Η Δεξιά αποκηρύσσει τον νεοφιλελευθερισμό και ομνύει στο κοινωνικό κράτος

Η Δεξιά αποκηρύσσει τον νεοφιλελευθερισμό και ομνύει στο κοινωνικό κράτος

  • |

Η παγκόσμια ύφεση «δεν επιμερίζεται ισότιμα», άρα θα έχουμε «ριζική επιδείνωση της θέσης των πιο αδύναμων σε παγκόσμια κλίμακα», δηλαδή θα έχουμε μια «πανδημία ανισότητας»[i] και μια «λιτότητα που θα σκοτώνει», διαβάζουμε στις σημερινές αναλύσεις. Με άλλα λόγια οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, το μεγάλο πλήθος των «κάτω», είναι αυτοί που θα πληρώσουν την κρίση -την απώλεια κερδών των «πάνω», η οποία αποκαλείται «ύφεση»- με νέα ανεργία, νέα πείνα, νέα εξαθλίωση, και θάνατο από την αδυναμία πρόσβασης στο σύστημα υγείας.

Γιώργος X. Παπασωτηρίου

Όμως η «πανδημία ανισότητας» δεν προέκυψε από τον covid-19, υπήρχε και πριν! Η ανισότητα είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού συστήματος και όχι ενός τυχαίου -πλην προβλέψιμου- γεγονότος, ενός ιού που ξέφυγε από τις νυχτερίδες και μέσω ενός μυρμηγκοφάγου-ξενιστή μετακόμισε στον άνθρωπο! Προβάλλοντας τις ανισότητες ως απόρροια της πανδημίας επιδιώκουν να δείξουν ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε το σύστημα που δημιουργεί την πανδημία ιών και ανισοτήτων με την καταστροφή του περιβάλλοντος και της φυσικής ζωής, αλλά, απλώς, να «ασφαλιστούμε» από την επίθεση του «αόρατου εχθρού», να δημιουργήσουμε αποστειρωμένα μπούνκερς και «πανοπλίες» απρόσβλητες από τους ιούς κι ένα κοινωνικό κράτος που θα προσφέρει υγειονομική ασφάλιση. Με άλλα λόγια, να προσφέρουμε ασφάλεια στο «ανασφαλές πλήθος»! Το λέει και η ειδική στον καπιταλισμό, καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Κεντ, Αλμπένα Αζμάνοβα: «Είναι λάθος να επικεντρωνόμαστε στις ανισότητες» και στη μεγαλύτερη φορολογία των πλούσιων, το θέμα «είναι η ασφάλεια», λέει!

Τι προτείνουν, λοιπόν; Ασφάλεια από τους ιούς και ασφάλεια από τον «ιό» της πείνας και της εξαθλίωσης. Και στις δύο περιπτώσεις το βάρος πέφτει στο Δημόσιο. Το κοινωνικό κράτος που αποδοκιμάζονταν εκκωφαντικά από τις νεοφιλελεύθερες ελίτ, επιστρέφει τώρα ως η μόνη λύση. Μάλιστα το κράτος επιστρέφει και ως «κράτος επιχειρηματίας»! Ποιος θα το έλεγε ότι η νεοφιλελεύθερη δεξιά θα πρότεινε κάτι τέτοιο! Όπως γράφει σήμερα στο κύριο άρθρο της η εφημερίδα «Η Καθημερινή»: «Η επανεκκίνηση της οικονομίας μπορεί να επιτύχει μόνο με δημόσιους πόρους. Το κράτος να πάρει το τιμόνι. Πρόκειται όμως για ένα κράτος που δεν έχει πείσει ότι μπορεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την κρατικοδίαιτη και τη λαθρόβια επιχειρηματικότητα…»! Το κράτος, λοιπόν, πρέπει κατά την άποψη της συντηρητικής εφημερίδας να αναπτύξει έναν άλλον ομφάλιο λώρο, με την «σοβαρή επιχειρηματικότητα» αυτή τη φορά, η οποία δεν θα προσφέρει βέβαια μείωση των ανισοτήτων και κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά ΑΣΦΑΛΕΙΑ!

Κανείς δεν λέει ούτε γράφει, όμως, ότι το κράτος θα είναι το όχημα για τη μετάβαση του καπιταλισμού στη νέα εποχή του, αυτή της ψηφιακής επανάστασης και της ρομποτικής.

Η μετάβαση στην εποχή της ρομποτικής

Πριν τι είχαμε; Τη βιομηχανική επανάσταση και πολιτικά την αστική επανάσταση, τον τεϊλορισμό και τη μετάβαση στον ανειδίκευτο, μαζικό εργάτη, που σήμανε μια νέα συνδικαλιστική οργάνωση, νέα γενικά συνδικάτα και μια νέα ιδεολογία. Τώρα έχουμε τη μετάβαση στον εργαζόμενο υψηλής εξειδίκευσης. Να θυμίσουμε ότι και κατά τη βιομηχανική επανάσταση η αλλαγή στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας δεν προήλθε από τη διεύθυνση του εργοστασίου αλλά από το κράτος. Αυτό συνέβη με την εισαγωγή του κεϊνσιανισμού  και την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, που στόχευε στην αναγνώριση της δύναμης της εργασίας και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή της τόσο στη διατήρηση της τάξης όσο και στη δυναμική του καπιταλισμού μέσω της διαχείρισης της «ζήτησης». Έτσι οδηγηθήκαμε σε μία «κοινωνικοποίηση του κεφαλαίου»(Νέγκρι), στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε «κοινωνικό εργοστάσιο» και στην εμφάνιση μιας νέας ταξικής σύνθεσης, μέσω του λεγόμενου «κοινωνικού εργάτη»((operaio sociale). Η νέα αυτή σύνθεση εκφράστηκε με μία μορφή πάλης, που ξεπέρασε το εργοστάσιο, αμφισβητώντας όλες τις πλευρές διεύθυνσης της κοινωνίας από το κεφάλαιο. Γι’ αυτό το λόγο το κεφάλαιο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κεϊνσιανή-φορντική μορφή διεύθυνσης και να αναπτύξει νέες μορφές, δηλαδή το νεοφιλελευθερισμό.

Ο νεοφιλελευθερισμός εφάρμοσε την αποκοινωνικοποίηση του κράτους, αλλά και του κεφαλαίου, που μοιάζει να αναπτύσσεται πέραν της ανθρώπινης κοινωνίας, καθώς τείνει (ως στόχος) να δημιουργήσει μια νέα, αυτή των ρομποτοειδών. Σήμερα, όμως, εγκαταλείπεται ο νεοφιλελευθερισμός και επιστρέφουμε εκ νέου στην «κοινωνικοποίηση του κράτους» με στόχο την μέσω αυτού μετάβαση στην ψηφιοποίηση και ρομποτικοποίηση της εργασίας.

Το κεφάλαιο συνεχίζει ακόμα να εξαρτάται από την εργασία αλλά μόνο ως εργατική δύναμη, την οποία όμως θα βρίσκει πλέον στα ρομπότ-εργάτες και όχι στους ανθρώπους-εργάτες. Οι τελευταίοι εντούτοις είναι αναγκαίοι ως εκφραστές της ζήτησης, ως καταναλωτές, ως αγοραστική δύναμη! Γι’ αυτό τα αιτήματα, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, έχουν υιοθετηθεί πλέον και από το κεφάλαιο με επιτακτικό τρόπο. Έχουμε συνεπώς μετατόπιση από ένα μοντέλο ταξικής σύνθεσης σε ένα άλλο. Από ένα παράδειγμα κυριαρχίας σ’ ένα άλλο. Το κράτος πρέπει τώρα να εγγυηθεί την αλλαγή, διατηρώντας την συνοχή της κοινωνίας των καταναλωτών(με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, τα επιδόματα ανεργίας, αεργίας και την μερική απασχόληση).

Το πλανητικό κεφάλαιο δεν θα έχει σε λίγο ανάγκη την ανθρώπινη κοινωνία ως κοινωνία της εργασίας, αλλά μόνο ως κοινωνία της κατανάλωσης. Υπ’ αυτή την οπτική, οι «πάνω» θα είναι «αόρατοι» και οι «κάτω» θα έρθουν αντιμέτωποι με τους νέους τους εχθρούς, που θα είναι μία «παρα-κοινωνία» ρομπότ με νοημοσύνη(ίσως και «συναισθηματική»!). Με άλλα λόγια οι «εμφύλιοι πόλεμοι» των «κάτω» που συνέβαιναν πάντα στις Ηνωμένες Πολιτείες[ii] τώρα θα συμβούν σε πλανητικό επίπεδο μεταξύ ανθρώπων-επιδοτούμενων ανέργων και ρομπότ-ειλώτων! Όμως και στο επίπεδο των «πάνω» οι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις θα είναι φοβερές και άκρως επικίνδυνες(ο Νόαμ Τσόμσκι μιλάει για «πυρηνικό πόλεμο»). Ήδη μαθαίνουμε ότι οι δυτικοί αποσύρουν εργοστάσιά τους από την Κίνα σκέφτονται να τα εγκαταστήσουν σε άλλες χώρες της Ασίας[iii].

Η προοπτική μιας σύγκρουσης του μεγάλου πλανητικού πλήθους των «κάτω» με τις παγκόσμιες ελίτ, δηλαδή μια διεθνής πολιτική αντιπαράθεση των «πάνω» και των «κάτω», δεν φαίνεται επί του παρόντος ορατή. Η «παγκοσμιοποίηση των κινημάτων», που έγραφε ο Γάλλος καθηγητής Μπαντί, οι αυθόρμητες εξεγέρσεις στη Χιλή, στο Χόνγκ Κονγκ, τη Βαγδάτη, το Παρίσι έχουν «παγώσει» μπροστά σ’ έναν μικροσκοπικό ιό, παρόλα αυτά οι αιτίες της οργής παραμένουν…

[i] ΤΑ ΝΕΑ, Π. Σωτήρης, 30.4.2020
[ii] Homo americanus, 2008
[iii] Η Καθημερινή, 30.4.2020

http://artinews.gr