Αχαλίνωτη συντηρητική μετατόπιση, που πρέπει να απαντηθεί από τα αριστερά
Η πολυαναμενόμενη «επιστροφή» του Αλέξη Τσίπρα, η ίδρυση του κόμματός του, πήρε σάρκα και οστά με την εκδήλωση-φιέστα στο Θησείο.
Η συζήτηση που ακολούθησε σχετικά με την επιλογή του ονόματος ΕΛΑΣ είναι περιορισμένου χρόνου. Ας μην ανησυχούν οι Γεωργιάδης, Πλεύρης και Βορίδης: ο Τσίπρας δεν απειλεί το Μαξίμου με εφόδους μαυροσκούφηδων, ούτε προτίθεται να ακολουθήσει, στο παραμικρό, τα χνάρια του Άρη Βελουχιώτη. Ο «προσανατολισμός στο Κέντρο» που ο Τσίπρας δεν κρύβει στις επιλογές του, και οι αχαλίνωτες «διευρύνσεις» για τις οποίες προειδοποιεί το «Σ» της Συμπαράταξης (ούτε «Κόμμα», ούτε «Κίνημα»), ήθελαν ένα ευρύ και ευπώλητο όνομα και έτσι οι opinion makers διάλεξαν εκείνο της μαμάς-Ελλάδας.
Ούτε το «Α» της Αριστεράς που, ως «έκπληξη», μπήκε στον τίτλο, έχει κάποια σοβαρή σημασία. Γιατί όλα τα υποχρεωτικά συνοδευτικά στοιχεία και κριτήρια αυτού του ιστορικού «Α» απουσιάζουν από την ΕΛΑΣ. Στο Θησείο, ο Τσίπρας σηματοδότησε την τελική έξοδό του από την Αριστερά και τον οριστικό προσανατολισμό του στο Κέντρο, και μάλιστα σε μια εποχή εκφυλισμού αυτού του πολιτικού «χώρου» μέσα από τη σύγκλισή του με το νεοφιλελευθερισμό, σε αυτό που διεθνώς ονομάζεται πλέον «ακραίο Κέντρο». Με αυτήν την έννοια και η προσπάθεια μίμησης του Ανδρέα Παπανδρέου είναι επίσης αποπροσανατολιστική. Ο σημερινός Τσίπρας πολιτικά βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον Εμανουέλ Μακρόν, παρά στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ.
Αυτοί οι ισχυρισμοί επιβεβαιώνονται σε όλα τα σημαντικά χαρακτηριστικά της ΕΛΑΣ, όπως παρουσιάστηκαν στο Θησείο, αλλά και στο «Μανιφέστο» που προηγήθηκε.
Ο Τσίπρας φτιάχνει ένα κόμμα απολύτως αποιδεολογικοποιημένο. Η λέξη «σοσιαλισμός» και όλα τα παράγωγά της, απουσιάζουν παντελώς. Ακόμα και ο Λεωνίδας Κύρκος, στην αλήστου μνήμης ίδρυση της ΕΑΡ (που είχε τότε προκαλέσει τη διάσπαση του ΚΚΕ Εσωτερικού σχετικά με τη σημασία του «Κ» -του «Κ» ως Κομμουνισμός και του «Κ» ως Κόμμα) είχε φροντίσει να συμπεριλάβει τη «δέσμευση» στη σοσιαλιστική προοπτική, έστω κι αν την υποβάθμιζε, απωθώντας την σε ένα απώτερο «ιστορικό» μέλλον. Ο Τσίπρας σήμερα δεν ασχολείται με τέτοια «παλιομοδίτικα κολλήματα». Η μοναδική φρέσκια ιδέα που παρουσιάζει είναι αυτή της «πατριωτικής στροφής» μαζί με μια μπόλικη δόση αναφορών στην «κυριαρχία» (είτε στις θάλασσες, είτε στις… Νέες Τεχνολογίες), που σε συνδυασμό με την επιλογή του ονόματος ΕΛΑΣ προειδοποιούν για τον εκλογικίστικο προσανατολισμό στο «πανεθνικό» ακροατήριο των νοικοκυραίων.
Ο Τσίπρας φτιάχνει ένα κόμμα όπου η πολιτική γραμμή είναι απολύτως προσαρμοσμένη στις συνήθειες και στα ήθη της νέας εποχής. Στο Θησείο (θεωρεί ότι) παρουσίασε πολιτική γραμμή, με την αναφορά σε 7 κατηγορίες θεμάτων που, πράγματι, είναι σημαντικά για την κοινωνική πλειοψηφία των εργαζομένων ανθρώπων. Κανείς, ούτε πχ. ο Πιερρακάκης ή ο Στουρνάρας, δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει ότι αυτά τα 7 είναι κάποια από τα σημαντικά ζητήματα της συγκυρίας. Όμως δεν είπε κουβέντα για το με ποιον τρόπο, μαζί με ποιους, ενάντια σε ποιους, σκοπεύει να «λύσει» αυτά τα ζητήματα. Η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού (και σύνταξης), η δραστική μείωση του ΦΠΑ και ο δημόσιος έλεγχος στις τιμές, η διεκδίκηση της επαναφοράς της ΔΕΗ και των σιδηροδρόμων στο δημόσιο έλεγχο, η φορολόγηση του κεφαλαίου και του συσσωρευμένου πλούτου κ.ο.κ. θεωρούνται, βλέπετε, αιτήματα πολύ δεσμευτικά για τους νέους «μάγους» της ΕΛΑΣ. Έτσι η «πολιτική» που απομένει είναι ο απόλυτος εκλογοκεντρισμός.
Ο Τσίπρας φτιάχνει ένα κόμμα-μη κόμμα, που αποτελεί το άκρον άωτο του αρχηγοκεντρισμού. Αλήθεια, ποιο συλλογικό σώμα ενέκρινε το πρόγραμμα που παρουσιάστηκε στο Θησείο; Ποιο μάχιμο σώμα αναλαμβάνει την πάλη για την υλοποίησή του; Πίσω από τα λόγια τα μεγάλα περί «άμεσης δημοκρατίας» και «κόμματος των μελών» ξανασερβίρονται ενισχυμένες οι «αδιαμεσολάβητες» οργανωτικές αρχές της εποχής Κασσελάκη, που πάντως είχε την αφέλεια να ομολογεί ότι ο στόχος του ήταν η δημιουργία των εν Ελλάδι Democrats. Ο τρόπος που ο Τσίπρας (μετα)χειρίζεται τους παλιούς συνοδοιπόρους του, είναι κυριολεκτικά αποκρουστικός, αλλά και προειδοποίηση για το μέλλον: από το σύνολο του κομματικού και κυβερνητικού στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ 2015-19, στην εποχή του Θησείου επιβιώνουν δίπλα στον Τσίπρα οι λίγοι ακραιφνώς νεομνημονιακοί και οι καιροσκόποι παντώς καιρού. Οι υπόλοιποι, οφείλουν να προσέλθουν κατ’ άτομο, να φιλήσουν την ποδιά του Αρχηγού και, αν λάβουν την έγκριση, να προχωρήσουν στο ιερατείο της ΕΛΑΣ.
Με αυτά και άλλα, η εποχή του «προγράμματος Θεσσαλονίκης» φαντάζει άγριος αριστερισμός μπροστά σε αυτά που φάνηκαν στο Θησείο. Ξεκινώντας από τόσο κατώτερη αφετηρία, η επόμενη «κωλοτούμπα» μπορεί να είναι πιο δραματική από τις ανάλογες του 2015, του τρίτου μνημονίου, της συμφωνίας με τους δανειστές του 2018, των «διευρύνσεων» με τους Αντώναρους και Σπηλιωτόπουλους του 2019-23, και του τελικού φιάσκου με τον Κασσελάκη…
Ο κίνδυνος που προκύπτει αφορά στο πώς αυτή η ολοφάνερα συντηρητική μετατόπιση εντάσσεται μέσα στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία.
Γιατί, πράγματι, η κυβέρνηση Μητσοτάκη βυθίζεται σε κρίση και πράγματι η στρατηγική αυτοδυναμίας της ΝΔ μοιάζει πολιτικά νεκρή. Την ίδια στιγμή, μέσα στην επιδείνωση των διεθνών οικονομικών και γεωπολιτικών συνθηκών, οι έλληνες καπιταλιστές θα χρειαστούν «ισχυρή κυβέρνηση» μετά τις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές γίνουν. Ισχυρές καθεστωτικές δυνάμεις εργάζονται συστηματικά για να επιβάλουν στο πολιτικό και μιντιακό δυναμικό την πειθαρχία στην κατεύθυνση ότι η εναλλακτική στον Μητσοτάκη είναι θεμιτό να αναζητείται, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα έχει σοβαρό κοινωνικό-οικονομικό περιεχόμενο. Ότι, δηλαδή, δεν θα τεθεί σε αμφισβήτηση και αστάθεια η βασική γραμμή πλεύσης της κυρίαρχης τάξης μετά τη συμφωνία του 2018 με τους δανειστές, όταν χαλάρωσαν τα μνημονιακά δεσμά που αφορούσαν τις «ελευθερίες» του κεφαλαίου, αλλά και μονιμοποιήθηκαν τα μνημονιακά έκτακτα περιοριστικά μέτρα που αφορούσαν τους εργαζόμενους και τις λαϊκές μάζες.
Την πίεση αυτή έχει αποδεχθεί η ηγεσία Ανδρουλάκη στο ΠΑΣΟΚ, και αυτός ο παράγοντας εξηγεί γιατί «δεν ξεκολάει η βελόνα» της εκλογικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ, παρά την φανερή κρίση του Μητσοτάκη και τις διαδοχικές «ευκαιρίες» για την ανατροπή του. Η εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Τσίπρα, αναδιατάσσει αλλά και ενισχύει την προσαρμογή μέσα σε αυτό το καθεστωτικό πλαίσιο. Είναι η «πολιτική της δεύτερης θέσης», του εκλογικού ανταγωνισμού χωρίς επιδίωξη κυβερνητικής ανατροπής με μεθόδους που περιλαμβάνουν το «πεζοδρόμιο», δηλαδή βάζοντας στο στόχαστρο την πάγια οικονομική και κοινωνική κυβερνητική πολιτική και όχι μόνο τον Μητσοτάκη.
Ταυτόχρονα είναι φανερό ότι το πολιτικό σκηνικό γίνεται εξαιρετικά ευμετάβλητο. Οι επόμενες εκλογές θα είναι «τομή» και θα προκαλέσουν αναδιατάξεις. Σε έναν ή διαδοχικούς γύρους, θα πρέπει να αναδείξουν κυβέρνηση και μάλιστα «κυβέρνηση πυγμής». Οι κυβερνητικές συμμαχίες για τις οποίες κανένας δεν είναι έτοιμος ή -και περισσότερο- η πολιτική μακράς «ανοχής» απέναντι σε κυβερνητικά σχήματα «ειδικού σκοπού» θα βάλουν σε υπαρξιακές δοκιμασίες κόμματα και ηγετικές ομάδες. Στο ΠΑΣΟΚ, παρά την πρόσφατη συνεδριακή απόφαση, ο «κύκλος» Διαμαντοπούλου κ.ά. επαναφέρει εμμέσως αλλά σαφώς την πρόταση συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, «αν οι συνθήκες το καταστήσουν αναγκαίο». Σχετικά με την ΕΛΑΣ, η προειδοποίηση του Γ. Σακελλαρίδη ότι «σύντομα θα δούμε το δεξιό φλας του Αλ. Τσίπρα» είναι και σωστή και φρόνιμη.
Σε αυτές τις συνθήκες όλες και όλοι θα πρέπει να μεγεθύνουμε τις προσπάθειες για τη μετατροπή της πολιτικής αστάθειας σε συγκεκριμένες κατακτήσεις για τον κόσμο μας, εδώ και τώρα. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο ταχύτερος και ασφαλέστερος δρόμος για να ξεφορτωθούμε τον Μητσοτάκη.
Σε πιο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, θα πρέπει επίσης να μεγεθύνουμε τις προσπάθειες για να μη βιώσει ο κόσμος μας μια νέα πολιτική ήττα, είτε μπροστά σε μια κυβέρνηση παρά φύση πολιτικής συμμαχίας, είτε μπροστά σε ευρύτερα κυβερνητικά σχήματα «ειδικού σκοπού», που θα συνεχίζουν την ταξική επιθετικότητα της πολιτικής Μητσοτάκη, με λιγότερα ή περισσότερα δημαγωγικά φτιασίδια.
Αυτές οι κατευθύνσεις επιβάλλουν να παρουσιαστεί πολιτική εναλλακτική στην κατεύθυνση που παρουσίασε ο Τσίπρας στο Θησείο, από τα αριστερά και από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και λαϊκών μαζών.
Αριστερή εναλλακτική;
Το παρόν άρθρο δεν θα καταπιαστεί με την πολιτική του ΚΚΕ, που παραμένει μια δύναμη καθοριστικής μαζικότητας και οργανωτικότητας. Δεν πρόκειται τόσο για δική μας επιλογή, όσο για επιλογή του ΚΚΕ που αποφεύγει τις ευρύτερες ευθύνες που του αναλογούν, είτε στο κινηματικό πεδίο (πχ. τρέχοντα εργατικά, Παλαιστίνη κ.ά.), είτε στο πολιτικό πεδίο.
Στον πέρα του ΚΚΕ χώρο της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα αντιφατική. Σχεδόν παντού υπάρχουν δυνάμεις που επιδιώκουν ευρύτερες πρωτοβουλίες με στόχο να ξεπεραστεί η σημερινή στασιμότητα, επίσης σχεδόν παντού υπάρχουν δυνάμεις ή προβλήματα που επιβάλουν να συνεχίζεται το βήμα σημειωτόν.
Στη Νέα Αριστερά, η ΕΛΑΣ του Τσίπρα θα προκαλέσει ένα προαναγγελθέν ξεκαθάρισμα. Σημαντικό τμήμα των στελεχών και των μελών της δηλώνει ότι δεν προτίθεται να ακολουθήσει στο δρόμο του κεντρώου νεοσυντηρητισμού και αυτό πρέπει να πιστώνεται θετικά. Ταυτόχρονα είναι ορατή μια θετική στροφή στη θεματολογία κινηματικής δράσης (εργατικά, Παλαιστίνη, πόλεμος-εξοπλισμοί κ.ά.). Όμως αυτά τα θετικά βήματα δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθούν στο πολιτικό πεδίο, αν δεν «προχωρήσει» μια αυθεντικά ριζοσπαστική αυτοκριτική σχετικά με την περίοδο 2015-19 και δεν σταθεροποιηθούν κάποια βαθύτερα πολιτικά συμπεράσματα σχετικά με την ΕΕ, ειδικά στην εποχή του Rearm και της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας» του ευρωιμπεριαλισμού. Δεν ζητάει κανείς προσωπικούς «λογαριασμούς». Όμως η συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας, προκύπτει άμεσα από τις (μακρές) δεσμεύσεις της συμφωνίας του 2018. Η ανατροπή αυτής της κατάστασης προϋποθέτει, κατά συνέπεια, τόσο τη ρήξη με τις διεθνείς δυνάμεις που επέβαλαν τη μονιμοποίηση της μνημονιακής λιτότητας, όσο και την αναγνώριση της ευθύνης για την υπογραφή αυτής της ψευδεπίγραφης «εξόδου από τα μνημόνια».
Στο ΜΕΡΑ25, και γύρω του, έχουν συγκεντρωθεί αγωνίστριες και αγωνιστές που κανένας δεν πρέπει να υποτιμήσει. Επίσης δεν πρέπει να υποτιμηθεί η εκτίμηση ότι το τμήμα του κόσμου που προτίθεται να το ψηφίσει καταλήγει σε αυτήν την επιλογή μέσα από αυθεντικά κριτήρια αριστερού ριζοσπαστισμού. Όμως η αρχηγοκεντρική λειτουργία του, όπως επιβεβαιώθηκε και σε πρόσφατες «φιλικές» προς το ΜΕΡΑ25 διεργασίες, πρέπει να αναγνωριστεί ως πρόβλημα. Που μπορεί στο εσωτερικό του ΜΕΡΑ25 να θεωρείται διαχειρίσιμο, αλλά δεν είναι διαχειρίσιμο στα πλαίσια οποιασδήποτε «μετωπικής» πρωτοβουλίας, που οφείλει να είναι κατά το δυνατόν συλλογική και δημοκρατική στη λειτουργία, για να είναι συμμετοχική στην εξωστρεφή παρέμβαση. Ταυτόχρονα, τα κρίσιμα πολιτικά προβλήματα, όπως ο χαρακτήρας της ΕΕ και η γραμμή απέναντί της, δεν μπορούν να ξεπερνιούνται τεχνητά στη βάση συγκυριακών και εφήμερων εκτιμήσεων.
Το ανάλογο ισχύει για κεντρικές επιλογές σε σχέση με την εσωτερική πολιτική συγκυρία: το να αναδειχθεί η «επανάκτηση» σε κεντρικό πολιτικό σύνθημα μιας τόσο σύνθετης περιόδου, μάλλον θα προϋπέθετε μια πιο απαιτητική δοκιμασία -στη συζήτηση και στην πράξη…- από τη μιντιακή υπεροχή που επέτρεψε την αιφνίδια δημόσια προβολή του.
Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η πρόσφατη Συνδιάσκεψη επιβεβαίωσε τη συσπείρωση ενός πολύτιμου κινηματικού δυναμικού, αν και σε αριθμούς μικρότερους προηγούμενων ανάλογων διεργασιών. Επιβεβαίωσε όμως και την ένταση των διαφωνιών ανάμεσα σε βασικούς «πυλώνες» της, όπως και την αδυναμία λειτουργίας των οργανώσεων βάσης αυτής της συμμαχίας. Λίγες μέρες μετά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορούσε να έχει κοινή παρέμβαση στις φοιτητικές εκλογές.
Η ΔΕΑ συμμετέχει στην Πρωτοβουλία των 6 οργανώσεων της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (Αναμέτρηση, ΑΠΟ, ΔΕΑ, ΚΕΜΑ, Μετάβαση, Ξεκίνημα). Παρόλο που, ένα περίπου χρόνο μετά τη συγκρότησή της, θα θέλαμε να έχουμε πετύχει περισσότερα πράγματα, παραμένει σταθερή η απόφασή μας για ενίσχυση αυτού του «πόλου», που προσπαθεί να ξεφύγει από το δίδυμο πρόβλημα της σεχταριστικής αυτοαναφορικότητας και του πολιτικού καιροσκοπισμού.
Όμως, συνολικά, αυτή η εικόνα δεν είναι ικανοποιητική.
Χρειάζονται πρωτοβουλίες, με σχέδιο και σοβαρότητα, κλιμάκωσης της κοινής δράσης. Μαζί και με άλλες δυνάμεις αυτό φαίνεται εφικτό π.χ. στην αντιπολεμική δράση. Είναι ένα θετικό βήμα που απαιτεί γενίκευση.
Ταυτόχρονα χρειάζονται πρωτοβουλίες κλιμάκωσης της κοινής πολιτικής συζήτησης πάνω στα μεγάλα ζητήματα της εποχής. Τα Φεστιβάλ που οργανώνονται θα μπορούσαν να είναι σημείο αφετηρίας. Όμως και εδώ θα χρειαστεί σχέδιο, σοβαρότητα και δέσμευση δυνάμεων.
Στο μυαλό πολλών αγωνιστριών και αγωνιστών «ζυγίζει» η αντιμετώπιση της επερχόμενης εκλογικής μάχης. Υπό τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις, γιατί μόνο έτσι χτίζονται οι απαραίτητοι δεσμοί πολιτικής εμπιστοσύνης, θα έπρεπε ίσως να θυμηθούμε ότι η εκλογική τακτική είναι, και ήταν πάντα, στην Αριστερά μια τακτική και όχι στρατηγική δέσμευση. Και αυτό αφήνει ανοιχτές πιθανότητες λύσεων που, υπό προϋποθέσεις, θα έπρεπε να διερευνηθούν.
Με στόχο να δώσουμε στον κόσμο μας μια ορατή και υπολογίσιμη εναλλακτική απέναντι στο αποπροσανατολιστικό «σάλπισμα» που ακούστηκε από το Θησείο και θα ενταθεί, με παραλλαγές, στους μήνες που έρχονται.
–https://rproject.gr/article/i-elas-toy-alexi-tsipra









Σχόλια (0)