Ο πόλεμος στον Λίβανο

Ο πόλεμος στον Λίβανο

  • |

Το άρθρο γράφτηκε πριν την συμφωνία για κατάπαυση του πυρός στο Ιράν, η οποία είναι ασαφές αν περιλαμβάνει τον Λίβανο, και περιγράφει την σχετικά «αυτόνομη» δυναμική αυτού του μετώπου -Rp

Εν μέσω του πολέμου με το Ιράν, το Ισραήλ επέλεξε να ανοίξει και το μέτωπο κατά της Χεζμπολά στο Λίβανο. 

Πάνος Πέτρου |

Η αφορμή ήταν η εκτόξευση ρουκετών της λιβανέζικης οργάνωσης προς το Ισραήλ, μετά τον θάνατο του Χαμενεΐ. Οι πολιτικοί αντίπαλοι της Χεζμπολά έσπευσαν να την καταγγείλουν που «έφερε τον πόλεμο στη χώρα» και να χρησιμοποιήσουν το περιστατικό για να αποδείξουν ότι «βάζει την αφοσίωση στην Τεχεράνη πάνω από την αφοσίωση στο Λίβανο».

Είναι γνωστό ότι η ηγεσία της Χεζμπολά είχε δώσει τον λόγο της στην ηγεσία της (συμμαχικής) Αμάλ ότι δεν θα παραβιάσει την κατάπαυση του πυρός και ότι επί 15 μήνες υπέμεινε τις διαρκείς παραβιάσεις της συμφωνίας από τον Ισραηλινό Στρατό. Είναι επίσης μόνιμη η ένταση που αντιμετωπίζει η οργάνωση ανάμεσα στις δύο ιδιότητες -λιβανέζικη παράταξη αλλά και «παιδί» των Φρουρών της Επανάστασης που την υπολογίζουν ως μέρος της «αποτρεπτικής δύναμης» της Τεχεράνης. Είναι επίσης δεδομένο ότι η ηγεσία της ήξερε πολύ καλά ποια θα είναι η αντίδραση του σιωνιστικού κράτους.

Όμως μια πιο προσεκτική ματιά στις εξελίξεις των προηγούμενων μηνών αναδεικνύει βαθύτερες δυναμικές από την απλουστευστική αφήγηση ότι «προκάλεσε πόλεμο για να εκδικηθεί το θάνατο του Χαμενεΐ». Επί 15 μήνες η λιβανέζικη οργάνωση δεχόταν χτυπήματα από τις IDF. Ταυτόχρονα, αντιμετώπιζε προσπάθειες πολιτικού παραγκωνισμού της από τις υπόλοιπες παρατάξεις του Λιβάνου. Η νέα κυβέρνηση του προέδρου Αούν και του πρωθυπουργού Σαλάφ επέμεναν στην ανάγκη αφοπλισμού της, ενώ οι δυνάμεις της Χριστιανικής Δεξιάς δεν έκρυβαν ότι θεωρούσαν τον αφοπλισμό ως πρελούδιο συντριβής της κι όχι ενσωμάτωσης στο κράτος.

Λίγο καιρό πριν, είχε ολοκληρωθεί η αποχώρηση της Χεζμπολά από την περιοχή νότια του Ποταμού Λιτάνι και η κυβέρνηση του Λιβάνου αναμετριόταν με το ερώτημα των «επόμενων γεωγραφικών φάσεων» -εκείνων που δεν είχαν τη συμφωνία της σιιτικής οργάνωσης. Ο Αούν δεχόταν αμερικανικές πιέσεις, που επιστράτευαν το Ισραηλινό φόβητρο, ενώ ο Νετανιάχου δήλωνε δημόσια ότι χάνει την υπομονή του με την «αργή πρόοδο». Όπως το είχε θέσει τότε εκπρόσωπος του λιβανέζικου κράτους, «μας ζητάτε να διαλέξουμε ανάμεσα στην καταστροφή από έναν εμφύλιο πόλεμο και την καταστροφή από μια ισραηλινή εισβολή».

Σε αυτό το υπόβαθρο και σε μια οριακή στιγμή, η ηγεσία της Χεζμπολά αποφάσισε να πάρει το ρίσκο μιας νέας ένοπλης αναμέτρησης με τον Ισραηλινό Στρατό. Είχε γίνει σαφές ότι η αποδοχή της κατάπαυσης του πυρός το Νοέμβρη του 2024 δεν ήταν το «τέλος» που θα έφερνε ανακούφιση στην κοινωνική της βάση, αλλά μια αρχή συνωμοσιών και σχεδιασμών (εντός κι εκτός Λιβάνου) εναντίον της. Ενώ τα τελευταία 2μιση χρόνια έχουν αποδείξει ότι η «αυτοσυγκράτηση» δεν λειτουργεί απέναντι στο Ισραήλ, το οποίο βρίσκεται σε διαρκή πόλεμο κατά όλων των αντιπάλων του και «αναβοσβήνει» κατά βούληση τα διάφορα μέτωπα ανάλογα τη συγκυρία.

Είναι πιθανό η νέα ηγεσία να εκτίμησε ότι είναι καλύτερα να δοθεί η μάχη τώρα, παρά να περιμένει στωικά την έκβαση της εκστρατείας κατά του Ιράν ή τις επόμενες κινήσεις των εγχώριων αντιπάλων της. Ότι είναι καλύτερα να επιλέξει το χρόνο της κλιμάκωσης από το να περιμένει πότε θεωρεί το Ισραήλ ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για αυτήν.

Από την αρχή του πολέμου, το Ισραήλ γενίκευσε τις απειλές και τις επιθέσεις του σε όλο το νότιο τμήμα της χώρας (μέχρι και τα νότια προάστια της Βηρυτού), ξεκίνησε χερσαίες επιχειρήσεις, ενώ η Χεζμπολά επέστρεψε άμεσα στις θέσεις που είχε εκκενώσει.

Η περιοχή νότια του Λιτάνι έγινε και πάλι πεδίο μάχης (κι όχι μονομερών Ισραηλινών επιθέσεων από αέρος). Η ικανότητα της λιβανέζικης οργάνωσης να μεταφέρει με ταχύτητα στρατιωτικό εξοπλισμό και δυνάμεις στα νότια της χώρας αποτέλεσε μια πρώτη δυσάρεστη έκπληξη για τους εχθρούς της -όπως ομολόγησε Γάλλος αξιωματούχος σε συνέντευξη σε Ισραηλινό μέσο που συνδέεται με τις κρατικές «υπηρεσίες».

Στο εσωτερικό του σιωνιστικού κράτους, υπάρχουν ερωτήματα κι ενστάσεις. Κάποιες είναι τεχνικοστρατιωτικές: Θα έπρεπε να επικεντρωθεί η αεροπορία των IDF σε μία εκστρατεία αντί να «μοιράζεται» σε δύο στόχους. Άλλες είναι πολιτικοστρατιωτικές. Τα ακροδεξιά υπουργικά στελέχη καταγγέλουν την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων ότι «σέρνει τα πόδια της», για να εισπράξει την απάντηση «αν θέλετε πλήρη πόλεμο, πάρτε τέτοια απόφαση για να την υλοποιήσουμε».

Μεθυσμένη από τις επιτυχίες της και από τον διαρκή πόλεμο, η κυβέρνηση Νετανιάχου πίστευε ότι μια εκστρατεία «πίεσης» στην κοινωνική βάση της Χεζμπολά στα νότια (που αντιμετωπίζει απειλές νέας καταστροφής) και στην κυβέρνηση του Λιβάνου θα προκαλούσε νέο πλήγμα στην αποδυναμωμένη οργάνωση.

Αποδείχθηκε ότι η Χεζμπολά παραμένει σε θέση να δημιουργεί πρόβλημα στο βόρειο Ισραήλ με ρουκέτες και -πολύ περισσότερο- να αμύνεται αποτελεσματικά στο έδαφος. Η κυβέρνηση του Λιβάνου παραμένει αδύναμη/διστακτική μπροστά σε ενδεχόμενο εμφύλιο πόλεμο. Οι κυβερνώντες έκαναν τολμηρά βήματα που σπάνε πολιτικά ταμπού, θέτοντας «εκτός νόμου» τις ένοπλες δραστηριότητες της Χεζμπολά και καλώντας τα κρατικά ΜΜΕ να πάψουν να αποκαλούν «Αντίσταση» τη λιβανέζικη οργάνωση, την ώρα που ο Ισραηλινός Στρατός εισβάλει στη χώρα! Αλλά δεν είναι σε θέση να προχωρήσουν στην έμπρακτη συνέπεια των διακηρύξεών τους. Οι εξελίξεις ενισχύουν την επιμονή της Χεζμπολά ότι αποτελεί την Αντίσταση που υπερασπίζεται αποτελεσματικά τον Λίβανο, ενισχύουν τους φόβους της σιιτικής της βάσης, ενώ αρχίζουν να ρηγματώνουν τα τείχη της απομόνωσής της, με παρατάξεις που είχαν πάρει αποστάσεις το προηγούμενο διάστημα από την σιιτική οργάνωση, να θέτουν σήμερα το πρόβλημα της σιωνιστικής επιθετικότητας ως πρώτη προτεραιότητα.

Ο κίνδυνος για τον Λίβανο είναι μεγάλος. Η ενδο-σιωνιστική συζήτηση για τη «χαλαρότητα» της εκστρατείας είναι αποκαλυπτική του δόγματος που επικρατεί στο Κράτος του Ισραήλ: Ό,τι δεν το λύνει η βία, το λύνει η… περισσότερη βία.

Οι εντολές εκκένωσης των IDF καλύπτουν όλο το νότιο Λίβανο και ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί. Οι ακροδεξιοί υπουργοί κάνουν ανοιχτά λόγο για προσάρτηση κι εποικισμό της περιοχής νότια του ποταμού Λιτάνι, διασφαλίζοντας ότι «οι σιίτες δεν θα επιστρέψουν ποτέ». Παράλληλα εξαπολύουν απειλές κατά του υπόλοιπου Λιβάνου, με στόχο να πετύχουν μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το σενάριο προσάρτησης των εδαφών νότια του Λιτάνι κι εγκατάστασης ενός «συμμαχικού κράτους» στον υπόλοιπο Λίβανο υπήρχε στα εγχειρίδια του Μπεν Γκουριόν και του Μοσέ Νταγιάν από το 1948…

 

Η γαλλική παρέμβαση

Με την προσοχή της Ουάσινγκτον στραμμένη στο ιρανικό μέτωπο, ο Εμμανουέλ Μακρόν δείχνει ιδιαίτερη δραστηριοποίηση στο «φάκελο του Λιβάνου», σε συνέχεια του παραδοσιακού γαλλικού ενδιαφέροντος για τις πρώην αποικίες του Παρισιού.

Η γαλλική πολιτική παριστάνει τη «φωνή της λογικής». Δείχνει κατανόηση στην απαίτηση της λιβανέζικης κυβέρνησης να σταματήσει η Ισραηλινή επίθεση και καλεί το Νετανιάχου να τη σταματήσει. Ταυτόχρονα, δηλώνει την πλήρη στήριξη της Γαλλίας στον στόχο αφοπλισμού της Χεζμπολά και θέτει ως ορίζοντα μια συμφωνία ειρήνης Λιβάνου-Ισραήλ. Το σκεπτικό δείχνει απλό: Χωρίς την Ισραηλινή απειλή, χάνεται η «νομιμοποίηση» της Χεζμπολά να διατηρεί τον οπλισμό της. Ο γαλλικός ιμπεριαλισμός εργάζεται με το παραδοσιακό μοτίβο που επιδιώκει να «προστατεύσει» το Κράτος του Ισραήλ, παίρνοντας όμως υπόψη και τις «ευαισθησίες» των αραβικών κρατών γύρω του. Αν όμως η επίλυση αυτής της εξίσωσης ήταν τόσο απλή, θα την είχαν πετύχει διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις, στην κορύφωση της μονοπολικής «στιγμής», όταν διέθεταν ασύγκριτα μεγαλύτερη ισχύ να επιβάλουν λύσεις σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση του γαλλικού ιμπεριαλισμού.

Η πρωτοβουλία του Μακρόν βρίσκει ανταπόκριση στη Βηρυττό, που δηλώνει πλέον έτοιμη ακόμα και για συμφωνία ειρήνης με το Ισραήλ, για πρώτη φορά μετά το 1948. Αλλά αυτά τα σχέδια και η ύπαρξη κάποιων «πρόθυμων» δεν αρκούν. Σκοντάφουν πρώτα στην σιωνιστική ηγεσία, που αρνείται να διαπραγματευτεί περιορισμό της στρατιωτικής της επιθετικότητας και του «δικαιώματος» του Ισραήλ «να χτυπά τους εχθρούς του, όπου κι αν βρίσκονται». Αλλά μπορούν να σκοντάψουν και μέσα στο Λίβανο. Η τελευταία κυβέρνηση που συμφώνησε σε ειρήνη με το Ισραήλ, μια κυβέρνηση «εγκατεστημένη» από την σιωνιστική εισβολή του 1982 και βρισκόμενη ήδη σε ανοιχτό πόλεμο με τις φιλοπαλαιστινιακές πολιτικές παρατάξεις, υποχρεώθηκε κι αυτή να αποσύρει την υπογραφή της σχεδόν άμεσα…

Παρόλα αυτά, η πρωτοβουλία του Μακρόν προς αυτήν την κατεύθυνση είναι επικίνδυνη. Γιατί προσθέτει διπλωματικό (και οικονομικό;) βάρος πάνω στην απαίτηση για «εξομάλυνση» με το Ισραήλ και τερματισμό κάθε αλληλεγγύης στην Παλαιστινιακή Αντίσταση, σε μια χώρα που τέτοια αισθήματα έχει ιστορικά μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού της. Η διαίρεση πάνω σε αυτό το ζήτημα -που συνδέεται συνολικά με τη διαίρεση για τον χαρακτήρα και τον προσανατολισμό του Λιβάνου- προκάλεσε συγκρούσεις, κλυδωνισμούς κι εμφυλίους πολλές φορές σε αυτήν τη χώρα.

Η λύση για την οποία εργάζεται η γαλλική κυβέρνηση θα αποδειχεί είτε απλά ανεδαφική, είτε θα λειτουργήσει ως η πίεση του «καλού μπάτσου» την ώρα που ο «κακός μπάτσος» στην Ουάσινγκτον ταΐζει και χαϊδεύει το μαντρόσκυλό του…

 

Η εύθραστη ισορροπία της Συρίας

Η Συρία του Αλ Σάρα έχει κατορθώσει να κρατηθεί έξω από έναν πόλεμο που «αγγαλιάζει» όλη την περιοχή. Είναι ένα παράδοξο για τη χώρα που μέχρι πριν 2 χρόνια ήταν μόνιμα πεδίο σύγκρουσης και ένοπλων παρεμβάσεων όλων των μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων. Για το συριακό λαό, που ακόμα βγαίνει από αυτήν την τραυματική εμπειρία με μια κατεστραμμένη χώρα, σίγουρα προσφέρει ανακούφιση.

Η ουδετερότητα της Συρίας είναι προϊόν της άρνησής της να διακινδυνεύσει την εύθραστη ειρήνη, την ακόμα πιο επισφαλή ανοικοδόμησή της και τον υπό κατασκευή  στρατό της. Η μεταβατική κυβέρνηση «βολεύεται» να παρακολουθεί να πολεμούν μεταξύ τους δύο δυνάμεις που αντιλαμβάνεται ως απειλή για την ίδια, ενώ η  πρόσφατη έξοδος των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων από τις στρατιωτικές βάσεις της χώρας, την κράτησαν έξω από το φάσμα των ιρανικών αντιποίνων.

Ο πόλεμος στο Λίβανο απειλεί να ανατρέψει αυτήν την εύθραστη ειρήνη. Ο Αλ Σάρα έχει αναπτύξει δυνάμεις στα σύνορα με το Λίβανο, στα σύνορα με το Ιράκ και κοντά στο «μαξιλάρι» των κατεχόμενων από το Ισραήλ εδαφών, επιμένοντας ότι είναι μέτρα αμυντικά και διαφύλαξης της Συρίας από τη «διάχυση» του πολέμου στο έδαφός της. Ο ένας κίνδυνος είναι προφανώς η «διάχυση», με δεδομένη την κρίσιμη γεωγραφική τοποθεσία της χώρας. Αλλά υπάρχουν και άλλοι. Σύμφωνα με το Ρόιτερς, που επικαλείται «ανώνυμους αξιωματούχους» και από τις δύο πλευρές, λίγο πριν ή λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, οι ΗΠΑ πίεσε την συριακή κυβέρνηση να συμμετέχει σε μια απόπειρα βίαιου αφοπλισμού της Χεζμπολά. Το αίτημα φαίνεται ότι απορρίφθηκε.

Όμως κανείς δεν ξέρει αν αυτή η πίεση θα κλιμακωθεί. Στο εσωτερικό της χώρας, ένας πρώην οπλαρχηγός των αντικαθεστωτικών και νυν βουλευτής, επικαλούμενος την ιδιότητα ανθρώπου που «πολέμησε τη Χεζμπολά στη Χομς», προειδοποιεί για όλους τους πολιτικούς και ηθικούς λόγους που «θα ήταν λάθος να επιδιώξουμε εκδίκηση στο Λίβανο». Το ανησυχητικό είναι ότι απαντά σε επιχειρήματα που -φαίνεται ότι- κυκλοφορούν στο εσωτερικό της Συρίας («απόδοση δικαιοσύνης για τα εγκλήματα που διέπραξε στη Συρία», «προστασία των σουνιτών στο Λίβανο»). Καθώς η Ε.Α. πήγαινε στο τυπογραφείο, κάποιες «ορφανές» επιθέσεις από ιρακινό έδαφος χτύπησαν βάσεις του συριακού στρατού, υπενθυμίζοντας ότι πολλά διαφορετικά κέντρα ίσως επιδιώξουν να συμπαρασύρουν τη Συρία στον πόλεμο…

 

Η ενεργοποίηση των Χούθι

Μια μέρα μετά την προειδοποίησή τους ενάντια σε «διεύρυνση των συμμαχιών των ΗΠΑ-Ισραήλ» ή τη «συνέχεια της κλιμάκωσης κατά του Άξονα», οι Χούθι εκτόξευσαν πύραυλο κατά του Ισραήλ. Η οργάνωσή τους (Ανσαραλάχ) είχε κρατηθεί έξω από τον πόλεμο κατά τον πρώτο μήνα του. Πρόκειται για την πρώτη φορά που η Ανσαραλάχ παρεμβαίνει ένοπλα για την υπεράσπιση του Ιράν. Η επιλογή της Ουάσινγκτον να επιβάλει στην Τεχεράνη έναν «υπαρξιακό» πόλεμο και η κλιμάκωση της σιωνιστικής επιθετικότητας (και) στον Λίβανο, σίγουρα έπαιξε ρόλο στην απόφαση των Χούθι και οδηγεί πιο κοντά στην περιβόητη «ενοποίηση των μετώπων» που δεν είχε επιχειρήσει ποτέ ως τώρα το δίκτυο του «Άξονα».

Δεν είναι δεδομένο αν οι Χούθι ανταποκρίθηκαν σε αίτημα της Τεχεράνης, που ενεργοποιεί κάθε διαθέσιμο μέσο καθώς φτάνουμε σε ένα μεταίχμιο όπου άνοιξε δίαυλος διαπραγμάτευσης αλλά η αμερικανική πλευρά επισείει την απειλή κλιμάκωσης για να επιβάλει τους όρους της σε αυτή. Ή αν αποφάσισαν ότι δεν τους οφελεί να περιμένουν παθητικά να μάθουν την έκβαση των πολέμεων σε Ιράν-Λίβανο.

Το ζητούμενο είναι η διάρκεια και η μορφή που θα πάρει η εμπλοκή τους. Γιατί έχουν τη δυνατότητα να «κλείσουν» και την Ερυθρά Θάλασσα, μετά την αναστάτωση που έχει προκληθεί στα Στενά του Ορμούζ. Αν κλείσουν τα στενά της Ερυθράς Θάλασσας, το (διεθνές) κόστος της επίθεσης ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο.

Αλλά και γιατί ο «παγωμένος» εμφύλιος στην Υεμένη υπήρξε «μάχη αντιπροσώπων» μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας στο παρελθόν και «πάγωσε» ακριβώς γιατί το Ριάντ και η Τεχεράνη αποκαθιστούσαν τις σχέσεις τους. Αν οι Χούθι περιοριστούν να στοχεύουν το Ισραήλ, η «κυβέρνηση» που ελέγχει τη νότια Υεμένη ίσως περιοριστεί στις πρώτες ρητορικές καταδίκες για το «σύρσιμο της χώρας σε πόλεμο». Αλλά αν γενικεύσουν τα χτυπήματά τους (στις χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις), ή αν οι δυνάμεις του νότου (που τμήμα τους λογοδοτεί στους Σαούντ και τμήμα τους στα Εμιράτα) περάσει από τις ρητορικές καταδίκες σε αναζωπύρωση του εμφυλίου, αυτό μπορεί να φέρει πιο κοντά το τέλος της «αυτοσυγκράτησης» των κρατών του Κόλπου απέναντι στα χτυπήματα που δέχονται από το Ιράν…

https://rproject.gr/article/o-polemos-ston-livano

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.