Στις Θέσεις του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριο, υπάρχει ειδικό και εκτεταμένο κεφάλαιο που αφορά το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα και το ΠΑΜΕ (σελ. 78-92).
Συνεχίζεται έτσι το νήμα από το 21ο Συνέδριο (2021), όπου είχε τεθεί ως προτεραιότητα η «ανασύνταξη του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος» (σελ. 80). Και παρ’ ότι εκτιμάται ότι υπάρχουν θετικά αποτελέσματα, ωστόσο ο βαθμός οργάνωσης της εργατικής τάξης στα συνδικάτα παραμένει χαμηλός και η δημιουργία νέων συνδικάτων προχωρά αργά και βασανιστικά (σελ. 81-82). Επιπλέον θεωρείται πως η Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ, τον Νοέμβρη του 2024, αποτέλεσε σταθμό, καθώς συμμετείχαν για πρώτη φορά αρκετά πρωτοβάθμια σωματεία που δεν συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ ή συντονίζονται μαζί του σε διάφορες κινητοποιήσεις.
Δημήτρης Κατσορίδας*
Από τα παραπάνω -και από άλλα σημεία του συγκεκριμένου κεφαλαίου των Θέσεων- θεωρώ ότι τίθενται τόσο στο ΚΚΕ όσο και στο ΠΑΜΕ νέα και επαυξημένα, αλλά διαφορετικά καθήκοντα.
Η εργατική τάξη συγκροτήθηκε ιστορικά ως τάξη μέσω της διεκδίκησης και απόσπασης συλλογικών δικαιωμάτων, που αφορούν την κοινωνική πρόνοια και την προστασία των εργαζομένων, που επικυρώθηκαν με τη βελτίωση της εργατικής νομοθεσίας. Συνεπώς, η επίθεση που δέχονται οι δυνάμεις της εργασίας από το κεφάλαιο στοχεύει στη διάλυση της εργατικής τάξης ως συλλογικού υποκειμένου. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι αυτή η στρατηγική του κεφαλαίου περνά μέσα από την μετατόπιση των συμβάσεων από το συλλογικό στο ατομικό επίπεδο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Μπορεί να υπάρξει πάλη κατά της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας χωρίς την υπεράσπιση του συν-ομοσπονδιακού χαρακτήρα του συνδικαλισμού; Αν όχι, τότε δεν συνδέεται άμεσα με αυτή την πάλη και η διεκδίκηση συλλογικών εγγυήσεων για τους εργαζόμενους σε επαγγελματική και εθνική κλίμακα, μέσω της επαναθεσμοθέτησης των εθνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και της ενίσχυσης των κλαδικών;
Ας θέσουμε κάποιους προβληματισμούς.
Πρώτον: Η ιστορία της ελληνικής εργατικής τάξης, μέσα από μακροχρόνιους αγώνες, μας κληροδότησε τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ ως ενιαίες συνδικαλιστικές οργανώσεις, στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες, ανεξαρτήτως αν ανήκουν ή όχι σε κάποιο ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα.
Είναι γεγονός ότι το ηγετικό επιτελείο των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, με κυρίαρχη παρουσία των ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ, ακολουθεί μια τακτική που ενσωματώνει τα συνδικάτα στις επιλογές των κρατούντων. Όμως, αυτός ο κίνδυνος δεν αντιμετωπίζεται ούτε με συνεχή πολιτική καταγγελιών περί συμβιβασμένων ηγεσιών (με τις οποίες συχνά προκηρύσσονται μαζί απεργίες, για να διαχωριστεί το ΠΑΜΕ μετά), ούτε με την αξιοποίηση αρνητικών εξελίξεων για αυτοεπιβεβαίωση (ώστε να φανεί το ΠΑΜΕ ως ο μόνος φορέας του ταξικού συνδικαλισμού), ούτε με την περιχαράκωση των δυνάμεών του στις κομματικές δυνάμεις του ΚΚΕ και στις ξεχωριστές συγκεντρώσεις, ούτε με επιλεκτική αποχή από θέσεις ευθύνης στα συνδικαλιστικά όργανα που αφήνει τα συνδικάτα σ’ αυτή την ηγεσία. Αντιμετωπίζεται, πρωτίστως, με την ενεργοποίηση των εργαζόμενων μέσα στα συνδικάτα, με την ενότητα δράσης πάνω στα κοινά προβλήματα και με την καλύτερη δυνατή οργάνωση των αγώνων.
Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο βασικός εχθρός είναι το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις που εφαρμόζουν αντεργατικά μέτρα. Εκεί πρέπει, κυρίως, να στρέφονται τα πυρά. Διότι, αν οι μαζικοί αγώνες είναι καλά οργανωμένοι, ενωτικοί και κυρίως στέφονται με επιτυχίες, τότε μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για γενικότερες ανακατατάξεις και αλλαγή των συσχετισμών μέσα στα συνδικάτα, και όχι το αντίστροφο. Αντιθέτως, οι διαφορετικές συγκεντρώσεις υποσκάπτουν τη μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων, καθώς αποθαρρύνουν τη συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτές, λόγω διχαστικών διλημμάτων, τη στιγμή που απαιτείται να συμπαρατάσσεται ενωμένο το εργατικό δυναμικό απέναντι στη σαρωτική επίθεση που δέχεται από τα αντεργατικά πυρά. Είναι βασικός κανόνας της τέχνης του πολέμου.
Δεύτερον: Τίθεται και ένα άλλο ερώτημα: Αφού το ΠΑΜΕ δεν αποτελεί ξεχωριστή συνδικαλιστική οργάνωση, ούτε συνδικαλιστική παράταξη, τότε τι ακριβώς είναι; Αντιθέτως, έχει εγγραφεί στη συνείδηση των εργαζομένων ως βραχίονας του ΚΚΕ, που συσπειρώνει μέλη και υποστηρικτές του. Άρα, ούτε μετωπικό σχήμα αποτελεί.
Βέβαια, παρ’ ότι το ΠΑΜΕ δεν επιδιώκει τη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, και ορθώς, εντούτοις διαπράττει το εξής λάθος: έχοντας τη λογική της δημιουργίας «ταξικών συνδικάτων» προσπαθεί να επιλύσει ένα πολιτικό πρόβλημα, που είναι η κρίση εκπροσώπησης του συνδικαλιστικού κινήματος, με οργανωτικό τρόπο (π.χ. ξεχωριστές συγκεντρώσεις, κ.λπ.). Παραβλέπει όμως ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν είναι μόνο οι ηγεσίες ή οι παρατάξεις τους, αλλά πρωτίστως η εργατική τους βάση. Εξάλλου, όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία του εργατικού κινήματος, οι ταξικές δυνάμεις λειτούργησαν μέσω ευρύτερων συνδικαλιστικών συσπειρώσεων, όταν το κράτος και ο εργατοπατερισμός τις είχε θέσει εκτός του επίσημου συνδικαλισμού (περίοδος εμφυλίου έως δεκαετία 1970). Βέβαια, κάτι τέτοιο σήμερα δεν ισχύει και γι’ αυτό χρειάζεται να εντοπιστούν ποιες είναι οι επικρατέστερες αρνητικές τάσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, ώστε να υπάρξει αποτελεσματική παρέμβαση.
Κατά τη γνώμη μου, το ΠΑΜΕ είναι αναγκαίο να επαναπροσδιορίσει τα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά. Να επιδιώξει να λειτουργήσει ως συσπείρωση ευρύτερων συνδικαλιστικών δυνάμεων (συνδικάτα, παρατάξεις, σχήματα, διάφορες εργατικές κινήσεις, συσπειρώσεις συνδικαλιστών/-τριών, κ.λπ.), πέρα από τον κύκλο επιρροής του ΚΚΕ, με στόχο να συντονίσουν το βήμα τους στη βάση συγκεκριμένων θέσεων, προκειμένου να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των εργαζομένων και την ανεξαρτησία των συνδικάτων. Τέτοια παραδείγματα είναι πολλά και επιτυχημένα στην ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, όπως το Εργατικό ΕΑΜ, το ΔΗ.Σ.Κ. (1956), η Κίνηση των 115 Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων (1962-67), τα ΣΑΔΕΟ (1977) και η Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα (1986). Δηλαδή, ενιαιομετωπικά σχήματα, που στόχευαν στην αλλαγή των συσχετισμών δύναμης στο εσωτερικό των συνδικάτων χωρίς αποκλεισμούς.
Ένα τέτοιο ενιαιομετωπικό σχήμα δεν απαιτεί ιδεολογική ενότητα των δυνάμεων που το απαρτίζουν -κάτι αδύνατο λόγω της πολυμορφίας της εργατικής τάξης- αλλά συμφωνία σε συγκεκριμένα αιτήματα. Η παρέμβαση δε του ΚΚΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα και στο ΠΑΜΕ, όπως άλλωστε περιγράφεται στις Θέσεις [και ενδεχομένως η παρέμβαση κι άλλων πολιτικών δυνάμεων, ΔΚ], αποτελεί ζήτημα των ίδιων των πολιτικών φορέων και αφορά την ενίσχυση της ιδεολογικής τους επιρροής, η οποία θα ήταν προτιμότερο να ασκείται μακριά από ηγεμονισμούς και καπελώματα, τα οποία λειτουργούν απωθητικά για τον κόσμο της εργασίας.
Εν κατακλείδι, το ΠΑΜΕ οφείλει να απευθυνθεί στο σύνολο των εργαζομένων που επιθυμούν να αντισταθούν στην καταστροφή των δικαιωμάτων τους. Μια τέτοια κίνηση θα του προσδώσει, ουσιαστικά, το περιεχόμενο που υποδηλώνει ο τίτλος του, ώστε να γίνει πραγματικά και Πανεργατικό και Μέτωπο. Η αγωνιστικότητά του, άλλωστε, δεν αμφισβητείται.
*Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο πλαίσιο του προσυνεδριακού διαλόγου του ΚΚΕ για το 22ο Συνέδριό του, το οποίο πραγματοποιήθηκε μεταξύ 29-31/1/2026). Αποτελεί αναδημοσίευση από το θεωρητικό περιοδικό του ΚΚΕ, Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ), τεύχος Νο 5-6, Σεπτέμβρης-Δεκέμβριος 2025 (σελ. 242-245), και αναρτάται με την ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα.
Ο ρόλος του ΠΑΜΕ στην ανασύνταξη του συνδικαλιστικού κινήματος









Σχόλια (0)