Ο χρόνος που διανύουμε είναι χρόνος προεκλογικός καθώς η κυβέρνηση οδεύει προς το τελευταίο τέταρτο της θητείας της.
Βέβαια η επιλογή των πρόωρων εκλογών υπάρχει πάντα στη διάθεσή της όπως συχνά έχει συμβεί στο παρελθόν για λόγους σκοπιμότητας. Στην παρούσα συνθήκη ωστόσο, παρότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει εξαιρετικά χαμηλή δημοφιλία και αξιοπιστία στο εκλογικό ακροατήριο, η πραγματική αδυναμία εντοπίζεται στην αντιπολίτευση καθώς δεν συγκροτείται δύναμη που να πείθει ότι θα διώξει τον Μητσοτάκη και τη δεξιά. Δεν πρόκειται βέβαια για έναν “αγώνα δρόμου φθοράς” κυβέρνησης και αντιπολιτεύσεων. Τα όρια της υποχώρησης της κυβέρνησης είναι συγκεκριμένα. Τα ποσοστά που εμφανίζει αφορούν σ’ ένα σημαντικό κοινωνικό τμήμα, μία σύνθεση άρχουσας τάξης και μεσοστρωμάτων κυρίως, που εξυπηρετείται από την κυβερνητική πολιτική ποικιλοτρόπως και είναι σε μεγάλο βαθμό συμπαγές. Το μείζον πρόβλημα βρίσκεται στην αριστερή αντιπολίτευση.
Γιώργος Σαπουνάς
Το δικομματικό σύστημα εναλλαγής του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ στην κυβέρνηση που χαρακτήρισε για δεκαετίες τη Μεταπολίτευση, το οποίο αποτελούσε ταυτόχρονα και πλαίσιο για όλες τις υπόλοιπες, μικρότερες πολιτικές δυνάμεις, κυρίως της αριστεράς, καθώς η πρόκληση του “κυβερνητικού προγράμματος” απουσίαζε ουσιαστικά και εξ αντικειμένου, έχει καταργηθεί. Η μαζική κοινωνική αντίληψη για τη δεξιά και την αριστερά (και ότι αυτό συνεπαγόταν στη συνείδηση του καθένα/μιας) και τους κύριους πολιτικούς εκφραστές αυτού του δίπολου, έχει πάψει να υφίσταται (τουλάχιστον όπως στο παρελθόν). Στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται, οι οποίες αντικειμενικά εμπεριέχουν τα στοιχεία της αποτυχίας της (κάθε) αριστεράς, η υποχρέωση της ανατοποθέτησης στο νέο περιβάλλον είναι πρόδηλη. Όσο πρόδηλη είναι και η τάση υποχώρησης του ιδεολογικοπολιτικού συσχετισμού για την αριστερά και η κατάρρευση στο εκλογικό πεδίο της “μαζικής αριστεράς”.
Το γιατί στην κατάρρευση της αριστερής ταυτότητας του ΠΑΣΟΚ στα μάτια της κοινωνίας, μέσα από μία διαδικασία εκφυλισμού και οριστικά με την κρίση των μνημονίων, ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι κάποιο άλλο τμήμα της αριστεράς και πρώτα το ΚΚΕ, που διεκδίκησε με επιτυχία την πολιτική εκπροσώπηση της εργατικής τάξης και της πλειοψηφίας γενικά των “από κάτω”, σε συνθήκες μεγάλης ανόδου της πάλης και της μαζικής ριζοσπαστικοποίησης και ταυτόχρονα το πώς διαλύθηκε με πρωτοφανή τρόπο μέσα σε λίγα χρόνια μετά τη μνημονιακή κυβέρνηση, συγκροτεί το πλαίσιο της συζήτησης για την κρίση της αριστεράς σήμερα. Την αδυναμία εναλλακτικής πρότασης απέναντι στον Μητσοτάκη και την κοινωνικά πλειοψηφικά απεχθή, απροκάλυπτα ταξική και διεφθαρμένη ταυτόχρονα, διακυβέρνησή του.
Ασφαλώς δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Είναι ίσως η πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες που δεν συγκροτείται μαζικό αριστερό πολιτικό “στρατόπεδο” κατά της δεξιάς. Το “κύκνειο άσμα” μιας ορισμένης εποχής ήταν κραυγαλέο, το δημοψήφισμα.
Σήμερα η απουσία της μαζικής αριστεράς ως χρήσιμης εναλλακτικής επιλογής στον παρόντα χρόνο δοκιμάζει τα όρια της αριστερόστροφης δρώσας κοινωνίας που ως τώρα βρίσκει τον δρόμο σε μαζικές εκφράσεις αντίστασης όπως στο έγκλημα των Τεμπών, στην αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη, στον αγώνα των αγροτών και στις επίμονες αν και ανεπαρκείς, αγωνιστικές και απεργιακές απόπειρες του εργατικού κινήματος.
Αντ’ αυτής εμφανίζονται “πρόσωπα – σωτήρες” στη θέση των κομμάτων, σύμπτωμα της γενικής διαδικασίας μετάλλαξης του πολιτικού σκηνικού, κάτι που εμφανίζεται ως στοιχείο παρακμής και στην αριστερά. Δεν πρόκειται για το φαινόμενο της “προσωπολατρίας” που έχει χαρακτηρίσει τα κόμματα της αριστεράς (και ευρύτερα) στο ιστορικό παρελθόν καθώς εκείνα τα πρόσωπα εκπροσωπούσαν μαζικά κόμματα με πραγματικές σχέσεις με την κοινωνία και ουσιαστικό ρόλο στο μαζικό κίνημα. Πρόκειται για τη “σκιά” του παρελθόντος. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Τσίπρας ο οποίος φτάνει αυτή τη διαλυτική τάση προς την κοινωνική οργάνωση και το κίνημα στα άκρα, διεκδικώντας τη διάλυση του υπαρκτών κομμάτων υπέρ του ιδίου. Ανεξάρτητα από την επιτυχία που μπορεί να έχει το σχέδιό του, εμφανίζεται ως η επιλογή που ολοκληρώνει τη μακρά μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας ή/και της κεντροαριστεράς από μεταρρυθμιστικό πολιτικό χώρο της αριστεράς και κόμμα με μαζική και οργανωμένη κοινωνική “γείωση” σε σοσιαλφιλελευθερισμό και σε “ακραίο κέντρο” με επίκεντρο τον “ηγέτη”. Διεκδικεί και συμβολίζει όλον τον πολυκερματισμένο χώρο της “μνημονιακής αριστεράς”.
ΚΚΕ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Το μόνο κόμμα της αριστεράς που διαθέτει ισχυρή οργανωτική βάση και μάλιστα αυξάνει την αποδοχή του στο εργατικό/συνδικαλιστικό κίνημα όλο το τελευταίο διάστημα είναι το ΚΚΕ. Αυτή η εξέλιξη είναι μέτρο της αντίστασης του εργατικού κινήματος απέναντι στη διάλυση παρά επιβεβαίωση κάποιου συνολικού πολιτικού σχεδίου με ορατές δυνατότητες νίκης/νικών στον παρόντα χρόνο. Το ΚΚΕ απορρίπτει τις δυνατότητες που παρέχει στην πάλη το εκλογικό/ κοινοβουλευτικό πεδίο υπενθυμίζοντας εδώ και πολλά χρόνια, πώς όλες οι κυβερνήσεις του καπιταλιστικού κράτους είναι ουσιαστικά ίδιες. Ωστόσο, η στάση αυτή είχε διαφορετική σημασία όταν το αίτημα της πτώσης της δεξιάς από την κυβέρνηση είχε συγκεκριμένο αποδέκτη, το ΠΑΣΟΚ και διαφορετική σήμερα που η φθαρμένη και απεχθής πλειοψηφικά κυβέρνηση δεν έχει αντίπαλο. Το γεγονός ότι στις συνθήκες κρίσης και μετάλλαξης του πολιτικού συστήματος (γενικευμένο φαινόμενο σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα από το 2010 και μετά), έτσι ώστε, υπό όρους και προϋποθέσεις, να προβάλουν εκλογικές έως και κυβερνητικές δυνατότητες για τη ριζοσπαστική, αντικαπιταλιστική αριστερά σήμερα, αποτελεί διαπίστωση για τα χαρακτηριστικά της περιόδου και πραγματική πολιτική πρόκληση. Μία πρόκληση όχι συνηθισμένη εδώ και 10ετίες, με αιτίες και συνέπειες στο πεδίο της ταξικής και πολιτικής πάλης και απαιτήσεις συμπερασμάτων και προσαρμογής των τακτικών στην περίοδο ώστε να ανταποκριθεί η αριστερά στην κοινωνική, ταξική ζήτηση. Ιδιαίτερα σε συνθήκες δεξιάς, ακροδεξιάς επέλασης. Με επίγνωση της αυξημένης κοινωνικής πίεσης, το ΚΚΕ επιλέγει να ξεκαθαρίσει ρητά ότι δεν μπορούν να υπάρξουν άμεσες νίκες (έστω ως “προσωρινές” στον ιστορικό χρόνο), με αιχμή την επίμονη και έντονα συμβολική απορριπτική στάση του στο αίτημα για επανακρατικοποίηση με εργατικό/ κοινωνικό έλεγχο των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας όπως το τρένο.
Η συμμετοχή του στις εκλογές διεκδικεί το πρόσημο της “πολιτικοποιημένης αποχής”. Το ΚΚΕ πρακτικά αποτελεί το μέτρο του σεχταρισμού τόσο στο κίνημα όσο και στη μαζική πολιτική στο όνομα του αόριστου στόχου της επανάστασης.
Στα μάτια του μαζικού ακροατηρίου σε αυτό το τμήμα του “πολιτικού διανύσματος”, του σεχταριστικού αριστερισμού, τοποθετείται, από λίγο έως πολύ, και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρά τις διαφορές που έχει με το ΚΚΕ και την κριτική που του ασκεί, εξαιτίας των χαρακτηριστικών της ίδιας της συμμαχίας. Είναι πλέον μόνο το όνομα μιας εκλογικής συνεργασίας οργανώσεων (με διαφορετική πολιτική αντίληψη και τακτική) μακριά από τις μαζικές πολιτικές προκλήσεις της περιόδου. Στον χώρο αυτό οι επαναστατικές ιδέες ενάντια στο καπιταλιστικό κράτος, για την εργατική εξουσία και τον διεθνισμό, ενάντια στον ρατσισμό, τον φασισμό και τις έμφυλες διακρίσεις αφθονούν, προβάλλονται και αποτελούν ταυτότητα επαναστατική. Όμως οι πολιτικές επεξεργασίες για το κοινωνικό, ταξικό, “μαζικό κοινό” και οι πολιτικές επιλογές, περιορίζονται δραματικά μπροστά στην επιδίωξη της “εξασφαλισμένης” ηγεμονίας του πολιτικού υποκειμένου, της κάθε οργάνωσης χωριστά, κάτω από τον εκλογικό τίτλο “ΑΝΤΑΡΣΥΑ”. Στάση που εκφράζεται με βαθμούς σεχταρισμού τόσο στο γενικό πολιτικό πεδίο όσο και συχνά, στο κίνημα.
Οι δύο βασικοί εκλογικοί “χώροι – πόλοι”, του σοσιαλφιλελευθερισμού και της κεντροαριστεράς (που βρίσκεται σε διαλυτική κρίση) απ’ την μια και του αριστερίστικου σεχταρισμού από την άλλη, αποτελούν τις κύριες εκλογικές επιλογές για έναν κόσμο που θέλει να φύγει επειγόντως η κυβέρνηση Μητσοτάκη έστω και στοιχειωδώς απ’ τ’ αριστερά (με πλήρη σχετικότητα) ή αν αυτό είναι αδύνατο, να δηλώσει την αριστερή του ταυτότητα σαν μια μορφή συμβολικής αντίστασης πέρα από την αποχή.
ΜΕΡΑ25 – Νέα Αριστερά
Από κει και πέρα υπάρχουν το ΜΕΡΑ25 και η ΝεΑρ, δύο μικρά κόμματα προερχόμενα από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία προσπαθούν να τοποθετηθούν στο χώρο μεταξύ των δύο πόλων. Τα δύο αυτά κόμματα έχουν μία πολύ σημαντική διαφορά ως προς την διαδρομή τους και αυτή είναι ασφαλώς ο χρόνος της ρήξης με τον Τσίπρα και ότι αυτός εκφράζει πολιτικά. Το ΜΕΡΑ25 πιστώνεται στη γενική φυσιογνωμία του την αποχώρηση του Βαρουφάκη από την κυβέρνηση πριν από το μνημόνιο, στοιχείο που συμβάλει στο εκλογικό προβάδισμά του. Αντίθετα η ΝεΑρ ταλαιπωρείται και δυσκολεύεται να συγκροτήσει φυσιογνωμία και πολιτικό σχέδιο καθώς εξακολουθεί να μην μπορεί να ολοκληρώσει τη ρήξη με το σοσιαλφιλελευθερισμό ή τη “μνημονιακή αριστερά”. Όμως η συνύπαρξη αντιθετικών κατευθύνσεων είτε προς ένα ορισμένο “λαϊκό μέτωπο” με τα ρετάλια της κεντροαριστεράς και τον Τσίπρα είτε προς την ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής αριστεράς ως επιλογή “επανίδρυσης” (καθώς και το ζήτημα της παρουσίας στο προσκήνιο προσώπων που έχουν χρεωθεί ανεξίτηλα τις κυβερνητικές μνημονιακές επιλογές Τσίπρα), αλληλοακυρώνονται σε ένα στίγμα θολό.
Στα μάτια του μαζικού κοινωνικού και ταξικού ακροατηρίου εμφανίζονται ως κόμματα προσωπικοτήτων καθώς δεν αποτελούν οργανισμούς με πραγματική κοινωνική και ταξική γείωση και μάλλον εδώ είναι το ΜΕΡΑ25 πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Μάλιστα, η παρουσία του επικεφαλής και η πλήρης ταύτισή του με το κόμμα εξαφανίζει στη δημόσια εικόνα οποιαδήποτε άλλη έκφραση ή προσέγγιση τόσο από το ίδιο το κόμμα όσο και από το ακόμη περισσότερο αόρατο “συμμαχικό μέτωπο” του και ένα αξιόλογο ριζοσπαστικό στελεχικό δυναμικό τους. Ένα πρόβλημα όχι μόνο “δημοκρατίας” αλλά κυρίως πολιτικής εκφώνησης και “γραμμής” καθώς ο Βαρουφάκης επιδίδεται στην προσπάθεια να προβάλει (και να προβληθεί με) τη θεωρία του για τη λειτουργία του σύγχρονου (μη) καπιταλισμού! Καθορίζει την φυσιογνωμία του κόμματος και επισκιάζει τις πολιτικές θέσεις και τα χαρακτηριστικά του.
Είναι ξεκάθαρο ότι κανείς από αυτούς τους σχηματισμούς, ούτε το ΜΕΡΑ25 που βλέπει σχετικά αισιόδοξα δημοσκοπικά ποσοστά ούτε η ΝεΑρ που δεν βλέπει αντίστοιχα, δεν μπορούν να διεκδικήσουν κάποιο πολιτικό σχέδιο, κάποια αριστερή εναλλακτική με δυναμική, για το ακροατήριο που θα επέλεγε μια αριστερά με σαφή οριοθέτηση απ’ τις σοσιαλφιλελεύθερες “μνημονιακές” στρατηγικές και κυβερνητικές εμπειρίες αλλά ταυτόχρονα με σχέδιο και πρόγραμμα άμεσα χρήσιμο στους “πολλούς και από κάτω”, πριν από την ώρα της ολοκληρωτικής ρήξης με τον καπιταλισμό (και ότι αυτό σημαίνει). Το άθροισμα των δημοσκοπικών τους ποσοστών και πολύ περισσότερο, του καθενός χώρου χωριστά, αποτελεί μέτρο της πολιτικής τους αδυναμίας παρά μέτρο του μεγέθους του κοινωνικού ακροατηρίου με τέτοια χαρακτηριστικά. Ενός ακροατηρίου που σήμερα ακριβώς λόγω αυτής της κατάστασης πολιτικής ένδειας δεν συγκροτείται ως πολιτικός χώρος και και δύναμη αλλά απορροφάται εκλογικά κυρίως από τους δύο πόλους, σοσιαλφιλελευθερισμό/ ακραίο κέντρο ή αριστερισμό/ σεχταρισμό και βεβαίως από την αποχή.
Είναι όμως ακριβώς αυτό το τμήμα του “πολιτικού διανύσματος” που σήμερα δεν μπορεί να συγκροτηθεί, όπου κρύβεται η όποια δυναμική αριστερής, ριζοσπαστικής εναλλακτικής με όρους διεκδίκησης μαζικής πολιτικής. Στη βάση μιας αριστερής, ριζοσπαστικής κατεύθυνσης που απορρίπτει τον συμβιβασμό και την πλήρη συστημική προσαρμογή των κομμάτων της κεντροαριστεράς και του Τσίπρα όχι όμως τις πολιτικές προκλήσεις και την ευθύνη της εναλλακτικής στη δεξιά/ ακροδεξιά και ταυτόχρονα απορρίπτει τον σεχταρισμό και την απουσία στόχων άμεσων ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων αναδιανομής όχι όμως τη διεκδίκηση του αντικαπιταλιστικού, σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού οράματος και την επικαιρότητά του στον παρόντα ιστορικό χρόνο.
Υποταγή στον “ρεαλισμό”, αποχώρηση από το πεδίο ή μαζική, αντικαπιταλιστική πολιτική;
Η αντίληψη ότι η διεκδίκηση της μαζικής πολιτικής και με εκλογικούς όρους, η επέκταση της τακτικής του ενιαίου μετώπου και στο πολιτικό πεδίο, αποτελούν επιλογές καταστροφικές για την αντικαπιταλιστική και επαναστατική στρατηγική είναι μεταμφίεση της αδυναμίας να αντιμετωπιστούν οι ιστορικές προκλήσεις, η καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική επέλαση με όλο πιο δεξιό/ ακροδεξιό πολιτικό προσωπείο. Πολύ περισσότερο που στις μέρες μας η μνήμη της πάλης και των επαναστατικών εμπειριών του παρελθόντος έχει αδυνατίσει (ακριβώς λόγω της κατίσχυσης του σοσιαλδημοκρατικού και του σταλινικού ρεφορμισμού σε βάρος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και εν τέλει της ήττας) τα κοινωνικά κινήματα που κλιμακώνονται σε μεγάλο βαθμό δυσκολεύονται να ριζοσπαστικοποιηθούν πέρα από το κοινοβουλευτικό όριο. Το εκλογικό/ κοινοβουλευτικό πεδίο μπορεί να αποκτήσει, υπό τον όρο της αντίστοιχης παρέμβασης της αριστεράς, “μεταβατικά” χαρακτηριστικά. Οι εκλογές δεν ήταν ποτέ ένα πεδίο εξ αντικειμένου εχθρικό ή αδιάφορο για την αντικαπιταλιστική πολιτική όμως σήμερα έχουν γίνει ένα πεδίο προσβάσιμο και χρήσιμο γι αυτήν περισσότερο από το παρελθόν.
Απ’ την άλλη η αντίληψη ότι τα όρια της αριστερής πολιτικής φτάνουν μέχρι την κυβερνητική διαχείριση του παρόντος και αναγκαστικά περιορίζονται από έναν ορισμένο “ρεαλισμό” και σεβασμό στους οικονομικούς και γεωπολιτικούς “κανόνες”, (όπως για παράδειγμα, συμπυκνώθηκε η υπόθεση της ρήξης ή της υποταγής το 2015, δηλαδή η παραμονή ή η έξοδος από την ΟΝΕ/ΕΕ αλλά και η συμμαχία με το Ισραήλ και η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ), είναι η αντίληψη της απόλυτης χρεωκοπίας της αριστεράς κάθε εκδοχής, στην εποχή μας. Αυτή η αντίληψη βέβαια, αντεστραμμένη, εντοπίζεται επίσης και σε σημαντικό τμήμα της “αντιμνημονιακής” αριστεράς που βλέπει τη λύση σε κάποιο εναλλακτικό μοντέλο “παραγωγικής ανασυγκρότησης” και (καπιταλιστικής) ανάπτυξης με δραχμή και “πολυδιάστατη” εξωτερική πολιτική. Εξάλλου η προτεραιότητα της εξόδου από την ΕΕ αποτελεί κυρίαρχη αντίληψη στην αντικαπιταλιστική και εξωκοινοβουλευτική αριστερά γενικά. Το αριστερό πρόσημο αυτής της προσέγγισης προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι αποτελεί εναλλακτική πρόταση λειτουργίας του ελληνικού καπιταλισμού που βρίσκεται σε αντίθεση με τις (σύγχρονες) επιλογές της εγχώριας άρχουσας τάξης. Αδικώντας επί της ουσίας τις ίδιες τις οργανώσεις της αριστεράς που προσπαθούν στηρίξουν μια ταξική πολιτική και δράση σε αυτή την αντίληψη.
Σε κάθε περίπτωση, παρότι βρισκόμαστε σε συνθήκες πραγματικής αδυναμίας συγκέντρωσης της δύναμης εκλογικά (και βέβαια όχι μόνο), το ζήτημα της αριστερής εκλογικής επιλογής τίθεται με όρους διεκδίκησης του μαζικού κοινωνικού και ταξικού ακροατηρίου. Όλου αυτού του κόσμου που έχει βγάλει συμπεράσματα από τα όρια που έχει η “συστημική” ή “μνημονιακή” αριστερά, η κεντροαριστερά και η σοσιαλδημοκρατία χωρίς ωστόσο να ικανοποιείται από τη “μη απάντηση” στο εκλογικό/ κοινοβουλευτικό πεδίο. Τίθεται ως προϋπόθεση για τη συγκρότηση μαζικής και σύγχρονης αντικαπιταλιστικής αριστεράς.
Αυτή την ώρα θα ήταν απολύτως θεμιτή μια προσπάθεια συγκρότησης ενός ορισμένου πολιτικού διαλόγου, μέσα στο πλαίσιο της επόμενης εκλογικής πρόκλησης αλλά και όχι υπερκαθορισμένης από αυτή, από κάθε αριστερή, ριζοσπαστική, πολιτική οπτική που αντιλαμβάνεται το μέγεθος του πολιτικού κενού και της αδυναμίας που παρουσιάζεται στην μαζική κοινωνική κλίμακα και δεν απαντά μόνο με την εαυτή της. Μια ενδεχόμενη τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να διερευνήσει τους όρους μίας ορισμένης συγκέντρωσης δύναμης, καταρχάς εκλογικής, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα μέσα από την ισότιμη διαδικασία, τη δημόσια εκφώνηση και τη φυσιογνωμία που θα προκύπτει από τη σύνθεση και τη συμφωνία. Διαμορφώνοντας ταυτόχρονα, όσο πιο ξεκάθαρα προς την κοινωνία, την εντύπωση ακριβώς της ενότητας και του πλουραλισμού ως ταυτοτικό στοιχείο. Απαιτεί ωστόσο, όπως διαφαίνεται σήμερα, σημαντικές επιλογές με ανατρεπτικά και ρηξιακά χαρακτηριστικά προς στοιχεία της φυσιογνωμίας των κομμάτων και των οργανώσεων που ενδεχομένως θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μία τέτοια κατεύθυνση.
Οι πιέσεις της πραγματικότητας μπορούν να αποφευχθούν βέβαια εάν αποστρέψεις το βλέμμα.
Οι άλλες απαντήσεις, η κεντροαριστερά από τη μία και ο αριστερισμός/ σεχταρισμός από την άλλη, μένει να πείσουν για τη χρησιμότητά τους την εργατική τάξη και τα κοινωνικά στρώματα και ομάδες που δέχονται τη βάρβαρη επίθεση. Αν πείσουν οι πρώτοι θα είναι συνώνυμο της ήττας. Εάν πείσουν οι δεύτεροι θα τους ακολουθήσουμε! Ωστόσο η εμπειρία της δεκαετίας (και όχι μόνο) δείχνει πώς πρέπει να συγκροτήσουμε κάτι διαφορετικό. Προσφέροντας καταρχήν μια χρήσιμη, ριζοσπαστική εκλογική επιλογή.
https://rproject.gr/article/gia-mia-aristeri-rizospastiki-eklogiki-epilogi









Σχόλια (0)