Το βιβλίο του Απόστολου Καψάλη είναι εξαιρετικά σημαντικό –και έχει νόημα να επισημανθεί από την αρχή το ερωτηματικό στο τέλος του τίτλου του. Υποδηλοί ότι μπορεί η κρίση αυτή να είναι πράγματι αδιέξοδη, μπορεί όμως και όχι: ένα στοιχείο που μας καλεί σε βιωματική εγρήγορση, που την αποκαλώ έτσι ‒βιωματική‒ διότι, αν επιβεβαιωθεί το δυστοπικό σενάριο (από όσα περιγράφονται στο τελευταίο μέρος του βιβλίου), τότε, σε μιαν επόμενη περίοδο, μπορεί και να μην έχουμε καν τη δυνατότητα να συζητούμε. Θα πρόκειται για μια δυστοπία ολοκληρωτική, απευκταία με όλη τη σημασία της λέξης.
Το βιβλίο είναι ευσύνοπτο (158 σελίδες), είναι όμως ‒ταυτόχρονα‒ και ιδιαίτερα περιεκτικό: περιγράφει και επεξηγεί συμπεριληπτικά τη δυσάρεστη πραγματικότητα που βιώνουμε, με τρόπο που δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για έλλογη παρέμβαση, το στοιχείο που, όπως συχνά λέω, αποτελεί και το ειδοποιό γνώρισμα της πραγματικά επιστημονικής ματιάς. Κατά τούτο, ειδικά σήμερα που διολισθαίνουμε σε μια σιωπηρή αποδοχή, σε μια φυσικοποιημένη κανονικοποίηση της εργατικής επισφάλειας, το βιβλίο έρχεται να ταράξει λιμνάζοντα νερά σε πλειάδα συγκοινωνούντων πεδίων και προβληματικών: ερευνητικά, προφανώς συνδικαλιστικά αλλά και πολιτικά (που είναι ίσως και η μεγαλύτερη συμβολή του).
Το γνωστικό εύρος του βιβλίου υπερβαίνει, λοιπόν, κατά πολύ το φυσικό του μέγεθος, όμως στοιχείο που δεσπόζει και το χαρακτηρίζει, είναι η ποιότητα της ανάλυσης. Αυτό γίνεται σαφές ήδη από την αρχή, από την ευσύνοπτη ιστορική περιοδολόγηση του εργατικού κινήματος, όπου αποδίδεται γλαφυρά η «δύσκολη ενηλικίωση» του ελληνικού συνδικαλισμού, που πάντοτε επιβαρυνόταν από δομικές παθογένειες: έναν συνδυασμό, αφενός, της κρατικής κατασταλτικότητας που επέτεινε τον οργανωτικό κατακερματισμό (δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι, από την ανάδυσή του, ως και τη Μεταπολίτευση, το πραγματικό, το μη εργοδοτικό εργατικό κίνημα βρισκόταν υπό διαρκή διωγμό) και, αφετέρου, της κρατικής ανάμειξης στην εσωτερική ζωή των συνδικάτων. Στους ανασταλτικούς παράγοντες θα πρόσθετα και εσωτερικές, πολιτικές και οργανωτικές αστοχίες του ίδιου του εργατικού κινήματος, όμως πρόκειται για διάσταση που ο συγγραφέας αναδεικνύει στο κυρίως σώμα του βιβλίου.
Είχαμε βέβαια στη συνέχεια τη Μεταπολίτευση (με ορόσημο τον 1264 του 1982), όμως αυτή η -ας την αποκαλέσουμε- «θεσμική αποκατάσταση» ήταν και αυτή εν πολλοίς «δανεική» από το κράτος: με τα συνδικάτα να μετατρέπονται σταδιακά σε κόμβους ενός πελατειακού δικτύου που διαπραγματεύονταν μεν καλύτερες αμοιβές και συνθήκες για τους «εντός των τειχών», άφηνε όμως εκτός εκπροσώπησης τους πολυάριθμους «εκτός».
Σε κάθε περίπτωση, ήταν μια περίοδος που ο λεγόμενος κοινωνικός εταιρισμός ‒όταν, όπου, και όπως εμφανίστηκε‒ μάλλον λειτούργησε ως υπνωτικό που άφησε τα συνδικάτα ανοχύρωτα απέναντι στον τυφώνα των Μνημονίων. Τα Μνημόνια αυτά ήταν πάντως πραγματική τομή ‒ ένα σημείο μηδέν, «μια χρονιά-ορόσημο στην εργατική ιστορία της Ελλάδας, [που ήταν] σαν να σταματά ο χρόνος» (σ. 15). Κι αυτό διότι δεν ενείχε μόνο εξελίξεις όπως την κατάργηση της μετενέργειας, την κυριαρχία των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών και τη βίαιη μείωση του κατώτατου μισθού, ενείχε κυρίως μια στρατηγική επιλογή αποδυνάμωσης του συνδικαλιστικού υποκειμένου.
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, ο Καψάλης χαρτογραφεί με εντυπωσιακή ακρίβεια το ζοφερό παρόν της εργασίας στην Ελλάδα. Μέσα από πλήθος στατιστικών στοιχείων, αποδομεί εντελώς το αφήγημα της «ανάπτυξης» και της «μείωσης της ανεργίας» που τόσο καταιγιστικά (όσο και προσβλητικά) μας προβάλλεται, και αποκαλύπτει την ακριβώς αντίθετη πραγματικότητα: το ότι η Ελλάδα είναι ουραγός της Ευρώπης σε όλους τους κρίσιμους δείκτες: σε μισθούς, σε αγοραστική δύναμη, σε ποιότητα εργασίας: το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό πολιτών που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, την ώρα που είναι οι πιο «σκληρά εργαζόμενοι» στην ΕΕ, με τις περισσότερες ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Εξίσου δραματική είναι και η κατάρρευση της κάλυψης από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, η οποία από το 100% της περιόδου πριν τα Μνημόνια, έχει πέσει σε μονοψήφια ποσοστά στον ιδιωτικό τομέα, μετατρέποντας την Ελλάδα σε χώρα εξατομικευμένων εργασιακών σχέσεων.
Εξαιρετικό σημείο του βιβλίου που θέλω να τονίσω είναι η νομική και πολιτική ανάλυση της θεσμικής θωράκισης αυτής της γενικευμένης απορρύθμισης. Ο συγγραφέας δεν μένει, δηλαδή, σε μιαν επιφανειακή παράθεση νόμων, αλλά εμβαθύνει στο πώς ακριβώς οι νομοθετικές παρεμβάσεις από το 2010 και μετά –ειδικά οι νόμοι Χατζηδάκη και Γεωργιάδη– λειτούργησαν ως εργαλεία για τον κυριολεκτικό «ακρωτηριασμό της συλλογικής αυτονομίας». Αναδεικνύεται εδώ γλαφυρά ο ρόλος των «ενώσεων προσώπων» ως μηχανισμού για την υπογραφή επιχειρησιακών συμβάσεων, που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από εργοδοτικές «αυτοσυμβάσεις» για τη μείωση μισθών.
Στο πλαίσιο αυτό εισάγεται και αναλύεται η έννοια του «λιτοταυταρχισμού»: ένα πλήρες, στρατηγικά επεξεργασμένο μοντέλο διακυβέρνησης όπου η μόνιμη λιτότητα επιβάλλεται με αυταρχικά μέσα, καταργώντας στην πράξη τον κοινωνικό διάλογο και την ‒ούτως ή άλλως ελλιπή‒ δημοκρατία στους χώρους δουλειάς. Στις νέες περιστάσεις, η λιτότητα δεν είναι πλέον προσωρινό μέτρο, αλλά ένας μόνιμος μηχανισμός ελέγχου μέσω της διαρκούς απειλής της απόλυσης και της φτώχειας, με το κράτος να παρεμποδίζει κάθε μορφή συλλογικής αντίδρασης μέσω της «τεχνοκρατικοποίησης» των εργασιακών σχέσεων ‒μια οπτική που παύει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα ως πολιτικά ζητήματα που ενέχουν σύγκρουση αντιτιθέμενων συμφερόντων, αλλά ως τεχνικές διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η συνδικαλιστική δράση ποινικοποιείται, και το δικαίωμα στην απεργία ουσιαστικά καταργείται μέσω πλειάδας γραφειοκρατικών εμποδίων (πράγματα όπως το ΓΕΜΗΣΟΕ ‒το Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων, οι ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, και το προσωπικό ασφαλείας).
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι επίσης η κριτική που ασκείται στην πρόσφατη Ευρωπαϊκή Οδηγία για τους «επαρκείς κατώτατους μισθούς» όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλούνται (αλλά όλες και όλοι ξέρουμε πόσο αστείρευτη είναι η ΕΕ σε ευφημισμούς). Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους πανηγυρισμούς περί «επιστροφής της Κοινωνικής Ευρώπης», ο Καψάλης βλέπει πίσω από τις διακηρύξεις όχι επάρκεια (όπως και αν επιλέγαμε να την προσδιορίσουμε) αλλά νέες «αυταρχικές καινοτομίες»: το γεγονός ότι, ειδικά όπως ενσωματώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν. 5163/2024, η Οδηγία κινδυνεύει να νομιμοποιήσει έναν κρατικό πατερναλισμό, όπου ο μισθός καθορίζεται από αλγόριθμους και κυβερνητικές αποφάσεις, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τα συνδικάτα και τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Το βιβλίο στέκεται επισταμένα ‒ήδη από την Εισαγωγή‒ και σε ζητήματα που άπτονται του τρόπου με τον οποίο το νέο περιβάλλον επιδρά στην ψυχολογία των εργαζομένων, καθ’ οδόν προς την ανάδυση της οπτικής της «ατομικής ευθύνης» ‒εξέλιξη που κυοφορεί και μιαν επικίνδυνη κρίση ταυτότητας. Στα βασικά της στοιχεία συγκαταλέγεται ο διαβόητος «επιχειρηματίας εαυτός», όπου ο εργαζόμενος εκπαιδεύεται να βλέπει τον εαυτό του ως μικρή επιχείρηση που πρέπει να επενδύει διαρκώς σε δεξιότητες. Αυτό, βέβαια, οδηγεί στην εξατομίκευση: αν αποτύχεις, φταις εσύ, τα ελλιπή σου προσόντα, όχι το σύστημα. Είναι φανερό ότι στο πλαίσιο αυτό, η ανάγκη για συνδικαλισμό υποχωρεί, η λύση οφείλει να αναζητηθεί στην ατομική ανέλιξη. Η πάλαι ποτέ «γενιά των 700 ευρώ» (που πλέον είναι η γενιά της ελαστικής απασχόλησης) παύει έτσι να έχει οργανική σχέση με τα παραδοσιακά σωματεία.
Ας το σκεφτούμε: ας αναλογιστούμε ότι για έναν εργαζόμενο σε πλατφόρμα (delivery) ή έναν freelancer, το συνδικάτο όπως σήμερα λειτουργεί φαντάζει οργανισμός από το παρελθόν που αδυνατεί να κατανοήσει την καθημερινότητά του/της. (Γι’ αυτό βέβαια δεν φταίει ούτε ο επισφαλώς εργαζόμενος ούτε οι εν γένει συνθήκες, φταίει το γραφειοκρατικοποιημένο συνδικάτο ‒αλλά στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω.) Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω δημιουργούν μια πραγματικότητα «διπλού εργατικού κόσμου»: από τη μια, οι φθίνοντες εργαζόμενοι με σχετικά σταθερές σχέσεις, και από την άλλη, η μάζα των νέων, των γυναικών και των μεταναστών που βρίσκονται εκτός των τειχών της ΓΣΕΕ και των μεγάλων ομοσπονδιών.
Πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι το βιβλίο δεν αρκείται στην ανάλυση, την αξιοποιεί προκειμένου να μιλήσει και για τις ευθύνες των ίδιων των συνδικάτων αλλά και της Αριστεράς. Ο Καψάλης ασκεί κριτική στον «εταιρικό συνδικαλισμό», τον εθισμένο στην κρατική χρηματοδότηση και τον γραφειοκρατικό εναγκαλισμό, που έχει χάσει την επαφή του με τη βάση και τις νέες μορφές εργασίας (την εργασία της ευελιξίας, την εργασία στις πλατφόρμες, την εργασία των μεταναστών). Καυτηριάζει επίσης τη λογική της «ανάθεσης» που έτεινε να κυριαρχήσει την περίοδο ’12-’15, όταν το κίνημα περίμενε τη λύση από την κυβερνητική αλλαγή, οδηγούμενο τελικά σε απογοήτευση και αδράνεια.
Κρίσιμη είναι ακόμη η κριτική στην εν γένει Αριστερά για το γεγονός ότι, ενώ ‒πολύ σωστά‒ υπερασπίζεται ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, έχει υποβαθμίσει την κεντρικότητα της εργασίας και της ταξικής πάλης, αφήνοντας χώρο στην Ακροδεξιά να απευθυνθεί στα λαϊκά στρώματα. Πρόκειται για εξαιρετικά κρίσιμο σημείο που ξέρω καλά πόσο πολύ απασχολεί τον συγγραφέα, μια και το έχει επισταμένα θίξει σε παρουσιάσεις του στο διαρκές σεμινάριο του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής.
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου αποτολμά τη διατύπωση σεναρίων για το μέλλον, αξιοποιώντας το σχήμα του Jelle Visser (στο πρόσφατο ‘Will they Rise Again?’), το οποίο αναφέρεται σε 4 σενάρια. Ο Καψάλης διαχειρίζεται το σχήμα ευφάνταστα και συνθετικά προκειμένου να εισφέρει προβληματισμό στη βάση πλήθους στοιχείων και υποστηρικτικών επιχειρημάτων. Το συμπέρασμα είναι μάλλον μελαγχολικό: το πιθανότερο σενάριο για τον ελληνικό συνδικαλισμό είναι ένας συνδυασμός «περιθωριοποίησης» και «δυϊσμού» ‒συρρίκνωσης δηλαδή της επιρροής των συνδικάτων και εγκλωβισμού τους στην εκπροσώπηση μόνο των insiders του δημοσίου και των μεγάλων επιχειρήσεων, αφήνοντας απροστάτευτη τη μεγάλη μάζα των επισφαλών ‒μια εκδοχή που προφανώς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με υποκατάσταση ή αντικατάσταση των συνδικάτων από advocacy groups, ΜΚΟ, ή ιδιωτικά γραφεία παροχής νομικών υπηρεσιών.
Όμως το βιβλίο δεν κλείνει απαισιόδοξα ‒δεν έχουμε κάποιο αναπόφευκτο «τέλος των συνδικάτων», δεν υφίσταται (και δεν μπορεί ποτέ να υφίσταται) κάποια τέτοιου τύπου νομοτέλεια. Τα ζοφερά σενάρια είναι πιθανά, όμως ασφαλώς και μπορούν να διαψευστούν, με την προϋπόθεση ενός ριζικού επανασχεδιασμού, μιας «επανεφεύρεσης» του συνδικαλισμού που θα βασίζεται:
στην ταξική ανεξαρτησία,
στην οικονομική αυτοτέλεια,
στην ενότητα στη δράση και
στο άνοιγμα σε νέες μορφές εργασίας και τα κοινωνικά κινήματα.
Είναι η λογική του κινηματικού συνδικαλισμού που την έχω κι εγώ αναδείξει σε κείμενα ήδη από τη δεκαετία του ’90. Με μια κουβέντα, τα συνδικάτα πρέπει να βγουν από τα γραφεία, να οργανώσουν τους επισφαλείς, να χρησιμοποιήσουν νέες τεχνολογίες, και να συνδέσουν την εργασία με άλλα ζητήματα (περιβάλλον, έμφυλη βία, στέγαση).
Αν όμως εννοούν πραγματικά αυτό που διακηρύττουν πρέπει και να πολιτικοποιήσουν τον αγώνα τους. Στην εποχή του τρέχοντος συστημικού αδιεξόδου (διότι η κρίση δεν είναι παρένθεση, είναι κανονικότητα χωρίς επιστροφή), έχει τεράστια σημασία οι τρέχουσες διεκδικήσεις να συνομιλούν οργανικά και με το εγχείρημα της συστημικής υπέρβασης, αλλιώς ‒ακόμα και αν κρίνονται βραχυπρόθεσμα εφικτές‒ θα είναι, σε κάθε περίπτωση, μεσο-μακροπρόθεσμα ατελέσφορες. Συνάγεται ότι η μόνη πραγματικά ρεαλιστική απάντηση στον επελαύνοντα αυταρχισμό και τον κοινωνικό κανιβαλισμό που αυτός συνεπάγεται είναι ο εύρωστος κινηματικός συνδικαλισμός με πολιτικό περιεχόμενο που έμπρακτα θα οραματίζεται έναν άλλο κόσμο.
Αυτή είναι βέβαια μια δύσκολη απάντηση που, αν μη τι άλλο, δημιουργεί και τεράστιες ευθύνες σε όποιον την αποδέχεται. Έτοιμες συνταγές για την υλοποίησή της ασφαλώς δεν υπάρχουν, ξέρουμε όμως ότι προϋποθέτουν εσωτερική δημοκρατία και ευφάνταστες δράσεις με μετασχηματιστικό πολιτικό ορίζοντα ‒στοιχεία που θα είναι σε θέση να διαμορφώσουν μια νέα εργατική κουλτούρα ικανή να υπερβαίνει εθνικά σύνορα και παραδοσιακές ιεραρχίες.
Καταλήγοντας: το βιβλίο του Απόστολου Καψάλη είναι ένα «μανιφέστο αγωνίας» για το μέλλον. Υποστηρίζει ότι αν ο συνδικαλισμός δεν καταφέρει να γίνει ξανά η φωνή των «αόρατων» της εργασίας, τότε η «Κρίση Αδιεξόδου» θα μετατραπεί σε έναν οριστικό ενταφιασμό του κινήματος, αφήνοντας την εργασία έρμαιο στις πιο άγριες διαθέσεις του κεφαλαίου μέχρι το 2060 αλλά και πέρα από αυτό. Με την έννοια αυτή, έχουμε ένα βιβλίο-αναφορά για την κατανόηση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, που ξεχωρίζει όχι μόνο για την πληρότητα των στοιχείων που περιλαμβάνει και τη νομική οξύνοια της ανάλυσης, αλλά και για το πολιτικό του θάρρος, ενάντια στην ιδέα ότι η εργασιακή ζούγκλα είναι μονόδρομος. Καθώς βάζει επιτακτικά το αίτημα της εμβάθυνσης της δημοκρατίας (και αυτού που αποκαλώ «επέκταση του δημοκρατικού πεδίου») στο κέντρο του σύγχρονου προβληματισμού, είναι, εκτός από κραυγή αγωνίας και προειδοποίησης, και ένα κάλεσμα ελπιδοφόρας δράσης.
https://mera25.gr/einai-i-krisi-tou-syndikalismou-adiexodi/









Σχόλια (0)