Παραγωγικότητα ή δικαίωμα; Το ερώτημα της 4ήμερης εργασίας

Παραγωγικότητα ή δικαίωμα; Το ερώτημα της 4ήμερης εργασίας

  • |

Η πρόταση για τετραήμερη εργασία με 32 ή 35 ώρες την εβδομάδα, με πλήρεις αποδοχές, που φέρνει το ΠΑΣΟΚ στον δημόσιο διάλογο, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί επιπόλαια. Αγγίζει ένα από τα πιο ουσιαστικά ζητήματα της εποχής: τη μείωση του χρόνου εργασίας ως κοινωνικό δικαίωμα. Αλλά αυτή η ιδέα δεν εμφανίστηκε τώρα.

 
Η ελληνική Αριστερά έθεσε εδώ και δεκαετίες το βασικό ερώτημα: ποιος καρπώνεται τα οφέλη της όποιας παραγωγικότητας; Από το ΚΚΕ εσωτερικού έως τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου και αργότερα τον ΣΥΡΙΖΑ, το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών υπήρξε σταθερό και έντονο. Το 35ωρο την εβδομάδα αποτέλεσε τη βασική του μορφή. Το ΚΚΕ επίσης εξακολουθεί να το υπερασπίζεται ως 35ωρο – 7ωρο – 5ήμερο, υπογραμμίζοντας μια κρίσιμη διάκριση: το ζήτημα δεν είναι πόσες μέρες δουλεύεις, αλλά πόσες ώρες και με ποιους όρους. Το 4ήμερο, λοιπόν, δεν είναι νέα πολιτική πρόταση,  αλλά η σύγχρονη εκδοχή μιας παλιάς, διαρκούς διεκδίκησης.

Χρήστος Πιλάλης*

Η ανάγκη είναι πραγματική. Η ελληνική οικονομία συνδυάζει πολλές ώρες εργασίας με χαμηλή παραγωγικότητα ανά ώρα και μισθούς που μένουν πίσω. Η χαμηλή αυτή παραγωγικότητα συνδέεται με τη δομή της οικονομίας — το μέγεθος των επιχειρήσεων, το επίπεδο επενδύσεων, την οργάνωση της εργασίας και την αξιοποίηση της τεχνολογίας. Σε αυτό το πλαίσιο, περισσότερες ώρες δεν σημαίνουν απαραίτητα καλύτερα αποτελέσματα. Η μείωση του χρόνου εργασίας δεν είναι παραχώρηση ούτε δοκιμή, αλλά κοινωνική αναγκαιότητα. Είναι απάντηση σε μια δομική αντίφαση: παραγωγικότητα που παραμένει χαμηλή παρά τον αυξημένο χρόνο εργασίας, εισοδήματα που δεν βελτιώνονται ανάλογα και όλο και λιγότερος χρόνος ζωής εκτός εργασίας.

Τα πιο χαρακτηριστικά ευρωπαϊκά παραδείγματα από πιλοτικές εφαρμογές — στην Ισλανδία, στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ισπανία — δείχνουν ότι η μείωση του χρόνου εργασίας δεν μειώνει την παραγωγικότητα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις τη διατηρεί ή και τη βελτιώνει, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνει αισθητά την ποιότητα ζωής των εργαζομένων. Ως κατεύθυνση, λοιπόν, είναι σαφώς θετική.

Το ΠΑΣΟΚ, όμως, δεν υπήρξε ιστορικά φορέας αυτής της στρατηγικής. Κατοχύρωσε το 40ωρο τη δεκαετία του ’80, αλλά δεν προχώρησε στο 35ωρο και, τις επόμενες δεκαετίες, κινήθηκε περισσότερο στη λογική της ΄΄ευελιξίας΄΄ της εργασίας. Η σημερινή του πρόταση συνιστά μετατόπιση — και αυτό από μόνο του δεν είναι αρνητικό. Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για στρατηγική στροφή ή για προσαρμογή σε μια συζήτηση που έχει ήδη ωριμάσει εκτός της δικής του πολιτικής παράδοσης.

Η παρέμβαση του Νίκου Ανδρουλάκη επιχειρεί να θεμελιώσει την πρόταση και οικονομικά. Η σύνδεση της μείωσης του χρόνου εργασίας με την παραγωγικότητα και την υπέρβαση της «παγίδας χαμηλής παραγωγικότητας» είναι εύστοχη. Πράγματι, η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από αυτό το παράδοξο.

Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο σημείο. Όταν το 4ήμερο παρουσιάζεται πρωτίστως ως «μοχλός παραγωγικότητας», τότε μετατοπίζεται από κοινωνικό δικαίωμα σε οικονομικό εργαλείο — από κάτι που κατοχυρώνεται επειδή το δικαιούσαι, σε κάτι που εφαρμόζεται όταν αποδίδει.

Σε αυτή τη λογική, η εφαρμογή του θα είναι αναγκαστικά επιλεκτική: θα προχωρήσει εκεί όπου υπάρχουν περιθώρια απόδοσης και θα καθυστερήσει εκεί όπου δεν υπάρχουν — δηλαδή στους μικρομεσαίους και στην επισφαλή εργασία. Έτσι, ένα μέτρο που εμφανίζεται ως καθολική βελτίωση της ζωής των ανθρώπων κινδυνεύει να γίνει άνισα κατανεμημένη δυνατότητα.

Η ίδια η πρόταση ενισχύει αυτόν τον προβληματισμό. Η αναφορά σε «κίνητρα προς τις επιχειρήσεις» δείχνει ότι δεν μιλάμε για καθολικό δικαίωμα, αλλά για εφαρμογή που εξαρτάται από επιλογές της αγοράς. Το ερώτημα είναι απλό: θα αφορά όλους ή μόνο όσους μπορούν να την υλοποιήσουν;

Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος που δύσκολα αγνοείται. Η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας, για δεκαετίες υπό την επιρροή παρατάξεων που συνδέονται με το ΠΑΣΟΚ, δεν μετέτρεψε ποτέ το αίτημα του 35ώρου σε κεντρική διεκδίκηση. Παρότι η μείωση του χρόνου εργασίας αποτελεί διαχρονικό αίτημα του εργατικού κινήματος, δεν αναδείχθηκε τα τελευταία χρόνια σε κεντρική διεκδίκηση της ΓΣΕΕ. Και αυτό έχει σημασία, γιατί αν υπήρχε τέτοια επιλογή από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, προφανώς θα μπορούσε να στηριχθεί και από τη συνδικαλιστική Αριστερά. Η απουσία αυτής της πίεσης δείχνει ότι η σημερινή στροφή του ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί συνέχεια μιας σταθερής γραμμής, αλλά — ακόμη και στην πιο καλόπιστη ανάγνωση — μια προσαρμογή.

Αν τελικά ανοίξει διάλογος για το θέμα, ο αντίλογος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι υπαρκτός. Ένα μικρό κατάστημα δεν έχει τα περιθώρια μιας μεγάλης επιχείρησης. Αν το μέτρο εφαρμοστεί χωρίς στήριξη, ο μεγάλος θα το απορροφήσει και ο μικρός θα πιεστεί. Αυτό, όμως, δεν είναι επιχείρημα κατά της μείωσης του χρόνου εργασίας, αλλά κατά μιας άνισης εφαρμογής. Η μετάβαση προϋποθέτει στοχευμένη στήριξη των μικρομεσαίων — με μείωση κόστους εργασίας, φορολογικές ελαφρύνσεις και πολιτικές ενίσχυσης της ζήτησης — ώστε το 4ήμερο εργασίας να μην καταλήξει προνόμιο των ισχυρότερων θέσεων εργασίας. Το πρόβλημα δεν είναι το 4ήμερο, αλλά το πλαίσιο στο οποίο καλείται να εφαρμοστεί: χαμηλή ζήτηση, χαμηλοί μισθοί, υψηλά κόστη.

Υπάρχει, τέλος, και η ελληνική ιδιαιτερότητα: η απόσταση ανάμεσα στον δηλωμένο και τον πραγματικό χρόνο εργασίας. Απλήρωτες υπερωρίες, δεύτερες δουλειές, συνεχής διαθεσιμότητα. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα μειωθούν οι ώρες, αλλά αν θα μειωθεί πραγματικά ο χρόνος που δεσμεύεται από την εργασία. Χωρίς ελέγχους, το 4ήμερο κινδυνεύει να μείνει στα χαρτιά.

Η μείωση του χρόνου εργασίας είναι ένα από τα πιο ελπιδοφόρα αιτήματα της εποχής. Η αξιοπιστία, όμως, της πρωτοβουλίας θα κριθεί στην πράξη. Το αν είναι ουσιαστική ή συγκυριακή θα φανεί από κάτι απλό: αν το 4ήμερο θα προταθεί τελικά ως δικαίωμα για όλες και όλους ή ως εργαλείο για λίγους.

*Εκπαιδευτικός, πρώην μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ

Χρήστος Πιλάλης*

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.