Μπροστά σε δημοσιονομική στενωπό ξανά η Ελλάδα

Μπροστά σε δημοσιονομική στενωπό ξανά η Ελλάδα

  • |

Το «πετράδι του στέμματος» των κυβερνητικών επιτυχιών είναι η παραγωγή σε μόνιμη βάση πρωτογενών υπερπλεονασμάτων και η γρήγορη αποκλιμάκωση του χρέους, αλλά πόσο διατηρήσιμο είναι αυτό;

Πώς οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη παγίδευσαν τη χώρα σε ένα σχέδιο σκληρής λιτότητας για την παραγωγή πρωτογενών υπερπλεονασμάτων στο όνομα των δημοσιονομικών επιτυχιών και της ταχύτατης μείωσης του χρέους, το οποίο από το 2027 και ύστερα θα «βγαίνει» μόνο με λιτότητα μνημονιακού τύπου ● Η πρόωρη αποπληρωμή μέχρι το 2031 χρέους 30,6 δισ. ευρώ, πώς προέκυψαν τα υψηλά ρευστά διαθέσιμα του κράτους, το ρεκόρ δανεισμού μέσω repos και γιατί το ύψος του χρέους της κεντρικής διοίκησης είναι διαφορετικό για τον ΟΔΔΗΧ και τον κρατικό προϋπολογισμό.

Τον Ιούλιο του 2024, ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας δήλωσε ότι «θα χρειαστούν ακόμα 40 χρόνια για να επιστρέψει η Ελλάδα σε κανονικά οικονομικά μεγέθη», κάτι που κατά τη γνώμη του μπορεί να επιτευχθεί εάν επιτυγχάνει αδιάλειπτα πρωτογενή πλεονάσματα στο ύψος του 2% του ΑΕΠ και γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Προς το παρόν πάντως η Ελλάδα επιτυγχάνει πρωτογενή υπερπλεονάσματα πολύ πάνω από το 2% του ΑΕΠ: το 2024 ήταν 4,8% του ΑΕΠ και για το 2025 προβλέπεται ότι θα φτάσει και πιθανότατα θα ξεπεράσει το 3,7% του ΑΕΠ. Από το 2026 μέχρι το 2029 όμως προβλέπεται ότι θα μειωθούν, σε 2,8% το 2026 και σε 2,7% τα υπόλοιπα έτη.

Στην ιστορία της ελληνικής «δημοσιονομικής προσαρμογής», μετά τη διπλή χρεοκοπία του 2010 (κρατική και τραπεζική), παρατηρούμε το παράδοξο φαινόμενο όλες οι κυβερνήσεις να παράγουν υπερπλεονάσματα πάνω από τα συμφωνηθέντα με τους δανειστές και πλέον με την Κομισιόν επίπεδα. Το έπραξε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015-2019, το πράττουν στη συνέχεια και οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στα χρόνια μετά το 2023.

Το μνημόνιο του μέλλοντός μας

Ομως τα υπερπλεονάσματα είναι «αιματηρά»: για να επιτευχθούν, χρειάστηκαν δρακόντεια μνημόνια στην πρώτη φάση μέχρι και το 2019 και μια περίτεχνη αρχιτεκτονική λιτότητας στα χρόνια από το 2021 και μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με υψηλό πληθωρισμό και υψηλό αποπληθωριστή του ΑΕΠ, την οποία θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Για να συνεχιστούν και μετά το 2026, θα απαιτηθεί ένα νέο σκληρό μνημόνιο στις κρατικές δαπάνες. Αυτό δεν είναι δική μας εκτίμηση ή ισχυρισμός, αλλά δημόσια ομολογημένος κυβερνητικός σχεδιασμός. Στα τέλη Νοεμβρίου 2025 η κυβέρνηση κατέθεσε στις Βρυξέλλες τον Πολυετή Δημοσιονομικό Σχεδιασμό 2026-2029, ο οποίος προβλέπει τρομερές περικοπές στις κρατικές δαπάνες σε όλα τα υπουργεία και στα χρηματοδοτούμενα προγράμματα και μάλιστα σε ονομαστικές τιμές, χωρίς να εξετάσουμε τη μείωση της πραγματικής τους αξίας λόγω πληθωρισμού (Βλέπε «Από τη μεταμνημονιακή λιτότητα σε… μνημόνιο», «Εφ.Συν.»)

Αν ο όρος μεταμνημονιακή λιτότητα ηχεί άδικος για την κυβέρνηση που αύξησε τόσες φορές τον κατώτατο μισθό, ας αναλογιστούμε ότι η Ελλάδα είναι τελευταία στην αγοραστική δύναμη του διαθέσιμου εισοδήματος στην Ε.Ε.

Αν ο όρος μνημόνιο στις δαπάνες ηχεί υπερβολικός, ας προταθεί μια άλλη αξιολόγηση των ονομαστικών περικοπών που προβλέπονται μεταξύ 2026 και 2029 όπως οι ακόλουθες: -0,71% στις συνολικές δαπάνες, -5,54% στις δαπάνες για μισθοδοσία εργαζομένων, -9% στην Παιδεία, -4,72% στην Υγεία, -11,33% στην Αγροτική Ανάπτυξη, -5,26% στην Κοινωνική Συνοχή.

Το εξαγγελθέν νέο μνημόνιο στις κοινωνικές δαπάνες θα είναι πιθανότατα ακόμα σκληρότερο σε σχέση με τα προβλεπόμενα.

Περίτεχνος μηχανισμός λιτότητας

Χαρακτηρίσαμε τη μεταμνημονιακή δημοσιονομική πολιτική περίτεχνο μηχανισμό λιτότητας, διότι όντως οικοδομήθηκε συνειδητά, συστηματικά και… ολοκληρωμένα.

Η μέθοδος προέβλεπε τα εξής:

● Τα πρωτογενή υπερπλεονάσματα αποδόθηκαν μονομερώς στην υπεραπόδοση των δημόσιων εσόδων, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι οφείλονταν πολύ περισσότερο στην υποεκτέλεση στο σκέλος των δαπανών. Οι δύο σχετικοί πίνακες, με στοιχεία από τους κατατεθειμένους προϋπολογισμούς διορθωμένα με τα στοιχεία κάθε επόμενου προϋπολογισμού, αποδεικνύουν ότι οι περικοπές δαπανών (σε ταμειακή βάση) σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις ήταν συστηματικά πολύ υψηλότερες σε σχέση με την υπέρβαση των στόχων στα φορολογικά έσοδα. Κατά «περίεργο» τρόπο, όλοι οι προϋπολογισμοί έπεφταν συστηματικά έξω: τα φορολογικά έσοδα υπεραπέδιδαν, οι δαπάνες περικόπτονταν. Κι αυτό συνεχιζόταν και στα επόμενα έτη χωρίς καμία διόρθωση! Τόσο ανίκανοι, κατ’ εξακολούθηση, να προϋπολογίσουν δαπάνες και έσοδα σε ταμειακή βάση; Οχι, ήταν μέθοδος απόκρυψης της τυπικής συνταγής λιτότητας: φορολογικά υπερέσοδα (αύξηση φορολογικών βαρών στην πράξη, ταυτόχρονα με υποεκτέλεση, δηλαδή περικοπή, δαπανών).

● Η ίδια δυσαναλογία παρατηρείται και στη σχέση μεταξύ πληθωρισμού και ρυθμών ανάπτυξης, που αυξάνουν το ονομαστικό ΑΕΠ και έτσι μειώνουν το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Για την ακρίβεια, εδώ υπεισέρχονται ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ και ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ. Βλέπουμε από τον σχετικό πίνακα ότι ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ, λόγω πληθωριστικής έξαρσης το 2022-2024, συνεισέφερε περισσότερο στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ σε σχέση με τους ρυθμούς ανάπτυξης.

● Ενώ οι δαπάνες σε ταμειακή βάση υποεκτελούνταν (δηλαδή περικόπτονταν σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις του προϋπολογισμού), σε δημοσιονομική βάση, δηλαδή περιλαμβάνοντας και τις δαπάνες των Οργανισμών και Νομικών Προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αυξάνονταν! Ο βασικός λόγος ήταν ότι τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) παρήγαν όλα αυτά τα χρόνια σημαντικά πλεονάσματα, χάρη και σε υψηλές μεταβιβάσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό. Ιδιαίτερα για τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα (πλην ΟΤΑ, ΟΚΑ και νοσοκομείων) είναι εντυπωσιακό ότι οι κρατικές μεταβιβάσεις συνέχιζαν να είναι υψηλές παρά τα υψηλά τους πλεονάσματα! (βλέπε σχετικό πίνακα)

Αυτή η πολιτική δαπανών (υποεκτέλεση σε ταμειακή βάση και αύξηση σε δημοσιονομική βάση λόγω υψηλών επιχορηγήσεων σε Νομικά Πρόσωπα παρ’ όλο που ήταν πλεονασματικά) ήταν το πιο αφανές και «περίτεχνο» ταυτόχρονα στοιχείο της «συνταγής» λιτότητας με την οποία χτίστηκαν οι προϋπολογισμοί από το 2021 και ύστερα, οι οποίοι ήταν πολύ «καρποφόροι», καθώς εξασφάλιζαν πολλαπλά αποτελέσματα:

● Κρατούσαν χαμηλό το επίπεδο των πρωτογενών δαπανών, εξασφαλίζοντας υψηλά πρωτογενή υπερπλεονάσματα.

● Με τις αυξημένες επιχορηγήσεις στα λοιπά Νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα αύξαιναν περαιτέρω σε δημοσιονομική βάση τα υπερπλεονάσματα.

Παράδειγμα: Το πρωτογενές πλεόνασμα το 2024 σε ταμειακή βάση ήταν 3,5% του ΑΕΠ και σε δημοσιονομική βάση αυξήθηκε σε 4,8% του ΑΕΠ.

● Τα πλεονάσματα των ΟΚΑ και των Νομικών Προσώπων «φούσκωναν» τα ρευστά διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης, διευκολύνοντας την εξυπηρέτηση του χρέους (θα αναφερθούμε στη συνέχεια).

Ετσι, παρήχθησαν οι δημοσιονομικοί θρίαμβοι των κυβερνήσεων Μητσοτάκη: με υπερφορολόγηση, υποεκτέλεση-περικοπές στις δαπάνες σε ταμειακή βάση και αχρείαστες επιχορηγήσεις των Νομικών Προσώπων για να διευρύνεται το «μαξιλάρι» ρευστών διαθεσίμων της Γενικής Κυβέρνησης. Αλλά όχι μόνο: χάρη στον υψηλό αποπληθωριστή του ΑΕΠ λόγω του πληθωριστικού κύματος των ετών 2022-2024. Σε όλες τις περιπτώσεις, χρηματοδότες από το υστέρημά τους ήταν τα λαϊκά νοικοκυριά – κι όχι η λεγόμενη «υπεραπόδοση της οικονομίας» ή η «πάταξη της φοροδιαφυγής».

Δημοσιονομικές Συμπληγάδες

Στα χρόνια μετά το 2021 η δημοσιονομική πολιτική ευνοήθηκε από τον υψηλό αποπληθωριστή του ΑΕΠ και από την τόνωση της κατανάλωσης και των ρυθμών ανάπτυξης με τα μέτρα της πανδημίας και κυρίως με τους ευρωπαϊκούς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Σε αυτά η κυβέρνηση πρόσθεσε σοβαρές φοροεπιβαρύνσεις και υποεκτέλεση δαπανών ενώ κατηύθυνε πόρους στο «μαξιλάρι» ρευστών διαθεσίμων μέσω υψηλών επιχορηγήσεων στα Νομικά Πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Ο συνδυασμός όλων των προηγούμενων έφερε υπερπλεονάσματα και μεγάλες αυξήσεις του ονομαστικού ΑΕΠ με αποτέλεσμα ταχύτατη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ. Ομως η συγκυρία αλλάζει και οι έως τώρα «ευκολίες» τελειώνουν:

● Μετά το 2027, οι ρυθμοί αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ «προσγειώνονται» στα επίπεδα 1,25-1,5% ετησίως, ενώ και ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ θα είναι πολύ χαμηλότερα σε σχέση με την τριετία 2022-2025. Σε τέτοιους αναιμικούς ρυθμούς συμπυκνώνεται η ενδογενής δυναμική της ελληνικής οικονομίας.

● Αντί για έκτακτες «ενέσεις» ευρωπαϊκών πόρων, όπως με το Ταμείο Ανάκαμψης, θα έχουμε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων που δικαιούται η Ελλάδα στο πλαίσιο του νέου πολυετούς ευρωπαϊκού προϋπολογισμού 2028-2034, ιδιαίτερα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και των Πολιτικών Συνοχής.

● Η θεαματική ευρωπαϊκή στροφή από τις πολιτικές σύγκλισης και συνοχής στην «άμυνα και ασφάλεια» θα έχει πολλαπλές και δημοσιονομικές συνέπειες:

α. Η έκρηξη κρατικών δαπανών και «ζήτησης χρέους», ύψους εκατοντάδων δισ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής στροφής στην «άμυνα και ασφάλεια» θα αυξήσει τα επιτόκια δανεισμού όλων των χωρών-μελών, περιλαμβανομένης και της Ελλάδας, για πρώτη φορά χωρίς η αιτία να είναι τα υψηλά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αν αρχίσουν να αυξάνονται και τα επιτόκια του ευρώ, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους για όλες ανεξαιρέτως τις χώρες-μέλη, ιδιαίτερα όμως αυτές που έχουν υψηλό χρέος, θα αυξηθεί σε επίπεδα ενδεχομένως μη διαχειρίσιμα. Η απόδοση του δεκαετούς γερμανικού ομολόγου αναφοράς αυξήθηκε μέσα στο 2025 κατά 47 μονάδες βάσης – και έχουμε ακόμη δρόμο… Οσο για την απόδοση του ελληνικού δεκαετούς, αυξήθηκε 31 μονάδες βάσης. Είναι ένα ερώτημα αν οι παραδοχές του ΟΔΔΗΧ για αύξηση του μέσου πραγματικού επιτοκίου του ελληνικού μεσομακροπρόθεσμου χρέους μετά το 2027 στο 3,1% θα αποδειχτούν επαρκείς.

β. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, έχοντας χτίσει τον μηχανισμό λιτότητας μέσω του προϋπολογισμού και αποτυγχάνοντας να αξιοποιήσει παραγωγικά τους ευρωπαϊκούς πόρους, κάλυψε με ευρωπαϊκούς πόρους δαπάνες που θα έπρεπε να χρηματοδοτηθούν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οταν, από τον Αύγουστο του 2026, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης τελειώσουν και οι πόροι του νέου πολυετούς ευρωπαϊκού προϋπολογισμού αποδειχτούν μειωμένοι και «ακατάλληλοι» για να καλυφθούν τέτοιες ανάγκες, ο κρατικός προϋπολογισμός θα δεχτεί σοβαρές πιέσεις. Το νέο μνημόνιο στις κρατικές δαπάνες που περιγράφεται στις σελίδες του Πολυετούς Δημοσιονομικού Σχεδιασμού 2026-2029 δεν θα εφαρμοστεί το ίδιο εύκολα και απαρέγκλιτα όπως οι προϋπολογισμοί λιτότητας της περιόδου 2021-2026.

γ. Από το 2028 όχι μόνο θα λήξει η περίοδος της «ευελιξίας» για ένα μέρος των στρατιωτικών δαπανών, αλλά όσα δεν καταγράφηκαν στο έλλειμμα και το χρέος θα πρέπει να επανεγγραφούν.

δ. Με απόφαση της Eurostat (ανακοίνωση ΕΛΣΤΑΤ της 4ης και 25ης Οκτωβρίου 2024), οι αναβληθέντες τόκοι του μνημονιακού δανείου από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΔΜΧΣ) εγγράφονται στο χρέος παρότι δεν θα καταβάλλονται μέχρι το 2032. Σε ετήσια βάση ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ, ποσό που θα επιβαρύνει τη δαπάνη για τόκους από το 2032. Εχοντας βάλει πολύ ψηλά τον πήχη με τα πρωτογενή υπερπλεονάσματα και έχοντας «καλομάθει» τις αγορές με τέτοιες υψηλές επιδόσεις, η κυβέρνηση έχει παγιδεύσει τη δημοσιονομική πολιτική, κι αυτό θα αποκαλυφθεί ενδεχομένως και με δυσάρεστο τρόπο στα επόμενα χρόνια.

Η μεγάλη διακύβευση όμως θα είναι καθαρά πολιτική. Τα λαϊκά νοικοκυριά μετά την ακραία μνημονιακή λιτότητα βίωσαν τη μεταμνημονιακή λιτότητα επί κυβερνήσεων Μητσοτάκη, χωρίς να πάρουν ανάσα και χωρίς να γνωρίσουν βελτίωση του πραγματικού τους εισοδήματος. Η υπόκωφη δυσαρέσκεια και η ανάδειξη της ακρίβειας (δηλαδή της αγοραστικής δύναμης του διαθέσιμου εισοδήματος) σε υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα σε όλες τις δημοσκοπήσεις έχουν ήδη υποσκάψει την αξιοπιστία και την ευστάθεια του πολιτικού συστήματος. Το προαναγγελθέν μνημόνιο στις κοινωνικές δαπάνες μετά το 2026 θα τύχει πλήρους λαϊκής απονομιμοποίησης. Τα 40 χρόνια είναι πολλά όταν… μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί. Οι οικονομολογούντες, που νομίζουν ότι η οικονομία χωρίζεται από την πολιτική με σινικά τείχη, θα βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων…

Το τελευταίο «κόλπο»

Αν η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων στηρίχτηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην υπερφορολόγηση των μισθωτών και των ελεύθερων επαγγελματιών, τα κέρδη και τα μερίσματα απόλαυσαν μιαν άλλη, «συμπεριληπτική» πολιτική: Το ποσοστό φορολόγησης των κερδών μειώθηκε σημαντικά στην περίοδο των κυβερνήσεων Μητσοτάκη, ενώ τα μερίσματα απόλαυσαν το χαμηλότερο ποσοστό αυτοτελούς φορολόγησης στην Ευρώπη: 5%. Ετσι, 1.500 πολύ πλούσιοι μερισματούχοι που δηλώνουν 4 δισ. ευρώ μερίσματα έφτασαν να πληρώνουν φόρο περίπου 200 εκατ. Οπως ειπώθηκε εύστοχα κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού στη Βουλή, ένα παιδί για μια σοκολάτα πληρώνει φόρο 13% αλλά οι μερισματούχοι πληρώνουν φόρο 5%.

Ομως, το κυβερνητικό colpo grosso με το οποίο «κλείδωσε» η μεταμνημονιακή λιτότητα ήταν η προσχηματική επίκληση του «κόφτη» δαπανών που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του νέου ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και ισχύει από το 2024. Το νέο Σύμφωνο πράγματι προβλέπει πλαφόν στην ετήσια αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών. Η κυβέρνηση το επικαλείται για να ισχυριστεί ότι ο «κόφτης» απαγορεύει επιπλέον μέτρα κοινωνικής στήριξης. Ωστόσο, ο «κόφτης» περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα για αύξηση των δαπανών αν θεσπιστούν μέτρα διακριτών εσόδων (DRM) που διευρύνουν τον δημοσιονομικό χώρο, όπως φορολόγηση των υπερπλούσιων, αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων, φορολόγηση των υπερκερδών των ενεργειακών εταιρειών και των τραπεζών. Η κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά τέτοια μέτρα.

Ετσι, ο «κόφτης» δαπανών του Συμφώνου λειτουργεί στον απόλυτο βαθμό και καθορίζεται σε μια βάση δαπανών χαμηλή, που είχε διαμορφωθεί με τη συστηματική υποεκτέλεση στο σκέλος των δαπανών όλα τα τελευταία χρόνια.

https://www.efsyn.gr/oikonomia/elliniki-oikonomia/496376_mprosta-se-dimosionomiki-stenopo-xana-i-ellada

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.