Η κρίση του 2007-08 έχει αποδειχθεί µια καθοριστική «στιγµή». Όχι τυχαία, η µεγάλη πλειοψηφία των µαρξιστών οικονοµολόγων διεθνώς, αλλά και των σοβαρών αναλυτών στο διεθνή συστηµικό Τύπο, την χαρακτήρισαν ως τη µεγαλύτερη κρίση του καπιταλισµού µετά από εκείνη της δεκαετίας του 1930 που, για να µη ξεχνιόµαστε, οδήγησε στη γενικευµένη σφαγή του Β Παγκοσµίου Πολέµου.
Στην κρίση του 2007-08 έληξε το «µακρύ κύµα ανάπτυξης» του καπιταλισµού, που είχε εξαπολύσει διεθνώς η στρατηγική του νεοφιλελευθερισµού στα χρόνια µετά τον Ρίγκαν και τη Θάτσερ.
Στην εικοσαετία που ακολούθησε, όχι µόνο δεν φαίνονται πουθενά τα σηµάδια επιστροφής του συστήµατος σε ένα νέο «φωτεινό» αναπτυξιακό κύκλο, αλλά αντίθετα πληθαίνουν οι προειδοποιήσεις για µια νέα σηµαντική κρίση.
Η οικονοµική στασιµότητα συνδυάζεται και µε µια αστική στρατηγική αµηχανία. Όλες οι κυρίαρχες τάξεις (από την Ουάσιγκτον ως τη Μόσχα και το Πεκίνο, αλλά και από το Δελχί ως τις Βρυξέλες…) γνωρίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισµός δεν πρόκειται να επαναφέρει το σύστηµα σε «υγιή» αναπτυξιακή τροχιά, αλλά επίσης όλες (χωρίς εξαίρεση) επιµένουν πεισµατικά στο εσωτερικό της επικράτειάς τους στις σκληρές νεοφιλελεύθερες αντιµεταρρυθµίσεις.
Πρόκειται για µια συνθήκη σήψης και παρακµής ιστορικών διαστάσεων.
Σε αυτό το υπόβαθρο, η δεύτερη θητεία του Τραµπ στις ΗΠΑ σηµαδεύεται από µια σηµαντική στροφή του αµερικανικού ιµπεριαλισµού, µε στόχο τη διαχείριση της παρακµής του ηγεµονικού ρόλου που είχε κατακτήσει στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσµιοποίησης. Η διεθνής πολιτική του Τραµπ µοιάζει να προσαρµόζεται στο απλοϊκό «µότο» των αντιδραστικών ευαγγελικών αιρέσεων του αµερικανικού χριστιανισµού: Ο καθένας µόνος του και (µόνο) ο Θεός για όλους… Πρόκειται για µια ριζική στροφή προς την προτεραιότητα των πολιτικών ισχύος (και κυρίως πολεµικής ισχύος) και αδιαφορίας προς τις πολιτικές συναίνεσης και συµµαχιών, όπως τις γνωρίζαµε µε τις περίπλοκες «κατασκευές» σαν το Διεθνές Δίκαιο, το σύστηµα αποφάσεων του ΟΗΕ ή και πιο συνεκτικά υποσύνολά τους όπως η συλλογική λειτουργία της ευρωατλαντικής συµµαχίας στο ΝΑΤΟ. Είναι µια υποχώρηση από τον «ηγεµονικό» ρόλο (που περιλάµβανε τη διαµόρφωση συναινετικών συµµαχιών) µε στόχο να διατηρηθεί ο ηγετικός-αποφασιστικός ρόλος, που είναι ικανός να διεκδικεί τα µέγιστα εφικτά «µερίδια» σε κάθε κρίση/ευκαιρία αναδιανοµής κερδών, δύναµης και επιρροής. Το πειρατικό ρεσάλτο στη Βενεζουέλα δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερµηνείας. Ακόµα και τα ανοιχτά ερωτήµατα σχετικά µε την πιθανή «ευθυγράµµιση» ενός σηµαντικού τµήµατος του µπολιβαριανού καθεστώτος µε την απαγωγή του Ν. Μαδούρο, τελικά ενισχύουν αυτήν τη γενική εκτίµηση.
Συσχετισµός
Ο ιµπεριαλισµός δεν είναι, και ποτέ δεν ήταν, ένα ενιαίο σύστηµα όπου όλοι οι «παίκτες» συµµετέχουν ισότιµα και οι αποφάσεις λαµβάνονται στη βάση «αρχών». Η έννοια της ιµπεριαλιστικής αλυσίδας και ο νόµος της συνδυασµένης αλλά και ανισοµερούς ανάπτυξης, είναι κοµβικά «σηµεία» για να καταλάβουµε το σύγχρονο κόσµο.
Η εκκωφαντική σιωπή της Ρωσίας και της Κίνας µπροστά στη σφαγή στη Γάζα, αλλά και στα σχέδια του Τραµπ για τη µετατροπή της σε «Ριβιέρα» υπό την καθοδήγησε του Συµβουλίου Ειρήνης -αυτού του υπό φερετζέ ενός υπό κατασκευή «ιδιωτικοποιηµένου» ΟΗΕ- είναι, επίσης, ένα µεγάλο δεδοµένο για τη νέα εποχή. Δείχνει ότι οι άλλοι «πόλοι» των ανταγωνισµών, έχουν εκτίµηση για τον πραγµατικό συσχετισµό δύναµης που εξακολουθεί να υπάρχει µέσα στην ιµπεριαλιστική αλυσίδα, και επιχειρούν να τον οδηγήσουν σε µια νέα συνεννόηση µεταξύ των πολεµικά ισχυρών δυνάµεων.
Αυτή η επίγνωση που σταθερά δείχνει η διπλωµατία του Πούτιν και του Σι, πολλές φορές χάνεται µέσα στις συζητήσεις, ακόµα και στην αρθρογραφία, δυνάµεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που καθορίζονται από τις εύκολες εντυπώσεις. Έχει σηµασία να επιµείνει κανείς στα «σκληρά» στοιχεία που δείχνουν τον πραγµατικό συσχετισµό δύναµης.
Γιατί η εξέλιξη έχει µειώσει την «ψαλίδα» στη διαφορά ισχύος µεταξύ των ΗΠΑ και των άλλων «πόλων» του ανταγωνισµού, αλλά δεν την έχει ανατρέψει.
Με βάση τα στοιχεία του ΔΝΤ, το 2025, το ετήσιο ΑΕΠ στις ΗΠΑ υπολογίζεται στα 30,6 τρισ. δολάρια, στην Κίνα στα 19,4 τρισ. δολάρια, και στην Ευρωζώνη στα 18 τρισ. (επίδοση µικρότερη, αλλά όχι πολύ µικρότερη, της Κίνας).
Σε διαφορετικά συµπεράσµατα θα µπορούσε επιφανειακά να φτάσει κανείς, αν παρακολουθούσε τους ρυθµούς ανάπτυξης. Στα 40 προηγούµενα χρόνια, όπου η Κίνα στήριξε το µέλλον της στην προσχώρηση στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσµιοποίηση, πέτυχε σηµαντικούς ρυθµούς (καπιταλιστικής) ανάπτυξης που ξεπερνούσαν το 10% και για ορισµένα χρόνια έφταναν στο 15%. Αν αυτή η ισχυρότερη των ΗΠΑ αναπτυξιακή δυναµική συνεχιζόταν ή συνεχιστεί αµείωτη, τότε, όπως ισχυρίζονται αρκετοί αναλυτές, η Κίνα θα έφτανε ή και θα ξεπερνούσε τις ΗΠΑ κάπου γύρω στο 2045. Όµως αυτό το «αν…» έχει µεγάλη σηµασία. Γιατί µια ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναµική είναι πιο εύκολα επιτεύξιµη σε µια οικονοµία που ξεκινά από χαµηλότερη βάση. Σήµερα τη θέση της πρωτοκαθεδρίας της Κίνας στην αναπτυξιακή δυναµική στα προηγούµενα χρόνια, έχει ήδη πάρει η Ινδία που κινείται µε ετήσιους ρυθµούς µεγέθυνσης του ΑΕΠ γύρω στο 10%. Αντίθετα, το 2025 η ανάπτυξη στην Κίνα έφτασε µόλις στο 5%, ενώ οι δυτικές αλλά και κινεζικές προβλέψεις είναι ότι το 2030 θα περιοριστεί στο 3%, ποσοστό άµεσα συγκρίσιµο µε το ανάλογο των ΗΠΑ. Η ιστορία του καπιταλισµού παρέχει και άλλα παραδείγµατα ανεπιβεβαίωτων προσδοκιών θεαµατικής ανατροπής ισχύος: στη δεκαετία του 1970 όλοι µιλούσαν για το «ιαπωνικό θαύµα» προβλέποντας ότι αν οι ρυθµοί ανάπτυξης της Ιαπωνίας συνεχίζονταν απρόσκοπτα, τότε αυτή θα έφτανε και θα ξεπερνούσε τις ΗΠΑ στις αρχές του 2000. Σήµερα γνωρίζουµε ότι αυτές οι προβλέψεις απέχουν πολύ από την πραγµατικότητα.
Οι διαπιστώσεις γίνονται σκληρότερες αν εστιάσουµε σε κάποιους κρίσιµους κλάδους του καπιταλιστικού/ιµπεριαλιστικού ανταγωνισµού. Στη λίστα των «100 µεγάλων» της παγκόσµιας πολεµικής βιοµηχανίας, η κυριαρχία των ΗΠΑ είναι αναµφισβήτητη, διαθέτοντας περίπου τις µισές εκ των 100 και, µεταξύ τους, τις 5 κορυφαίες της παγκόσµιας κατάταξης. Η Κίνα διαθέτει αξιοσηµείωτη παρουσία µε 7 συµµετοχές, αλλά ο ετήσιος τζίρος τους είναι κατά περίπου 20% µικρότερος από τις 11 µεγάλες εταιρείες των χωρών-µελών της Ευρωζώνης. Σε αυτή τη λίστα των κυρίαρχων «αρχόντων» των όπλων, η Ρωσία διαθέτει µία µόνο συµµετοχή, επίδοση µάλλον υποτιµηµένη λόγω της αδιαφάνειας και της «εµπιστευτικότητας» των στοιχείων µετά το ξέσπασµα του πολέµου στην Ουκρανία.
Ανάλογη είναι η εικόνα στον τοµέα των (πραγµατικά) νέων τεχνολογιών. Το τεχνολογικό εµπάργκο προς την Κίνα, που άρχισε ο Μπάιντεν και επιταχύνει ο Τραµπ, δεν αφορούσε βεβαίως την παραγωγή τσιπς και Η/Υ (που ήταν νέες τεχνολογίες πριν από 20-30 χρόνια) και που πλέον σε µεγάλο βαθµό παράγονται κυρίως στην Κίνα, αλλά και στη Νότια Κορέα, την Ταϊβάν και την Ιαπωνία. Αφορούσε και αφορά αποκλειστικά την τεχνολογία παραγωγής µηχανών αναγκαίων για την παραγωγή µικρο-επεξεργαστών µεγάλων δυνατοτήτων και ικανών να λειτουργούν σε ακραίες συνθήκες, σύµφωνα µε τις προδιαγραφές που απαιτούν οι εφαρµογές της αεροδιαστηµικής, των όπλων και της σύνδεσης της Α.Ι. µε τις βιοµηχανικές επιδόσεις. Αυτές οι τεχνολογίες είναι µια αυστηρά περιφρουρηµένη «αποκλειστικότητα» 5 γιγάντιων εταιρειών, εκ των οποίων οι 3 έχουν έδρα στην Καλιφόρνια και οι 2 στην Ευρωζώνη. Η κορυφαία εξ αυτών, η ολλανδική ASML που θεωρείται ο διεθνής αστέρας της «Extreme Ultraviolet Lithography» απαγορεύει την απασχόληση οποιουδήποτε ανθρώπου ασιατικής καταγωγής στο κεντρικό εργοστάσιό της στο Αϊντχόβεν, ενώ η ίδια διαθέτει µεγάλα εργοστάσια στην… Κίνα, στη Μαλαισία και τη Νότια Κορέα… Το παράδειγµα περιγράφει την υπαρκτή αλληλοδιαπλοκή µεταξύ των «στρατιωτικοβιοµηχανικών συµπλεγµάτων» (SMI), αλλά και τη δυνατότητα των «παραδοσιακών» καπιταλιστικών-ιµπεριαλιστικών δυνάµεων να περιφρουρούν την πρωτοκαθεδρία τους.
Το κεντρικό εργοστάσιο της ASML στο Αϊντχόβεν διάλεξε ο Επίτροπος της ΕΕ για τις Νέες Τεχνολογίες, Τιερί Μπρετόν, για να εξαγγείλει τη στρατηγική της Κοµισιόν προς τη διασφάλιση «αυτονοµίας» της ΕΕ (δηλαδή απεξάρτησης από τους 7 Big Tech των ΗΠΑ) µέχρι το 2030, όπως και τη συγκέντρωση του 20% της παγκόσµιας παραγωγής ηµιαγωγών στο ευρωπαϊκό έδαφος. Σήµερα του έχει αφαιρεθεί η βίζα και του έχει απαγορευτεί η είσοδος στο αµερικανικό έδαφος…
Το παράδειγµα είναι αποκαλυπτικό για τις «εντάσεις» που δηµιουργεί ήδη η στροφή Τραµπ προς τις µονοµερείς πολιτικές ισχύος, όχι µόνο µεταξύ του αµερικανικού ιµπεριαλισµού µε το αναδυόµενο «ευρασιατικό» µπλοκ, αλλά και µε τους µέχρι χθες παραδοσιακούς συµµάχους των ΗΠΑ.
Το ΝΑΤΟ. Είπατε ευρωατλαντικό µπλοκ;
Παρότι οι ευρωηγεσίες συναίνεσαν στην αγριότητα της αµερικανικής πολιτικής σχετικά µε τη Γάζα και έκαναν τα στραβά µάτια σχετικά µε την απαγωγή του Ν. Μαδούρο, το νέο τραµπικό δόγµα «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας 2026», οι απειλητικές πιέσεις προς τον Καναδά, η απαίτηση προσάρτησης της Γροιλανδίας και η παρουσία του Τραµπ στο Νταβός, έχουν οδηγήσει τις ευρωαµερικανικές σχέσεις σε πρωτοφανή κρίση. Η εποχή όπου ο Μακρόν, κατά την πρώτη θητεία Τραµπ, χαρακτήριζε το ΝΑΤΟ ως οργανισµό «κλινικά νεκρό», µοιάζει πλέον σαν ένα ευτυχισµένο πάρτι σε σύγκριση µε την παγωνιά που παρουσιάστηκε στο φετινό Νταβός.
Η απαίτηση προσάρτησης της Γροιλανδίας µοιάζει σαν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, παρουσιάζοντας χειροπιαστά την απόδειξη ότι η πολιτική άµεσης προτεραιότητας των αµερικανικών συµφερόντων, δεν διστάζει ακόµα και µπροστά στην άµεση προσβολή των συµφερόντων παραδοσιακών (και συνήθως δουλοπρεπών) συµµάχων στο ΝΑΤΟ. Οι ευρωηγεσίες είναι πλέον υποχρεωµένες να αντιδράσουν. Και µετά το Νταβός, δείχνουν την πρόθεση να δροµολογήσουν πρακτικά τις αντιδράσεις τους, διεκδικώντας µια «ευρωπαϊκή αυτονοµία».
Στο φως αυτών των εξελίξεων, οι αποφάσεις σχετικά µε τους ευρωπαϊκούς υπερεξοπλισµούς παρουσιάζονται πλέον ως αναµφισβήτητες. Το Rearm EU, προϋπολογισµού πάνω από 1 τρισ. ευρώ που θα πληρωθεί από τους µισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές δαπάνες των χωρών-µελών, φιλοδοξεί µέχρι το 2030 να παρουσιάσει επί της διεθνούς σκηνής τον ισχυρό ένοπλο βραχίονα του ευρω-ιµπεριαλισµού. Και κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά ότι η Γαλλία και η Βρετανία (που αρχίζει να συγκλίνει ξανά µε την ΕΕ στο στρατηγικό πεδίο) είναι πυρηνικές δυνάµεις. Με οπλοστάσιο µικρότερο από εκείνο των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Κίνας, αλλά αρκετό για να καταστρέψει όλο τον πλανήτη. Κάτω από αυτήν την πυρηνική «οµπρέλα προστασίας», η δήλωση του καγκελάριου Μερτζ ότι «µέχρι το 2030, η Γερµανία θα διαθέτει τον ισχυρότερο στρατό στο ευρωπαϊκό έδαφος» πρέπει πλέον να γίνεται αντιληπτή ως µια ρεαλιστική απειλή, µε πολλούς αποδέκτες.
Πιο προωθηµένα εµφανίζονται τα σχέδια για την εξασφάλιση της τεχνολογικής «αυτονοµίας» της ΕΕ. Στους τοµείς των ψηφιακών υπηρεσιών, των τηλεπικοινωνιών και του διαστήµατος, θεωρούνται αναγκαίες επενδύσεις που θα ξεπερνούν τα 3 τρισ. ευρώ, µε στόχο να έχει αλλάξει ο συσχετισµός µέχρι το 2030. Είναι φανερό ότι τα χρόνια που έρχονται θα είναι µια µεγάλη δοκιµασία για τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώµατα σε όλες τις χώρες-µέλη.
Στην κατεύθυνση αυτή η ενότητα και η αποφασιστικότητα στη λήψη των αναγκαίων µέτρων θα είναι µια κρίσιµη παράµετρος για τη «χαλαρή» ΕΕ. Η εµφάνιση ενός πιο αποφασιστικού «κέντρου», µε τη σύνοδο των άτυπων Ευρωπαίων Big 6 (Γερµανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Ισπανία, Πολωνία) δείχνει ότι η ευθυγράµµιση θα είναι κυρίως υπόθεση επιβολής παρά «δηµοκρατικής διαδικασίας». Και η συµµετοχή σε αυτό το άτυπο «κέντρο» της Ιταλίας, όπου προΐσταται η ακροδεξιά και φιλοτραµπική Τζόρτζια Μελόνι, στέλνει ένα δευτερεύον αλλά ενδιαφέρον πολιτικό «µήνυµα»: είναι άλλο πράγµα οι προτιµήσεις των ακροδεξιών πολιτικών κοµµάτων της αντιπολίτευσης (όπως πχ σήµερα της Λεπέν στη Γαλλία ή της AfD στη Γερµανία) και άλλο πράγµα η κυβερνητική γραµµή, που οφείλει να υπηρετεί τις επιλογές της κυρίαρχης τάξης κάθε χώρας και περισσότερο κάθε ισχυρής χώρας.
Έχει δυνατότητες ο ευρω-ιµπεριαλισµός να υπηρετήσει τακτικά αυτή τη νέα στρατηγική αυτονοµίας απέναντι στις ΗΠΑ του Τραµπ; Οι δυνατότητες συµµαχιών που παρουσιάζονται είναι µάλλον σηµαντικές. Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ λειτούργησε στο Νταβός ως ο πιο προωθηµένος υποστηρικτής της ανάγκης για µια νέα «συµµαχία των µεσαίων δυνάµεων» µε βάση τα αµοιβαία συµφέροντα. Ο Βρετανός Στάρµερ, παρά τους περιορισµούς του Brexit, ενισχύει συστηµατικά τις επιλογές σύσφιξης των σχέσεων µε τους Ευρωπαίους, ειδικά στο στρατιωτικό/πολεµικό πεδίο, ενώ δεν δίστασε την εποµένη του Νταβός να επισκεφτεί «φιλικά» το Πεκίνο.
Ο όγκος της οικονοµίας της Ευρωζώνης δεν µπορεί να υποτιµηθεί. Λίγες µέρες µετά το Νταβός παρουσιάστηκε η συµφωνία ΕΕ-Ινδίας που έχει µεγάλες οικονοµικές αλλά και διπλωµατικές-στρατηγικές συνέπειες. Ο ευρω-ιµπεριαλισµός δεν είναι ένας «χάρτινος τίγρης».
Αυτή η «στροφή» της Ινδίας, που είχε προαναγγελθεί µε τις συµφωνίες σχετικά µε τον IMEC (τον οικονοµικό, αλλά και διπλωµατικό-στρατιωτικό «διάδροµο» Ινδίας-Ισραήλ-Ελλάδας) είναι ενδεικτική για την πραγµατική συνοχή του µπλοκ των BRICS που είχε προβληθεί σαν µια «αντιδυτική» συσπείρωση.
Αντιµετώπιση
Ανάλογες «ρωγµές» έχει ο ρωσοκινεζικός άξονας που παρουσιάζεται ως η ραχοκοκκαλιά του εναλλακτικού ευρασιατικού «πόλου». Η οικονοµική ανισότητα στις οικονοµικές ρωσοκινεζικές σχέσεις είναι τόσο µεγάλη, που προκαλεί δικαιολογηµένες ανησυχίες στη ρωσική πλευρά για τις προοπτικές αυτής της «φιλίας». Η κινεζική επέκταση επιρροής στην Κεντρική Ασία προσβάλει πλέον περιοχές που η Ρωσία θεωρούσε παραδοσιακά ως δική της «αυλή» (πχ Καζακστάν). Στο «µεγάλο παιχνίδι» της Αρκτικής, η Κίνα έχει διαµηνύσει προς όλους ότι δεν θα δεχτεί τον παραγκωνισµό της µέσω µιας ενδεχόµενης αµερικανο-ρωσικής συνεννόησης, όπως αυτή επιχειρήθηκε στην Αλάσκα. Οι αραιοκατοικηµένες περιοχές της Ανατολικής Σιβηρίας έχουν γίνει στόχος, µε το Πεκίνο να θυµίζει ότι «ιστορικά» ήταν κινεζικές κτήσεις που προσαρτήθηκαν από τους Τσάρους µόλις κατά τον 19ο αιώνα. Στην πραγµατικότητα το µότο «ο καθένας µόνος του – ο Θεός για όλους» έχει εγκατασταθεί στο κέντρο της πολιτικής όλων των µεγάλων δυνάµεων. Αυτός είναι ο µοναδικός τρόπος προσαρµογής τους στις σηµερινές συνθήκες στασιµότητας και παρακµής του συστήµατος διεθνώς. Αυτός ο παράγοντας κάνει όλες τις «συµµαχίες» ευάλωτες και ασταθείς, κάνει πιθανές τις πιο απίστευτες µετατοπίσεις, και δίνει στις εξελίξεις ένα χαρακτήρα µεγάλης επικινδυνότητας.
Η αντιµετώπιση αυτής της νέας κατάστασης είναι ένα επείγον καθήκον για τη ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική Αρισερά.
Η τοποθέτηση απέναντί του, οφείλει να έχει δύο διακριτούς και αλληλοσυµπληρωµατικούς «πυλώνες».
Στο ιδεολογικό πεδίο είναι απαραίτητη η απόλυτη ανεξαρτησία του κινήµατος και της Αριστεράς απέναντι σε όλα -ανεξαιρέτως!- τα µπλοκ του σηµερινού ανταγωνισµού. Όλοι οι «πόλοι» των συγκρούσεων είναι καπιταλισµοί, καθεστώτα αδίστακτα στον «εσωτερικό πόλεµο» ενάντια στην εργατική τάξη και τις λαϊκές µάζες. Όλοι αυτοί οι καπιταλισµοί έχουν φτάσει στο «ανώτατο στάδιο» ανάπτυξης που, µέχρι σήµερα, γνώρισε ο κόσµος. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να υπάρχει ο παραµικρός δισταγµός για τον χαρακτηρισµό τους ως ιµπεριαλιστικές δυνάµεις. Η αντιπαράθεση, ακόµα και η σύγκρουση µεταξύ τους, είναι η πάλη µεταξύ «πεινασµένων και χορτάτων ιµπεριαλιστών» όπως χαρακτήριζε ο Λένιν την επερχόµενη το 1914 πολεµική αναµέτρηση, απαιτώντας την πλήρη ανεξαρτησία του εργατικού κινήµατος και της (νέας τότε) κοµµουνιστικής Αριστεράς απέναντι στα δύο στρατόπεδα που βάδιζαν προς τα ανθρωποφάγα χαρακώµατα. Η κατηγορία για «ισαποστακισµό», για πρώτη φορά εκφωνήθηκε από τα σοσιαλδηµοκρατικά στελέχη (που «διάλεγαν», µαζί µε τις κυβερνήσεις τους, στρατόπεδο) ενάντια στην Αριστερά του Τσίµερβαλντ και κυρίως ενάντια στους Ρώσους Μπολσεβίκους. Όσοι σήµερα επαναλαµβάνουν το ίδιο λάθος, κινδυνεύουν, «διαλέγοντας» στρατόπεδο, να καταλήγουν σε ανείπωτη σύγχυση: η «φιλορωσική» επιλογή µπορεί να γίνει και φιλοτραµπική, η φιλο-BRICS προπαγάνδα µπορεί να καταλήγει φιλο-ΕΕ κ.ο.κ. Ελπίζουµε να µην «ανακαλυφθεί» κάποιος φιλοαµερικανικός αντιευρωπαϊσµός, ή και αντίστροφα κάποιος φιλο-ΕΕ αντιαµερικανισµός, υπό το πρόσχηµα (πάντα!) ενός τάχα «συγκεκριµένου αντιιµπεριαλισµού», που δεν διστάζει «να κάνει επιλογές».
Στο συγκεκριµένο πολιτικό πεδίο, τα πράγµατα είναι απλούστερα. Ζούµε σε µια χώρα-µέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Αυτό σηµαίνει ότι απόλυτη προτεραιότητα στην πολιτική µας είναι η αντιµετώπιση του «εχθρού στην ίδια µας τη χώρα». Στην περίοδο που έρχεται η πάλη ενάντια στις βάσεις και τη διόγκωση της αµερικανικής παρουσίας στην Ελλάδα, η πάλη ενάντια στη συµµετοχή στο ΝΑΤΟ, η απαίτηση για ρήξη µε τον αντιδραστικό συµµαχικό «άξονα» µε το Ισραήλ, θα πάει χέρι-χέρι µε την πάλη ενάντια στους εξοπλισµούς, µε την πάλη ενάντια στο RearmEU, µε την αντίσταση σε όλα τα µέτρα στρατιωτικοποίησης που προϋποθέτει η ανάπτυξη του ευρωµιλιταρισµού, χωρίς καµιά αυταπάτη για έναν κάποιο, τάχα, θετικό ρόλο της ΕΕ απέναντι στον «τυφώνα Τραµπ». Και όλα αυτά δεν θα είναι αφηρηµένες (γεωπολιτικές) ασκήσεις επί χάρτου. Η δυνατότητά µας να υπερασπιστούµε το µεροκάµατο, τις εργασιακές σχέσεις, τα βασικά κοινωνικά και δηµοκρατικά δικαιώµατα κ.ο.κ. θα είναι άµεσα συνδεδεµένη µε το εάν και κατά πόσο θα µπορούµε να υποστηρίζουµε ως αδιατάρακτη ενότητα την αντιπολεµική πολιτική, την αντι-ιµπεριαλιστική πολιτική, την αντικαπιταλιστική στρατηγική.









Σχόλια (0)