Για μια ριζοσπαστική-ανατρεπτική γραμμή πίεσης στο εργατικό κίνημα
Έχουμε εισέλθει σε μία πολύ δύσκολη συγκυρία με μεγάλες προκλήσεις για το εργατικό κίνημα. Η φθορά της κυβέρνησης τόσο από τον σκληρό ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής της όσο και από τα σκάνδαλα σε συνδυασμό με την αδυναμία όλων των αντιπολιτεύσεων να δώσει πειστικές απαντήσεις στα κοινωνικά ζητήματα του μισθού, της ακρίβειας, της παιδείας, της υγείας κλπ, δημιουργεί το τέλειο υπόστρωμα μίας σοβαρής πολιτικής κρίσης. Σε αυτό προστίθεται η γενικευμένη στροφή στην πολεμική οικονομία που κατατρώει πολύτιμους πόρους από την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως καύσιμο για την όξυνση των πολεμικών ανταγωνισμών.
Χρήστος Σταυρακάκης
Σε αυτό το τοπίο έχουν υπάρξει πολλές εργατικές κινητοποιήσεις. Οι περισσότερες από αυτές μπορεί να μην είχαν κάποια εντυπωσιακή μαζικότητα, ωστόσο υπήρξαν κάποιες πρωτόγνωρες κινητοποιήσεις, όπως οι πολύ μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις για το έγκλημα των Τεμπών, οι πολύ μαζικές κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη ή οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών, που έδειξαν μεγάλη αντοχή και μαζικότητα και συγκέντρωσαν την αλληλεγγύη εργατικών στρωμάτων που απέτρεψαν την καλλιέργεια κοινωνικού αυτοματισμού.
Δυνατότητες αλλαγής συσχετισμών
Αυτή η κινηματική διαθεσιμότητα που εκφράζεται πολλές φορές κατατετμημένη αλλά τα τελευταία χρόνια είναι υπαρκτή έχει μία σημαντική συνέπεια . Ένα τμήμα του κόσμου που κινητοποιείται έχει στραφεί ξανά στα σωματεία και τα συνδικάτα, αναζητώντας μία από τα κάτω απάντηση απέναντι στις συνεχόμενες νεοφιλελεύθερες επιθέσεις της κυβέρνησης. Αναζητά απαντήσεις και τρόπους αγώνα για την ανατροπή μίας βάρβαρης πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται από την ακρίβεια, τον πληθωρισμό, την έλλειψη κοινωνικών υποδομών.
Αυτή η δυναμική έχει ενισχύσει κυρίως τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ μέσα στους εργατικούς χώρους. Έχουν ενισχυθεί και δυνάμεις της συνδικαλιστικής ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Φαίνεται να ενισχύονται περισσότερο οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ, ως ο μεγαλύτερος πόλος, καταφέρνει να παρουσιάζεται ως πιο αποτελεσματικός και με μεγαλύτερες δυνατότητες. Ως εκ τούτου εμφανίζεται πολλές φορές πιο «ελκυστικός».
Το αποτέλεσμα είναι ότι πλέον οι δυνάμεις και οι παρατάξεις που στηρίζει το ΚΚΕ στα συνδικάτα είναι πρώτη δύναμη σε πολλά από αυτά (συμπεριλαμβανομένων μεγάλων και κομβικών ομοσπονδιών, πχ ΔΟΕ, ΟΕΝΓΕ, ΟΣΥΑΠΕ). Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία χρόνια είναι και σταθερά πρώτη δύναμη μέσα στους φοιτητικούς συλλόγους. Πέρα όμως από τις πρωτιές στις αρχαιρεσίες συνδικάτων και εργατικών κέντρων, είχαμε και δύο πιο ουσιαστικές μετατοπίσεις τον τελευταίο χρόνο. Πρώτον, οι δυνάμεις του ΚΚΕ κατάφεραν να είναι πρώτη δύναμη στην ΑΔΕΔΥ, το τριτοβάθμιο όργανο των δημοσίων υπαλλήλων. Δεύτερον, αποφάσισαν στο τελευταίο συνέδριο του ΕΚΑ, του μεγαλύτερου εργατικού κέντρου της χώρας, να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογούσε ως πρώτη δύναμη, να αναλάβουν δηλαδή τη διοίκηση του εργατικού κέντρου. Αυτές οι εκλογικές πρωτιές παρουσιάστηκαν ως μεγάλες ανατροπές και αλλαγές συσχετισμών που θα ανοίξουν νέα σελίδα στο εργατικό κίνημα και ότι θα αναληφθούν πρωτοβουλίες στο κίνημα.
Είναι υποχρεωτικό να διαβάσει κανείς αυτές τις μετατοπίσεις ως στροφή ενός σημαντικού τμήματος εργαζομένων που είναι οργανωμένοι/ες σε συνδικάτα και σωματεία προς τα αριστερά, προς μία κατεύθυνση αναζήτησης εργατικής αντίστασης και απάντησης. Εάν οι δυνάμεις της πέραν του ΚΚΕ συνδικαλιστικής Αριστεράς έχουν πραγματική επιδίωξη την κλιμάκωση της εργατικής αντίστασης και το δυνάμωμα της παρέμβασης του εργατικού παράγοντα, δεν μπορούν να υποτιμήσουν αυτές τις εξελίξεις.
Αντικαπιταλιστική ρητορική και εργατική δράση «με μέτρο»
Δυστυχώς, η αντικαπιταλιστική και ριζοσπαστική ρητορική του ΚΚΕ και των στελεχών του στο εργατικό κίνημα δε μεταφράζεται σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες. Από τη μία δηλαδή έχουμε έναν μαχητικό και ριζοσπαστικό λόγο ο οποίος σωστά αναδεικνύει τα περισσότερα από τα κρίσιμα σημεία πάλης για το εργατικό κίνημα. Ιεραρχεί πολύ ψηλά την πάλη ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό, ιεραρχεί τα ζητήματα του μισθού, της σύνταξης, της ακρίβειας, των εργατικών δικαιωμάτων, της υγείας και της παιδείας. Αναδεικνύει δηλαδή σε πρόγραμμα πάλης με έναν τρόπο τα αιτήματα και της διεκδικήσεις των κινητοποιήσεων. Βέβαια, την ίδια στιγμή υποτιμάει τα ζητήματα άμεσων διεκδικήσεων για το εργατικό κίνημα , όπως η ανατροπή των ιδιωτικοποιήσεων αλλά και ζητήματα σεξισμού και έμφυλης καταπίεσης όπως και τα ζητήματα γύρω από την ένταση της δολοφονικής ρατσιστικής πολιτικής της κυβέρνησης, που λειτουργεί ως εμπροσθοφυλακή της γραμμής για την Ευρώπη-φρούριο.
Αυτή η πολιτική θα έπρεπε να συνοδεύεται με τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες μέσα στο εργατικό κίνημα που θα επιχειρούσαν να συσπειρώσουν το σύνολο των μαχόμενων εργατικών συνδικαλιστικών δυνάμεων σε μία κατεύθυνση κλιμάκωσης της εργατικής αντίστασης γύρω από ένα πρόγραμμα εργατικών – κοινωνικών διεκδικήσεων, με κεντρικό στοιχείο την πάλη ενάντια στον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό. Αντί αυτού επιλέγει μία γραμμή που στην πραγματικότητα είναι πολύ κατώτερη των αντικειμενικών δυνατοτήτων που έχουν αναδειχθεί όλη την προηγούμενη περίοδο αλλά είναι και αναντίστοιχη της επιρροής και της δύναμης που έχουν οι δυνάμεις του ΚΚΕ στα συνδικάτα.
Ίσως το πιο πρόσφατο και πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η φετινή Πρωτομαγιά, η οποία δεν αξιοποιήθηκε ώστε να εμφανιστεί στο δρόμο η κοινωνική δυσαρέσκεια και η εργατική διεκδικητικότητα. Τόσο στην ΑΔΕΔΥ όσο και στο ΕΚΑ δεν επιδίωξαν ουσιαστικά να οργανώσουν την απεργία της Πρωτομαγιάς, μαζί και με άλλες δυνάμεις σε μία μαχητική κατεύθυνση με αποτέλεσμα να αφήσει την υπόθεση στα χέρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, ενώ το ΠΑΜΕ έκανε τη δική του ξεχωριστή συγκέντρωση. Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς μπορεί να είναι πρώτη δύναμη στην ΑΔΕΔΥ και στο ΕΚΑ πανηγυρίζοντας μάλιστα για την αλλαγή συσχετισμών και να μην επιχειρεί να τα αξιοποιήσει για την απεργία της Πρωτομαγιάς.
Αυτό δε γίνεται «κατά λάθος» αλλά από πολιτική θέση και άποψη. Άλλωστε ένα κόμμα σαν το ΚΚΕ με τις εμπειρίες που έχει στο εργατικό κίνημα δε θα μπορούσε να κάνει τέτοια «λάθη». Είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι μία μόλις εβδομάδα πριν την Πρωτομαγιά, η κεντρική καμπάνια του ΚΚΕ και του Ριζοσπάστη αφορούσε μία μεγάλη συναυλία στο Σκοπευτήριο Καισαριανής αφιερωμένη στους 200 εκτελεσμένους από τους Ναζί την Πρωτομαγιά του 1944, εντελώς ξεκομμένη από τις αναγκαιότητες του εργατικού κινήματος σήμερα.
Αντίστοιχη προβληματική στάση επέδειξε στα αντιπολεμικά συλλαλητήρια της 28ης Μαρτίου, όπου επέλεξε να καλέσει ουσιαστικά ένα αντιπαραθετικό συλλαλητήριο την προηγούμενη μέρα, παρότι οι αντιπρόσωποί του είχαν υπερψηφίσει την πρόταση για τις 28 Μαρτίου στο Συνέδριο του ΕΚΑ. Πραγματικά, προκαλεί αλγεινή εντύπωση η επιλογή διαχωρισμού σε ένα τέτοιο συλλαλητήριο, τη στιγμή που οι ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις οξύνονται και η μόνη ικανή δύναμη να βάλει μπλόκο στην πολεμική μηχανή είναι το εργατικό κίνημα.
Την ίδια στιγμή, σε άλλους χώρους οι δυνάμεις του ΚΚΕ δε λειτουργούν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Δε λειτούργησαν με τον ίδιο τρόπο στις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις του προηγούμενου χρόνου στα λιμάνια του Πειραιά και της Ελευσίνας, βάζοντας μπροστά τα εργατικά κέντρα και τα σωματεία καλώντας ενωτικές κινητοποιήσεις, συσπειρώνοντας ένα ευρύτερο δυναμικό.
Ένα ακόμα παράδειγμα είναι οι μαζικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στους ΟΤΑ στα τέλη του προηγούμενου μήνα, όπου χιλιάδες εργαζόμενοι κινητοποιήθηκαν πανελλαδικά, με τον πιο μαζικό τρόπο των τελευταίων χρόνων, διεκδικώντας τη μονιμοποίησή τους. Σε αυτές τις πρόσφατες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων των ΟΤΑ αναγκάστηκαν από την πρωτοφανή μαζικότητα να συμμετέχουν μαζί με όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις στην κινητοποίηση, μπροστά σε έναν υπαρκτό κίνδυνο απομόνωσης από την πλειοψηφία των εργαζομένων που συμμετείχαν αλλά και από την πίεση δυνάμεων της συνδικαλιστικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Από τα πιο προβληματικά στοιχεία της στάσης των δυνάμεων του ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια είναι το ζήτημα της πάλης κατά των ιδιωτικοποιήσεων. Με αφορμή το έγκλημα στα Τέμπη, άνοιξε ξανά η συζήτηση μέσα στο εργατικό κίνημα για την ανατροπή των ιδιωτικοποιήσεων και την επαναφορά στο δημόσιο των σιδηροδρόμων με εργατικό έλεγχο. Απέναντι σε αυτό το δίκαιο αίτημα, το ΚΚΕ εξαπέλυσε μία σκληρή επίθεση ως ενσωματώσιμο και διαχειρίσιμο, επιμένοντας ότι στον καπιταλισμό όλα δουλεύουν για το κέρδος, είτε ιδιωτικά είτε δημόσια. Στην ουσία με αυτή τη στάση υπονομεύτηκε η δυνατότητα διεκδίκησης δημόσιων σιδηροδρόμων από το κίνημα, καλλιεργώντας μία στάση απάθειας.
Στη μάχη των εκπαιδευτικών ενάντια στην αξιολόγηση, μία μάχη η οποία κρατάει για μεγάλο χρονικό διάστημα και το εκπαιδευτικό κίνημα έχει πετύχει νίκες απέναντι στην αυταρχική κυβερνητική πολιτική, οι δυνάμεις του ΚΚΕ έχουν επιλέξει να μην έχουν κανένα πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση του αγώνα, υπονομεύοντας στην πραγματικότητα τις δυνατότητες του κινήματος. Όλο το βάρος έχει σηκωθεί από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στους εκπαιδευτικούς απέναντι σε μία ολομέτωπη επίθεση της κυβέρνησης.
Η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη
Το πρόβλημα με αυτές τις επιλογές δεν είναι ότι οι δυνάμεις του ΚΚΕ κάνουν γενικά έναν κάποιο κομματικό συνδικαλισμό. Το πρόβλημα είναι ότι στερεί δυνατότητες μαζικοποίησης ενός διεκδικητικού και μαχητικού εργατικού κινήματος. Όσο και αν καυχιούνται στελέχη του ΚΚΕ μέσα στους εργατικούς χώρους ότι οι δικές τους δυνάμεις είναι οι πιο μαζικές την ίδια στιγμή δεν είναι οι μοναδικές δυνάμεις με αγωνιστική κατεύθυνση και περιεχόμενο. Ακόμα πιο σημαντικά, οι εργαζόμενοι/ες που συμμετέχουν στις μεγάλες κινητοποιήσεις και απεργίες δεν μπορούν όλοι/ες να ταυτιστούν με τον έναν ή τον άλλο χώρο στο εργατικό κίνημα. Αντίθετα η ζωντανή εμπειρία των εργατικών αγώνων μας έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι η μέγιστη συσπείρωση και ενιαιομετωπική δράση των διαφορετικών ρευμάτων μέσα στο εργατικό -συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να ξεκλειδώσει δυναμικές.
Όσο συμπαγές και εάν προσπαθεί να εμφανιστεί μέσα στους χώρους, η πραγματικότητα είναι διαφορετική για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, ο κόσμος που έχει στηρίξει εκλογικά ή/και σε κινητοποιήσεις τις παρατάξεις του ΚΚΕ στους χώρους δουλειάς δε σημαίνει ότι ταυτίζεται με τις θέσεις του και τις πρακτικές του. Σίγουρα δεν έχει καταφέρει να χτίσει μία τέτοια σχέση με αυτόν τον κόσμο που αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα συνδικαλισμένων εργαζομένων με αγωνιστικές διαθέσεις. Δεύτερον, οι κοινωνικές πιέσεις που θα υπάρξουν το επόμενο διάστημα καθώς ξετυλίγεται μία διαφαινόμενη σοβαρή πολιτική κρίση και η απαίτηση για μία αναβαθμισμένη εργατική παρέμβαση στη συγκυρία είναι απίθανο να αφήσουν τις δυνάμεις του ΚΚΕ στο εργατικό κίνημα αλλά και ευρύτερα ανεπηρέαστες.
Από αυτή την άποψη οι δυνάμεις και τα σχήματα της ριζοσπαστικής – αντικαπιταλιστικής Αριστεράς μέσα στο εργατικό κίνημα το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να υιοθετήσουν μία γραμμή που θα μπορεί να επικοινωνεί και να δημιουργεί πιέσεις. Μία γραμμή γενικόλογης και μόνιμης καταγγελίας, με απολήξεις διαχωρισμού και δημιουργία απόγνωσης στον κόσμο που ψάχνεται πώς να αντιδράσει, είναι αδιέξοδη. Το ίδιο ισχύει και για μία γραμμή που καταγγέλλει για κομματικό συνδικαλισμό. Με αυτά τα εργαλεία και αυτή την επιχειρηματολογία δεν μπορεί να δημιουργηθεί καμία πίεση ούτε μπορεί να υπάρχει «δίαυλος επικοινωνίας» με ένα ευρύτερο στρώμα εργαζομένων που οργανώνεται στο χώρο δουλειάς του, στο σωματείο του ως πρώτο και απαραίτητο βήμα για την οργάνωση της συλλογικής άμυνας απέναντι στις επιθέσεις κυβέρνησης και αφεντικών. Από την άλλη δε θα είναι βοηθητική ούτε μία κατεύθυνση που θα αγνοεί την προβληματική και αντιφατική στάση των δυνάμεων του ΚΚΕ, με τον κίνδυνο του ακολουθητισμού.
Αντίθετα, χρειαζόμαστε μία γραμμή και έναν προσανατολισμό που θα κάνει κριτική, θα αναδεικνύει τις αντιφάσεις και θα επιχειρεί να πιέζει για ανάληψη πρωτοβουλιών που θα συσπειρώνουν ευρύτερες δυνάμεις στο εργατικό κίνημα. Υπάρχει ανάγκη για τέτοιες πρωτοβουλίες που θα συσπειρώνουν και θα συντονίζουν δυνάμεις στο εργατικό κίνημα για τη διεκδίκηση αυξήσεων στους μισθούς και τις συντάξεις, για μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας, για να φορολογηθεί ο πλούτος και οι πόροι να κατευθυνθούν στην εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών και όχι για την πολεμική μηχανή, για να ανατραπούν οι ιδιωτικοποιήσεις και να υπερασπιστούμε τα κοινά αγαθά. Αυτά τα αιτήματα δεν είναι αόριστα. Είναι το σημείο που μπορούν να ενωθούν οι επιμέρους κινητοποιήσεις διαφορετικών εργατικών χώρων -και στον ιδιωτικό τομέα και στο δημόσιο- σε ένα μεγάλο ποτάμι εργατικής αντίστασης, με πρόγραμμα τα αιτήματα του κόσμου.
Μία τέτοια κατεύθυνση είναι αναγκαία και είναι εφικτό να επιχειρηθεί από τα σχήματα που παρεμβαίνει η ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά μέσα στο εργατικό κίνημα. Για να εξυπηρετηθεί καλύτερα αυτή η κατεύθυνση, οι συνδικαλιστικές δυνάμεις αυτού του χώρου θα ήταν χρήσιμο να κινηθούν ενωτικά, με διάθεση συνεννόησης και συνύπαρξης, στην κατεύθυνση δημιουργίας ενωτικών σχημάτων της συνδικαλιστικής ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, που θα μπορούσαν να κάνουν και την πίεση στο ΠΑΜΕ πιο αποτελεσματική.
https://rproject.gr/article/kke-kai-ergatiko-kinima-neoi-syshetismoi-palia-adiexoda









Σχόλια (0)