Μια προεκλογική περίοδος, πράγµατι, πολιτικά κρίσιµη
Παρότι η ηµεροµηνία των εκλογών δεν έχει καθοριστεί επισήµως, παρότι είναι σαφές ότι ο Μητσοτάκης «παίζει» µε τον καθορισµό της, µε απόλυτο κριτήριο το συµφέρον της ΝΔ και ιδιαίτερα τις σκοπιµότητες της αναπαραγωγής του δικού του ηγετικού ρόλου, έχουµε για τα καλά µπει σε προεκλογικό καλπασµό. Είτε το φθινόπωρο του ’26, λίγο µετά την ΔΕΘ, είτε στους πρώτους µήνες του ’27, µε απώτατο όριο την άνοιξη, η επόµενη εκλογική αναµέτρηση θα είναι µια «τοµή» που θα ξαναχαράξει το συσχετισµό πολιτικής δύναµης.
Μαρία Μπόλαρη
Η προοπτική αυτή πιέζει, για την ώρα, κυρίως τις δυνάµεις της αντιπολίτευσης να βιαστούν, να πάρουν θέση και να διεκδικήσουν τα «µερίδια» που (πιστεύουν ότι) τους αναλογούν στην εκλογική/πολιτική πίτα. Η εµφάνιση του κόµµατος Τσίπρα στο Θησείο, η εµφάνιση του κόµµατος Καρυστιανού και η προαναγγελία ως δεδοµένης της εµφάνισης του κόµµατος Σαµαρά, είναι οι πιο φανερές αλλαγές στο χώρο αυτών που εκλογικά θα σταθούν απέναντι στον Μητσοτάκη.
Όλες οι δηµοσκοπήσεις συγκλίνουν στην εκτίµηση ότι παρότι η «στρατηγική της αυτοδυναµίας» είναι πολιτικά νεκρή, η ΝΔ υπό την ηγεσία Μητσοτάκη θα παραµείνει στη θέση του πρώτου κόµµατος. Αυτή η πρόβλεψη, σε συνδυασµό µε τον κατακερµατισµό της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, θα επέτρεπαν στην ηγετική κλίκα του Μαξίµου την αυτοπεποίθηση ότι θα µπορέσει να «ξαναγυρίσει το παιχνίδι», να οδηγήσει ξανά τις εξελίξεις στην προοπτική µιας µονοκοµµατικής αυτοδύναµης κυβέρνησης της Δεξιάς.
Όµως αυτό δεν συµβαίνει. Είναι φανερό ότι ο Μητσοτάκης φοβάται. Και δικαίως. Γιατί στα χρόνια της διακυβέρνησής του, η άπληστη ταξική επιθετικότητα απέναντι στα συµφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας, έχει υποσκάψει καίρια και βαθιά όχι µόνο την εκλογική επιρροή της ΝΔ, αλλά και την πιθανότητα ανοχής περαιτέρω και επί µακρόν της πολιτικής Μητσοτάκη χωρίς, τουλάχιστον, σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές «εκρήξεις». Αυτός ο φόβος φαίνεται πλέον καθαρά και στις σελίδες του συστηµικού Τύπου, ακόµα και του Τύπου της Δεξιάς.
Κέρδη
Στα χρόνια του Μητσοτάκη, από το 2020 ως το 2025, η κερδοφορία των µεγάλων επιχειρήσεων αυξήθηκε συνολικά κατά 300%! Τα (δηλωθέντα) καθαρά κέρδη των εισηγµένων στο χρηµατιστήριο εταιρειών, από τα 4 δισ. ευρώ το 2020, εκτινάχθηκαν στα 12,1 δισ. ευρώ το 2025. Και στο πρώτο τρίµηνο του 2026, παρά τις επικλήσεις των «δυσκολιών» λόγω του πολέµου στο Ιράν, τα κέρδη των εισηγµένων στο Χ.Α. καταγράφουν αύξηση κατά περίπου 40% (!) σε σύγκριση µε το ρεκόρ κερδοφορίας στο αντίστοιχο πρώτο τρίµηνο του 2025.
Το «αφήγηµα» του Μητσοτάκη λέει ότι αυτή η προκλητική αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων, τελικά, «διαχύθηκε» και προς την κοινωνία, µέσω των αυξήσεων στον κατώτατο µισθό. Πρόκειται για καθαρό ψέµα. Γιατί πέρα από τα ερωτηµατικά για το αν και κατά πόσο οι αυξήσεις στον κατώτατο µισθό έφτασαν πραγµατικά στην πράξη, οι µεγάλες επιχειρήσεις επωφελούµενες από τις µνηµονιακές διατάξεις που «ελαστικοποίησαν» όλες τις ρυθµίσεις ωρίµανσης των µισθών, έχουν ωθήσει ένα µεγάλο τµήµα της εργατικής τάξης προς τα όρια του κατώτατου µισθού, κρατώντας τελικά το µέσο πραγµατικό µισθό των εργαζοµένων στην Ελλάδα «παγωµένο», πολύ κοντά στα επίπεδα του… 2019. Έτσι, ακόµα και στον καθεστωτικό Τύπο θα βρει πλέον κανείς διαπιστώσεις όπως: «οι αυξήσεις του κατώτατου µισθού ουδόλως επηρέασαν το κόστος των επιχειρήσεων».
Αντίθετα, η διαρκής µείωση της φορολόγησης των κερδών (που έχει πέσει στο µέσο 22%…) και της µείωσης των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, είχε χειροπιαστά αποτελέσµατα για τους ιδιοκτήτες και τους µετόχους των Α.Ε. Και ο Μητσοτάκης δεν κρύβει ότι αυτή η πολιτική θα συνεχιστεί αδυσώπητα: η πρώτη «παροχή» που προκρίνεται, λέει, ενόψει των εξαγγελιών στη ΔΕΘ, είναι η µείωση των εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών κατά µια ακόµα εκατοστιαία µονάδα. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, θα είναι µεγάλη πρόκληση, ειδικά τη στιγµή που στο υπουργείο Εργασίας κατατίθενται σχέδια για µια επείγουσα και δραστική ασφαλιστική αντιµεταρρύθµιση (µέσα στο 2027; στο 2028;) µε την επίκληση της διαπίστωσης ότι τα Ταµεία έχουν «στεγνώσει» από πόρους.
Όµως έτσι διατηρούνται οι ευτυχισµένοι καιροί που ζει «ο κόσµος του επιχειρείν». Στο τέλος του 2025, οι εισηγµένες στο Χ.Α. µοίρασαν στους µετόχους τους µερίσµατα ύψους 6,1 δισ. ευρώ, αυξηµένα κατά 40% (!) σε σύγκριση µε τα µερίσµατα-ρεκόρ του 2024. Και υπενθυµίζεται ότι η φορολόγηση στα µερίσµατα είναι µόνο 5%, δηλαδή υποπολλαπλάσια από τη φορολόγηση του µισθού ενός εργάτη στα βαρέα και ανθυγιεινά και υποπολλαπλάσια από τον ΦΠΑ που επιβάλλεται στα τρόφιµα και όλα τα είδη µαζικής και υποχρεωτικής λαϊκής κατανάλωσης.
Οι εργατικές και λαϊκές εµπειρίες από αυτήν την πολιτική που αυξάνει µε εκρηκτικό ρυθµό τις κοινωνικές ανισότητες, έχουν συσσωρευτεί µέσα στο µακρό χρόνο της κυβερνητικής 7ετίας. Ο Μητσοτάκης δεν µπορεί άλλο να κρυφτεί. Και αυτό γίνεται µια επικίνδυνη πολιτική συνθήκη. Που µπορεί να εκφραστεί, είτε µε µια επικίνδυνη κλιµάκωση της εργατικής και λαϊκής διεκδικητικότητας µέσα στις «ευαίσθητες» προεκλογικές συνθήκες, είτε µε µια µαζική απόσυρση των αυταπατών και επιτάχυνση της αποδυνάµωσης της εκλογικής επιρροής της ΝΔ. Η διαµόρφωση ενός κλίµατος «να πέσει ο Μητσοτάκης» ως προϋπόθεση για κάθε βήµα βελτίωσης, µπορεί να αποδειχθεί µεγάλος κίνδυνος για τον επικεφαλής της νεοφιλελεύθερης πτέρυγας της εν Ελλάδι Δεξιάς.
Εθνικά και εξοπλισµοί
Η αντιδραστική πολιτική του Μητσοτάκη δεν περιορίζεται, ασφαλώς, στον οικονοµικό τοµέα.
Στο κρίσιµο ζήτηµα των ελληνοτουρκικών ανταγωνισµών για κυριαρχία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η κριτική της κεντροαριστεράς, αλλά και της «λαϊκής Δεξιάς», συντονίζεται στην κατηγορία ότι ο Μητσοτάκης περιορίστηκε στην εξασφάλιση των «ήρεµων νερών» µε την Τουρκία. Δεν είναι έτσι. Πατώντας στο τάιµ-άουτ της αντιπαραθετικής πολιτικής που έδιναν τα «ήρεµα νερά», αλλά κυρίως πατώντας στις προνοµιακές σχέσεις µε τις ΗΠΑ (MDCA), τη Γαλλία (Πολεµικό Σύµφωνο), την Ινδία (IMEC) και –κυρίως!– τον συµµαχικό «άξονα» µε το Ισραήλ του Νετανιάχου, το ελληνικό κράτος στόχευσε µια µονοµερή «κατοχύρωση επί του πεδίου» κυριαρχικών δικαιωµάτων, προς το µάξιµουµ όριο «δυνητικής κυριαρχίας» που αφήνει ανοιχτό το Διεθνές Δίκαιο. Η κατάθεση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασµού (ΘΧΣ), η χάραξη των θαλάσσιων πάρκων, η πώληση στη Chevron και στην Exxon Mobil θαλάσσιων «οικοπέδων» που βρίσκονται στα διεθνή ύδατα και «κλείνουν» όλα τα θαλάσσια «περάσµατα» από και προς το Αιγαίο, ο συστηµατικός και «βαρύς» εξοπλισµός των νησιών πέρα από τις ρήτρες της Συνθήκης της Λοζάνης, είναι σχεδιασµός προς την κατεύθυνση της αντίληψης «Αιγαίο = κλειστή ελληνική λίµνη».
Στο ξεδίπλωµα αυτού του σχεδιασµού, και παρά τη σαφή υποστήριξη των «βηµάτων» από τους βασικούς πυλώνες του ευρωατλαντισµού (πχ συµµετοχή των αµερικανικών εξορυκτικών κολοσσών, επίσκεψη Μακρόν κ.ά.) δεν έλειψαν οι «ανησυχίες» από τµήµατα των κρατικών εµπειρογνωµόνων που προειδοποίησαν για τον κίνδυνο «µαξιµαλιστικής υπέρβασης». Αυτές οι προειδοποιήσεις κινούνταν σε δύο άξονες: α) Η στήριξη στο Ισραήλ δίνει στο Νετανιάχου τη δυνατότητα να «εργαλειοποιήσει» τις ελληνοτουρκικές διαφορές, για να προωθήσει τα αυτόνοµα συµφέροντα του Ισραήλ σε ενδεχόµενη αντιπαράθεσή του µε την Τουρκία. β) Η Τουρκία πιέζεται πιο πολύ απ’ ό,τι µπορεί να ανεχθεί χωρίς να αντιδράσει.
Η τουρκική αντίδραση τελικά ήρθε µε τη µορφή του νοµοσχεδίου που κατέθεσε ο Ερντογάν στη Βουλή, που θεσµοθετεί ως επίσηµες τουρκικές διεκδικήσεις επέκτασης κυριαρχίας ακριβώς τα ανάλογα που προώθησε ο ελληνικός σχεδιασµός «επί του πεδίου». Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το τουρκικό υπ. Εξ. προειδοποιεί ότι αµέσως µετά την επίσηµη θεσµοθέτηση των διεκδικήσεων, το αποτέλεσµα θα κατατεθεί στον ΟΗΕ και θα ζητηθεί «λύση» στη βάση µιας διεθνούς διαπραγµάτευσης και των αρχών του Διεθνούς Δικαίου.
Έτσι, η προπαγάνδα εσωτερικής κατανάλωσης της ελληνικής πλευράς φτάνει σε ένα κρίσιµο όριο: την πιθανότητα να καταφύγει η Τουρκία στους «θεσµούς» του Διεθνούς Δικαίου, κατηγορώντας το ελληνικό κράτος για απόπειρες «υπέρβασης» των δικαιωµάτων κυριαρχίας, µέσω «µονοµερούς τακτικής επί του πεδίου».
Οι κίνδυνοι για την ειρήνη µέσα από αυτήν την κλιµάκωση είναι προφανείς. Όπως και προφανής γίνεται ο κίνδυνος µιας σηµαντικής διπλωµατικής ήττας: γιατί όλοι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει Διεθνές Δικαστήριο που θα αποφασίσει µια κατανοµή της κυριαρχίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο σαν αυτή που παρουσιάζουν οι χάρτες που διακινεί ως «αυτονόητους» η ελληνική πλευρά επί δεκαετίες.
Η κριτική των Σαµαρά-Καραµανλή, αλλά και των ΠΑΣΟΚ και Τσίπρα (της «πατριωτικής στροφής») για µειοδοτική πολιτική στα ελληνοτουρκικά είναι µια κενή δηµαγωγία. Αυτό όµως σε τίποτα δεν µειώνει τους κινδύνους που θα αντιµετωπίσει ο Μητσοτάκης αν υποχρεωθεί σε µια φανερή διπλωµατική αναδίπλωση.
Γι’ αυτό και όλο το βάρος της κυβερνητικής πολιτικής πέφτει διαρκώς στο πιο επικίνδυνο σηµείο του προσανατολισµού της: στη διαρκή και χωρίς όρια σύσφιξη των σχέσεων µε τις µεγάλες ευρωατλαντικές ιµπεριαλιστικές δυνάµεις και το Ισραήλ, αλλά και την κλιµάκωση των εξοπλιστικών προγραµµάτων.
Οι πραγµατικότητες που έχει δηµιουργήσει στον ελλαδικό χώρο η πολιτική των πολεµικών συµφώνων µε ΗΠΑ και Γαλλία, η επέκταση των νατοϊκών βάσεων και η µονιµοποίηση του στρατιωτικο-διπλωµατικού άξονα «3+1» (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ + ΗΠΑ) δεν θα αποτελέσουν αντικείµενο του παρόντος άρθρου.
Όµως η κλιµάκωση των εξοπλισµών είναι καθοριστικός παράγοντας των εξελίξεων της τρέχουσας αλλά και της ερχόµενης περιόδου. Πριν στεγνώσει το µελάνι στις παραγγελίες των Ραφάλ, των Μπελαρά, των Μπεργκαµίνι και των F-35, ο Μητσοτάκης προχωρά στο επόµενο βήµα: ζητά να εφοδιαστούν αυτές οι µεγάλες «πλατφόρµες» του αεροπορικού και ναυτικού πολέµου µε τον κορυφαίο εξοπλισµό πυραυλικών καταστρεπτικών δυνατοτήτων και ηλεκτρονικής υπεροχής που διαθέτει σήµερα η Δύση. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγµα του αιτήµατος για τα F-35, όπου η ελληνική κυβέρνηση ζητά το επίπεδο εξοπλισµού τους που χρησιµοποιούν σήµερα οι Αµερικανοί στην επιδροµή κατά του Ιράν. Αν σε αυτόν τον προσανατολισµό συµπληρωθούν οι «προµήθειες» από τον Νετανιάχου, όπως η συµφωνία για την επέκταση του Ισραηλινού «θόλου» αντιπυραυλικής και αντι-drone «άµυνας» στο Αιγαίο, προκύπτει άµεσα η επιδίωξη απόκτησης «πολεµικού πλεονεκτήµατος» στην ευρύτερη περιοχή.
Δεν πρέπει να υπάρχει καµιά αµφιβολία για το ποιος θα πληρώσει το κόστος των εξοπλισµών. Η δέσµευση κολοσσιαίων πόρων για τις προµήθειες των όπλων δηµιουργεί προτεραιότητες που θα πιέσουν ασφυκτικά τους µισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές δαπάνες. Όµως το κόστος δεν περιορίζεται στο οικονοµικό πεδίο. Η ενίσχυση του µιλιταριστικού βραχίονα του κράτους συνδυάζεται αναπόφευκτα µε την ενίσχυση της παρουσίας και της δράσης των φιλοµιλιταριστικών δικτύων, όπως και ιδεών, µέσα σε κάθε πτυχή της πολιτικής ζωής. Η στροφή στην πολεµική οικονοµία δηµιουργεί ένα «σύστηµα» µεγάλων επιχειρήσεων και γύρω τους πολλών µεσαίων επιχειρήσεων, περιτριγυρισµένων από εκατοντάδες «νεοφυείς» µικρές επιχειρήσεις του τοµέα των όπλων, που λειτουργεί ως ενδοχώρα κοινωνικών συµµάχων του Μητσοτάκη.
Και αυτές οι επιλογές γίνονται από µια κυβέρνηση που έχει οδηγήσει σε µαρασµό τα δηµόσια σχολεία και νοσοκοµεία, ενώ έχει αφήσει να φτάσει στην πλήρη κατάρρευση το σιδηροδροµικό δίκτυο.
Ο αντίπαλος από τα κάτω και αριστερά
Ο Μητσοτάκης φοβάται γιατί γνωρίζει ότι η κοινωνική και πολιτική βάση στήριξής του έχει εξασθενήσει. Κάθε νέο ισχυρό «τράνταγµα» µπορεί να τον οδηγήσει σε απώλεια του ελέγχου των πολιτικών εξελίξεων και σε υποχρεωτική «άτακτη» καταφυγή στην κάλπη, άσχετα από τις δικές του επιλογές για τον χρόνο των εκλογών. Τα σκάνδαλα και η όξυνση της αντιπαράθεσης µε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, περιγράφουν µια τέτοια πιθανότητα.
Φοβάται, επίσης, για το πιθανότερο αποτέλεσµα των εκλογών, όποτε αυτές γίνουν. Η επισηµοποίηση του «τέλους της αυτοδυναµίας», θα στρέψει την κυρίαρχη τάξη στην αναζήτηση κυβερνητικής λύσης είτε µέσω της λογικής των «συµµαχικών» σχηµάτων, είτε ακόµα και των τελικών επιλογών κυβερνητικών σχηµάτων «ειδικού σκοπού». Σε όλα αυτά τα σενάρια ισχύει ως απαράβατη προϋπόθεση η αποµάκρυνσή του από την ηγεσία της ΝΔ.
Σε αυτήν την κατάσταση, ο προγραµµατικός εκφυλισµός και η πολιτική αδράνεια της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης είναι η τελευταία ελπίδα της κλίκας του Μαξίµου. Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ, του Τσίπρα κ.ά. που περιγράφεται ως «πολιτική της δεύτερης θέσης» απειλεί να πριονίσει τις µελλοντικές προοπτικές του Μητσοτάκη, αλλά του αφήνει ανενόχλητη την πολιτική πρωτοβουλία, δηλαδή τον αφήνει ζωντανό.
Αυτό δεν σηµαίνει ότι ο Μητσοτάκης δεν έχει πραγµατικό και απειλητικό αντίπαλο. Η πολιτική ιστορία είναι γεµάτη παραδείγµατα για το ενδεχόµενο µιας «αιφνίδιας» κλιµάκωσης της παρέµβασης των εργαζόµενων µαζών από τα κάτω, µόλις κατανοήσουν τις συνθήκες κυβερνητικής εξασθένησης και αστάθειας ως ευκαιρία για «να τα πάρουµε όλα πίσω». Σε αυτήν την προοπτική οφείλουν να συγκεντρωθούν οι οργανωµένες προσπάθειες της ριζοσπαστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.
Οι προγραµµατικές-πολιτικές αιχµές προκύπτουν αβίαστα από τη συγκυρία. Η ανατροπή της λιτότητας, µε την πιο πλατιά έννοια, παραµένει βασική υποχρέωση της µακράς περιόδου που ζούµε. Σε αυτές τις συνθήκες, κάθε εργατική-λαϊκή νίκη µέσα από τον αγώνα από τα κάτω, πρέπει να αναδεικνύεται ως υπόδειγµα προς γενίκευση, µε στόχο το ξήλωµα όλης της κυβερνητικής-καθεστωτικής πολιτικής και την αλλαγή του συσχετισµού εδώ και τώρα προς όφελος του κόσµου της εργασίας.
Χέρι-χέρι µε αυτόν τον αναγκαίο διεκδικητισµό, πάει η ανάγκη για αντιιµπεριαλιστική-αντιπολεµική κινητοποίηση και δράση. Με σηµαία την αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη, µε απαίτηση τη ρήξη των συµµαχικών σχέσεων µε το κράτος-χασάπη του Ισραήλ και προοπτική το σπάσιµο της υποταγής στην ουρά του ευρωατλαντισµού. Απαραίτητο στοιχείο αυτού του προσανατολισµού είναι η χωρίς όρους και προϋποθέσεις υποστήριξη µιας πολιτικής ειρήνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως και η καταγγελία του µιλιταρισµού µε την απαίτηση όλων των πόρων για τις κοινωνικές ανάγκες και όχι για τα όπλα.
Σε αυτήν την προοπτική δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αυταπάτες σχετικά µε το ρόλο της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Ο κοινοβουλευτικός καθωσπρεπισµός του Ανδρουλάκη, η στροφή του Τσίπρα προς το Κέντρο και τον «πατριωτισµό», οι επικίνδυνες νεοδεξιές και θρησκόληπτες γενικολογίες της Καρυστιανού κ.ο.κ. δεν λογοδοτούν στις ανάγκες του κόσµου µας στην πάλη ενάντια σε µια επικίνδυνη και αντιδραστική κυβέρνηση. Περισσότερο λογοδοτούν στην «επόµενη µέρα» των καθεστωτικών επιλογών µετά τις επερχόµενες εκλογές, όταν και όπως τεθεί το πρόβληµα της αποµάκρυνσης του Μητσοτάκη από την κυβερνητική εξουσία, χωρίς όµως να ανατραπεί σε βασικά της στοιχεία η κυρίαρχη καθεστωτική πολιτική των τελευταίων χρόνων.
Στους µήνες που έρχονται θα κριθεί όχι µόνο το εάν θα πέσει ο Μητσοτάκης, όχι µόνο το πώς, αλλά και σε ποιο βαθµό εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις θα σηµαδέψουν τις πολιτικές αλλαγές που έρχονται.
https://rproject.gr/article/o-mitsotakis-fovatai-alla-poion









Σχόλια (0)