΜΕ σε αυτό. Κανένας εκπρόσωπος του πολιτικού κόσμου δεν ασχολείται με το προσφυγικό/μεταναστευτικό που είναι το μείζον ζήτημα για τη χώρα την περίοδο που διανύουμε. Αυτό είναι κάτι που εξυπηρετεί ιδιαίτερα την κυβέρνηση αφού στο προσφυγικό/μεταναστευτικό έχει συναντήσει πολλές δυσκολίες. Γιατί ενώ προεκλογικά είχε δηλώσει ότι θα «ξεμπερδεύσει» με το πρόβλημα, τώρα έχει μετατραπεί σε πιστό υπηρέτη της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας και μάλιστα έχει περάσει στη δεύτερη φάση υλοποίησης του σχεδιασμού για τη χώρα μας που είναι να δημιουργηθούν «Μόριες» σ’ όλη την Ελλάδα. Η αλλαγή της ατζέντας βοηθάει τον Κ. Μητσοτάκη και στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Άλλο ένα θέμα που η Ν.Δ. έχει κάνει «κωλοτούμπα», αφού έχει μετατραπεί στον αμετακίνητο θεματοφύλακα της συμφωνίας παρά τα όσα έχουν αλλάξει μετά το γαλλικό βέτο για την είσοδο της «Βόρειας Μακεδονίας» στην Ε.Ε.

Η αλλαγή της πολιτική ατζέντας δεν βοηθάει μόνο στο να μην υπάρχουν στην επικαιρότητα τα δύο παραπάνω σοβαρά θέματα όπως και άλλα που απασχολούν π.χ. ελληνοτουρκικά, οικονομία κ.ο.κ. Δίνει ακόμα τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να «συμμαζέψει» την ακροδεξιά της πτέρυγα αλλά και να δημιουργήσει ξανά γέφυρες με κοινωνικά κομμάτια που είναι δυσαρεστημένα από τις επιλογές της στο προσφυγικό και στην εξωτερική πολιτική. Και αυτό παρόλο που ο τρόπος με τον οποίο ασχολείται η Ν.Δ. με το πρόβλημα της ασφάλειας διαστρεβλώνει και διαστρέφει την ουσία του χωρίς ουσιαστικά να το επιλύει.

Η Ν.Δ. με το ζήτημα της σκλήρυνσης έχει επίσης βοηθηθεί και στον μικροπολιτικό καυγά με τον ΣΥΡΙΖΑ. Τον έχει βάλει να υποστηρίζει διάφορες πλευρές της πολιτικής της –π.χ. αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, «φωλιές βίας» στα πανεπιστήμια– και να δηλώνει ότι πολλά απ’ αυτά που ψηφίζει η κυβέρνηση δεν χρειάζονται γιατί τα έχει ήδη προωθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι δημιουργεί στην αξιωματική αντιπολίτευση ένα σοβαρό πρόβλημα προς πολιτική αντιμετώπιση ενώ την ίδια στιγμή συνεχίζει να την κατηγορεί ότι υποθάλπει την ανομία. Ακόμα θα πρέπει να τονίσουμε ότι ενώ η κυβέρνηση σέρνει τον χορό της σκλήρυνσης και ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις έχουν τον ρόλο τους. Η αόριστη καταγγελιολογία και η όξυνση της αντιπαράθεσης αποκλειστικά στο ζήτημα της νεολαίας και του ασύλου –και μάλιστα με λειψό τρόπο αφού δεν γίνεται καν λόγος για τις παθογένειες που κυριαρχούν στο χώρο του πανεπιστημίου– βοηθούν την Ν.Δ. να προωθήσει τον συνολικότερο σχεδιασμό της. Επίσης δίνουν στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να «παίζει» πιο εύκολα το παιχνίδι της και αφήνουν την κοινωνία για άλλη μια φορά μόνη να αντιμετωπίσει προβλήματα, χειριστικές και διχαστικές πολιτικές.

Το υπαρκτό πρόβλημα

Το ζήτημα της ασφάλειας των πολιτών είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα. Δεν είναι μόνο μιντιακή προπαγάνδα ούτε ένα εφεύρημα της κυβέρνησης. Είναι πολλά και καθημερινά τα περιστατικά εγκληματικότητας όλων των μορφών που τροφοδοτούν το κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας στην κοινωνία – και αυτό είναι που κατόπιν διογκώνεται από τα ΜΜΕ. Πάνω σε αυτό το κλίμα η κυβέρνηση προσπαθεί να αποσπάσει κοινωνική συναίνεση. Βέβαια δεν το κάνει προσπαθώντας να λύσει τα πραγματικά προβλήματα αλλά κάνοντας μικροπολιτική και πόλεμο εντυπώσεων. Πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστούν οι επιχειρήσεις στα Εξάρχεια και στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο; Δεν είναι αυτά που, κατά κύριο λόγο, απασχολούν τον πολίτη αλλά είναι αυτά που εξυπηρετούν τη Ν.Δ. στην αντιπαράθεση της με τον ΣΥΡΙΖΑ και τα υπόλοιπα κόμματα, και τη βοηθούν στο να σταλεί ένα μήνυμα προς ορισμένους πολιτικούς χώρους.

Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται η αξιωματική αντιπολίτευση και τα υπόλοιπα κόμματα που λένε πολλά και διάφορα για την κακιά Δεξιά αλλά κουβέντα για το πρόβλημα. Πρέπει να το καταλάβουμε ότι το θέμα της ασφάλειας των πολιτών είναι υπαρκτό και προβληματίζει σοβαρά την ελληνική κοινωνία. Τον πολίτη τον απασχολεί που υπάρχουν περιοχές του κέντρου της Αθήνας αλλά και των προαστίων που δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μετά από κάποια ώρα λόγω των κλοπών, του εμπορίου ναρκωτικών, της πορνείας κ.ο.κ. Τον απασχολεί που μπορεί να του πάρουν το αυτοκίνητό του, να παραβιάσουν το σπίτι του, να τον κλέψουν στο δρόμο κ.ο.κ. Μπορεί όλα αυτά να είναι παραγόμενα των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών του συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε, να μην χρειάζεται απλά η καταστολή για να λυθούν αλλά είναι καθημερινότητα για πολλούς συνανθρώπους μας και οι οποίοι αναζητούν μια λύση. Δυστυχώς αυτή η λύση δεν προσφέρεται από το πολιτικό σύστημα αφού δεν ενδιαφέρεται για τον πολίτη και τους όρους διαβίωσής του. Το ενδιαφέρει η κοινωνία να βιώνει διαρκώς μια κατάσταση ανασφάλειας ώστε να είναι πιο εύκολα χειρίσιμη αλλά και πιο ανεκτική στην καταστολή. Και όποτε αποφασίσει το πολιτικό σύστημα να ασχοληθεί με αυτά τα προβλήματα, τότε τα εντάσσει στο επίσημο στημένο πολιτικό παιχνίδι. Άρα υπαρκτό ζήτημα αλλά αδιάφορο για τους πολιτικούς και το ελληνικό κράτος.

Βαθύτατα ελιτίστικη και αντιλαϊκή νοοτροπία

Η Ν.Δ., υπό την ηγεσία Κ. Μητσοτάκη, θέλει να παρουσιάσει μια κεντροδεξιά φυσιογνωμία και έχει κάνει βηματισμούς προς τα εκεί. Την ίδια στιγμή διατηρεί βαθύτατα ελιτίστικα και αντιλαϊκά χαρακτηριστικά που σημαδεύουν και συνοδεύουν την πολιτική οικογένεια της Δεξιάς και πολλά στελέχη της Ν.Δ. Αυτός ο ελιτισμός περιφρονεί βαθύτατα τον λαό και ό,τι λαϊκό, τον θεωρεί υποδεέστερο στοιχείο, στοιχείο ανίκανο για τα πάντα. Μόνο ως ψηφοφόρος κάτι λέει. Αλλά ως εκεί. Πρόκειται για μια αριστοκρατική ολιγαρχική αντιλαϊκή νοοτροπία περασμένων εποχών που αναβιώνει μέσα από τεχνοκρατικές κοινοτυπίες, υποτελείς υποκλίσεις στις πρεσβείες και τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Σε πολιτισμικό επίπεδο, μοντέλο είναι η κ. Γιάννα, οι φιλανθρωπίες των μεγάλων οικογενειών (Βαρδινογιάννη, Νιάρχου κ.λπ.), οι επιδείξεις του πλούτου και των ειδών πολυτελείας, οι δεξιώσεις, τα γκαλά. Στενοχωρούνται πολύ όταν το Μέγαρο ή το Ηρώδειο έχουν ένα φθηνό εισιτήριο. Δεν μπορούν το πόπολο, την «αμορφωσιά» του, τη συμπεριφορά του. Βέβαια απεχθάνονται τον λαϊκισμό, τις πορείες, τις απεργίες, γιατί όλα αυτά είναι πολύ μπανάλ. Κάνουν ουρά την 4 Ιουλίου κάθε χρόνο, αυτή είναι η μόνη πορεία που επιτρέπουν στον εαυτό τους, για να χαιρετήσουν και να βγουν φωτογραφία με τον Αμερικανό πρέσβη και τα Χριστούγεννα ίσως πεταχτούν σε κάποιο ελβετικό σαλέ. Προσέχουν ιδιαίτερα την εμφάνιση και το δέρμα τους, δεν έχουν μπει παρά μονάχα σπάνια σε αστικό λεωφορείο για να πάνε κάπου, έχουν σοφέρ, καλά αυτοκίνητα και βοηθούς (δεν τους λέμε υπηρέτες) στο σπίτι. Τα παιδιά απαραιτήτως σε ιδιωτικό και μετά κατευθείαν στο εξωτερικό.

Βέβαια δεν πρόκειται για «προνόμια» του περιβάλλοντος της Ν.Δ. και μόνο. Απλώνονται σαν λεκές και σε άλλους χώρους. Για τη Δεξιά όμως, η απέχθεια προς τον λαό είναι ανοικτή, καταστατική, εμπεδωμένη και εκφράζεται πολλαπλά. Γι’ αυτό και δεν κρατάνε εύκολα τα ζύγια όταν πρέπει να καταφύγουν στην ανοικτή καταστολή απέναντι στην «ανομία». Δεν στεναχωριούνται ποτέ όταν τα ΜΑΤ δέρνουν απεργούς και διαδηλωτές, νέους και φτωχούς ανθρώπους. Ακόμα βλέπουμε σκηνές αγριανθρωπισμού όταν για να αντιπαρατεθούν π.χ. στον ΣΥΡΙΖΑ βρίζουν τον Ν. Μαδούρο ασύστολα ή πολύ περισσότερο δείχνουν την χαρά τους για το πραξικόπημα ενάντια στον Ε. Μοράλες. Σε κάθε περίπτωση ο λαός είναι ο εχθρός και το ξέρουν καλά, ιδιαίτερα όταν δεν είναι υποταγμένος ή εξαγορασμένος…

Κατά τα άλλα αισθάνονται σαν τους γενικούς συμβούλους των μεγάλων επιχειρήσεων. Στεναχωριούνται πάρα πολύ που κάποιοι πρέπει να χάσουν την δουλειά τους για να έχουν περισσότερα κέρδη (και μπόνους οι ίδιοι) αλλά προχωρούν στις απολύσεις χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ίσως μάλιστα αναθέσουν σε κάποιον άλλο να τις ανακοινώσει…

http://sioualtec.blogspot.com