Οι συναντήσεις Σι Τζινπίνγκ με Τραμπ και Πούτιν στο Πεκίνο
Η δήλωση του Σι Τζινπίνγκ, μετά τη συνάντησή του με τον Τραμπ στο Πεκίνο, ότι «η στρατηγική για τη Μεγάλη Ανανέωση του Κινεζικού Έθνους και η στρατηγική Να Κάνουμε την Αμερική Μεγάλη Ξανά μπορούν να βαδίσουν χέρι-χέρι» λέει για τις πραγματικότητες στις σχέσεις μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων του σύγχρονου καπιταλισμού πολύ περισσότερα απ’ ό,τι υποθέτει μια επιφανειακή και απλουστευτική εξέταση των εξελίξεων.
Η διεθνής συγκυρία είναι πράγματι καυτή. Το ρεσάλτο του Τραμπ στη Βενεζουέλα, οι απειλές κατά της Κούβας, η γενοκτονία στην Παλαιστίνη, η πολεμική επιδρομή στο Ιράν, η παράταση του πολέμου στην Ουκρανία, οι χαοτικές συγκρούσεις στην Αφρική κ.ά. αποδεικνύουν το «πέρασμα» σε μια εποχή αναμετρήσεων δια της γυμνής ισχύος, και κυρίως της πολεμικής ισχύος. Όμως σε αυτές τις συγκρούσεις οι Μεγάλες Δυνάμεις παρεμβαίνουν με «πυξίδα» όχι ιδέες, και πολύ περισσότερο όχι τις ανάγκες των πληθυσμών, αλλά με μπούσουλα τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων στο εσωτερικό τους. Και τα συμφέροντα αυτά πιέζουν και προς αναμετρήσεις -λόγω της όξυνσης των ανταγωνισμών- αλλά και προς συναλλαγές και διαπραγματεύσεις -λόγω της γενικής συστημικής κρίσης που αντιμετωπίζουν τόσο η Ουάσινγκτον, όσο και το Πεκίνο, η Μόσχα και οι Βρυξέλλες.
Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη «συναλλακτική διάθεση» που επέδειξε ο Τραμπ. Στην πραγματικότητα, η συναλλακτική διάθεση καθόρισε τον Τραμπ, αλλά και τους Σι και Πούτιν, στο πρόσφατο σερί διαπραγματεύσεων στο Πεκίνο.
Σι-Τραμπ
Ο Τραμπ ταξίδεψε στο Πεκίνο την ώρα που η πολεμική εξόρμησή του στο Ιράν έχει βρεθεί σε αδιέξοδο, την ώρα που οι ανεξέλεγκτες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων απειλούν με στασιμοπληθωριστική έκρηξη την παγκόσμια οικονομία, την ώρα που στο εσωτερικό των ΗΠΑ η πολιτική αμφισβήτηση στις ηγετικές προοπτικές του κλιμακώνεται. Η «συναλλακτική διάθεση», της αναζήτησης ενός τάιμ-άουτ στη θεματολογία αναμέτρησης με την Κίνα, έμοιαζε αυτονόητη.
Όμως κάτι ανάλογο ισχύει και για τον Σι. Η θεαματική αναπτυξιακή δυναμική της Κίνας έχει στομώσει. Η έκρηξη της «φούσκας» των ακινήτων και η κρίση του διογκωμένου κατασκευαστικού τομέα, η ραγδαία πτώση της κερδοφορίας στο μεγάλο τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, η άνοδος της ανεργίας κ.ο.κ. είναι σημαντικές προειδοποιήσεις. Οι εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στην ηγεσία του στρατού ανέδειξαν, κατά το διεθνή Τύπο, την αποτυχία του προγράμματος εκσυγχρονισμού των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων. Οι συνθήκες εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ, δημιούργησαν ευκαιρίες για την Ινδία αλλά και κάποιες από τις «τίγρεις του Ειρηνικού» (Νότια Κορέα, Βιετνάμ, Φιλιπίνες) όπως και κίνητρα για στενότερη σύνδεσή τους με τη Δύση. Η οικονομική επιβράδυνση πιέζει την κινεζική ηγεσία προς την αναζήτηση περισσότερων διεθνών επενδύσεων και νέων μεγαλύτερων εμπορικών σχεδίων.
Αυτό ήταν και το κύριο πιάτο στις διαπραγματεύσεις Σι-Τραμπ. Η Κίνα συμφώνησε να προμηθευτεί 200 αεροπλάνα από την Boeing, να αυξήσει τις εισαγωγές τροφίμων και αγροτικών προϊόντων από τις ΗΠΑ και να αυξήσει τις προμήθειες αμερικανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στις διαπραγματεύσεις με τους «ολιγάρχες» που συνόδευαν τον Τραμπ στο Πεκίνο συμφωνήθηκε να αρθούν σημαντικοί περιορισμοί στις δραστηριότητες των αμερικανικών Big Tech στην Κίνα. Από τα ανακοινωθέντα δεν είναι σαφές, αν και θεωρείται πιθανότατο, το εάν και κατά πόσο συμφωνήθηκε η ρήξη του τεχνολογικού εμπάργκο που είχε επιβάλει ο Μπάιντεν, δίνοντας πχ τη δυνατότητα στην Nvidia να πουλήσει υπερσύγχρονα μικροτσιπς σε κινεζικές επιχειρήσεις και -ίσως αργότερα- να αρχίσει την παραγωγή τους σε κινεζικά εργοστάσια.
Το ανακοινωθέν του κινεζικού υπ. Εξ. αποτυπώνει αυτό το κλίμα «συνεννόησης» στο πεδίο της οικονομίας, υπογραμμίζοντας ότι συμφωνήθηκε «να διατηρήσουμε από κοινού τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού σταθερές και ανεμπόδιστες».
Ο στόχος αυτός συνδέεται άμεσα με το τι «λύση» θα υποστηριχτεί ως τέλος της πολεμικής επίθεσης στο Ιράν. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν στα κριτήρια μιας διπλωματικής «λύσης»: «(συμφωνήθηκε ότι) τα στενά του Ορμούζ θα πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά – το Ιράν δεν θα πρέπει να αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα…». Τα κριτήρια αυτά είναι εξαιρετικά κοντά στις ανάγκες της αμερικανικής διπλωματίας. Αποτελούν (και τα δύο!) πίεση πάνω στο Ιράν για να υποχωρήσει σε μια συμφωνία που ο Τραμπ θα μπορούσε να παρουσιάσει ως «αμερικανική νίκη» στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Και αυτά τα κριτήρια προξενεύει η πακιστανική διαμεσολάβηση που, με την υποστήριξη της Κίνας, μεταφέρει τους όρους του Τραμπ προς το καθεστώς του Ιράν. Με την απειλή, πάντα, της επανάληψης των αμερικανικών «σαρωτικών» βομβαρδισμών.
Ασφαλώς, οι δύο πλευρές είχαν και τις «κόκκινες γραμμές» τους. Ο Σι προειδοποίησε ότι το ζήτημα της Ταϊβάν, «αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά από τις ΗΠΑ», δημιουργεί τον κίνδυνο συγκρούσεων, με αποτέλεσμα «ολόκληρη η σχέση να τεθεί σε μεγάλο κίνδυνο». Σε αυτό το «αγκάθι» η αμερικανική αντιπροσωπεία υπό τον Τραμπ, έδειξε αρκετή ευελιξία. Μιλώντας στους δημοσιογράφους, μέσα στο αεροπλάνο της επιστροφής από την Κίνα, ο Ρούμπιο δήλωσε ότι «στο ζήτημα της Ταϊβάν, η πολιτική των ΗΠΑ παραμένει αμετάβλητη, μέχρι στιγμής». Σε αυτήν τη φράση, προφανώς το σημείο-κλειδί είναι το «μέχρι στιγμής» που πρόσθεσε ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας. Και αυτό ενισχύθηκε από τα χοντροκομένα «καλαμπούρια» του Τραμπ που δημόσια άρχισε να αναρωτιέται για το αν οι ΗΠΑ έχουν λόγους για να πολεμήσουν «χιλιάδες μίλια μακριά από τις ακτές τους». Η αλλαγή έγινε αμέσως αισθητή στην κυβέρνηση της Ταϊβάν που, δια του προέδρου της Λάι Τσινγκ-τε, δήλωσε ότι «η ανεξαρτησία και η ακεραιότητα της Ταϊβάν δεν θα θυσιαστεί, ούτε θα ανταλλαχθεί». Στις μέρες που ακολούθησαν την επιστροφή του στις ΗΠΑ, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα επιδιώξει συνάντηση με τον Λάι Τσινγκ-τε. Πρόκειται για πρωτοβουλία που «σπάει αυγά» σε δύο κατευθύνσεις. Αφενός, παραβιάζει τα ειωθότα που υπαγορεύουν στην ηγεσία των ΗΠΑ, μετά την αναγνώριση της Κίνας, να αποφεύγει την απευθείας διαπραγμάτευση με τις κυβερνήσεις της Ταϊβάν. Αφετέρου, όμως, μετατρέπει το υπεσχημένο πρόγραμμα αμερικανικών εξοπλισμών προς την Ταϊβάν, ύψους 11 δισ. δολαρίων, σε ζήτημα εξαρχής «διαπραγμάτευσης» με τον Τραμπ. Με όλα αυτά σε εξέλιξη, η Ταϊβάν παραμένει, ίσως, το πιο επικίνδυνο σημείο στον πλανήτη.
Σι-Πούτιν
Η επίσκεψη Πούτιν στο Πεκίνο είχε λιγότερες «εκπλήξεις», αλλά και λιγότερες ουσιαστικές ειδήσεις.
Ο Σι, υποδεχόμενος τον Πούτιν, αναφέρθηκε σε κοινές δεσμεύσεις προς ένα «πιο δίκαιο και λογικό παγκόσμιο σύστημα διακυβέρνησης» και ευχήθηκε έναν «γρήγορο τερματισμό» του πολέμου στο Ιράν.
Ο Πούτιν, ανταπαντώντας, έκανε λόγο για σύγκλιση στο «να ενισχύουμε το συντονισμό στον ΟΗΕ, τους BRICS, την G20 και άλλα φόρουμ».
Στο κοινό ανακοινωθέν, οι δύο πλευρές υπόσχονται «να ανταποκρίνονται από κοινού σε διάφορες προκλήσεις και απειλές και να διατηρούν την παγκόσμια και περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα».
Το πρόβλημα με όλες αυτές τις γενικόλογες διακηρύξεις είναι ότι αποτελέσματά τους δεν ανιχνεύονται σε καμιά από τις μεγάλες συγκρούσεις της περιόδου. Η απαγωγή του Μαδούρο από τη Βενεζουέλα δεν απαντήθηκε από καμιά ρωσο-κινεζική σοβαρή αντίδραση. Η πολεμική επιδρομή στο Ιράν καταδικάστηκε μόνο στα λόγια («αυτός ο πόλεμος δεν θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει…») και με προσεκτικές διπλωματικές φράσεις. Στα δύο χρόνια της γενοκτονίας στη Γάζα, όχι μόνο αφέθηκε να γίνει ο ΟΗΕ κλωτσοσκούφι του Τραμπ, αλλά η Κίνα παρέμεινα ως ένας κορυφαίος οικονομικός «εταίρος» του Ισραήλ, και η Ρωσία μια πολύ προσεκτική δύναμη απέναντι στον Νετανιάχου. Και στο στρατόπεδο των BRICS, η Ινδία έχει από καιρό μετατοπιστεί προς την πλευρά του ευρωατλαντισμού.
Έτσι το ενδιαφέρον μάλλον βρίσκεται στα σημεία που δεν υπήρξε πρόοδος στις σχέσεις. Σε προηγούμενες συναντήσεις Πούτιν-Σι είχε συνομολογηθεί ένα σχέδιο κλιμάκωσης των ρωσικών εξαγωγών φυσικού αερίου και πετρελαίου προς την Κίνα. Εμβληματικό σημείο του είναι ο αγωγός Power of Siberia 2, μιας διαδρομής μήκους 2.600 χιλιομέτρων και δυνατότητας μεταφοράς 50 δισεκ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως. Το δεσμευτικό μνημόνιο συμφωνίας για αυτό το κολοσσιαίο έργο είχε υπογραφεί στις αρχές του 2025. Έκτοτε η Κίνα καθυστερεί κάθε πρόοδο των εργασιών, επιδιώκοντας να φορτώσει το μεγαλύτερο κόστος κατασκευής του αγωγού στη ρωσική Gazprom και, κυρίως, να δεσμεύσει για μακρύ χρονικό διάστημα την τιμή του εισαγόμενου ρωσικού αερίου σε επίπεδα κάτω του 50% από τις τιμές που πετύχαινε η Gazprom, προ του 2022, στις ευρωπαϊκές αγορές. Πρόκειται για την επιδίωξη μιας πολυετούς σύμβασης με όρους περίπου αποικιοκρατικούς. Η ανάγκη της Ρωσίας να «ξεπαγώσει» αυτή η δυνατότητα είναι πιεστική: η Gazprom έκλεισε τον προηγούμενο χρόνο καταγράφοντας μείωση κατά 44% των ποσοτήτων φυσικού αερίου που μπορεί να διακινεί. Σε τέτοια συγκεκριμένα και «σκληρά» ζητήματα, η συνάντηση Σι-Πούτιν αποδείχθηκε άκαρπη. Και αυτό την ώρα που, λίγο πριν, είχαν ανακοινωθεί οι συμφωνίες για την αύξηση των κινεζικών εισαγωγών αμερικανικού φυσικού αερίου και πετρελαίου…
Εντύπωση προκάλεσε επίσης η κινεζική αποχή από κάθε αναφορά στις εξελίξεις στην Ουκρανία. Ο Σι παρέμεινε σταθερός στην «άψογη στάση» που κρατά, σιωπηλός, από την αρχή του πολέμου. Στον δυτικό Τύπο υπήρξαν άρθρα (που δεν διαψεύστηκαν) που ισχυρίστηκαν ότι ο Σι ενημέρωσε τον Τραμπ για την κινεζική εκτίμηση ότι έχει φτάσει η ώρα που «ο Πούτιν μετανιώνει για τον πόλεμο στην Ουκρανία».
Η εκτίμηση αυτή έχει βάση και σε κάποιες ρωσικές «κινήσεις». Όπως η αιφνίδια δήλωση του Πούτιν ότι το «συμβάν» στην Ουκρανία μπορεί να τερματιστεί γρήγορα, αλλά και η ακόμα πιο αιφνίδια πρότασή του να αναλάβει ως «διαπραγματευτής» για το ουκρανικό ο… Γκέρχαρντ Σρέντερ (ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας και μετέπειτα ένας εκ των CEO της Gazprom). Λίγες ημέρες μετά, ακολούθησαν οι δηλώσεις της Μέρκελ που, επί της ουσίας, καλούσε τις ευρωηγεσίες να προετοιμαστούν για διαπραγματεύσεις συνεννόησης με τη Ρωσία, στην «επόμενη μέρα» μιας πιθανής εκεχειρίας στην Ουκρανία.
Στο Πεκίνο, τα φώτα έπεσαν στους ελιγμούς μεταξύ Τραμπ-Σι-Πούτιν. Όμως στο σημερινό, υπό διαμόρφωση, πολυ-πολικό κόσμο, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία δεν είναι μόνες. Η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Βρετανία, η Ινδία, η Ιαπωνία, και ασφαλώς η ΕΕ της «στρατηγικής αυτονομίας» στέκουν στην ουρά της ανταγωνιστικής διαπραγμάτευσης.
Όλοι αυτοί έχουν τη δυνατότητα να παζαρεύουν και να συγκρούονται, να εξοπλίζονται, να συμμαχούν και την επομένη να υποδαυλίζουν αναμετρήσεις και πολέμους. Τα λόγια τα μεγάλα, για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη, που εκστομίζουν οι ηγέτες αυτών των δυνάμεων δεν αξίζουν ούτε δράμι εμπιστοσύνης. Απέναντι σε όλους τους, πρέπει να σηκωθεί το αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα -με σημαία την αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη!- και σε πλήρη ανεξαερτησία και αυτονομία απέναντι σε όλους τους «πόλους» του σύγχρονου πολυπολισμού, που παραμένει καπιταλιστικός και ιμπεριαλιστικός, ανταγωνιστικός κι επικίνδυνος για το μέλλον της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
https://rproject.gr/article/kyniki-diapragmateysi-ton-megalon-dynameon









Σχόλια (0)