Στην εξελισσόμενη συζήτηση που γίνεται εντός αλλά κι εκτός των κομματικών γραμμών της Νέας Αριστεράς σχετικά με το ζήτημα των προεκλογικών συμμαχιών, δεν είναι λίγοι αυτοί που προτάσσουν την σύμπραξη με τον ΣΥΡΙΖΑ πάνω σε συγκεκριμένα πολιτικά αιτήματα που ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες προκειμένου να εκδιωχθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Το ερώτημα, όμως, που πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι αν η Νέα Αριστερά και ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να συμφωνήσουν σε ορισμένα άμεσα αιτήματα ή να αντιταχθούν από κοινού στη Νέα Δημοκρατία (κάτι μάλλον αδύνατο με τους σημερινούς συσχετισμούς δυνάμεων). Είναι αν ένα εκλογικό μέτωπο μεταξύ τους θα υπηρετούσε την ανασύνθεση της ριζοσπαστικής Αριστεράς ή θα αναπαρήγαγε, με διαφορετική μορφή, την πολιτική κρίση από την οποία προέκυψε η Νέα Αριστερά.
Για να εξετάσουμε το ζήτημα, χρειάζεται να διακρίνουμε τρία πράγματα: την κοινή δράση, την εκλογική συνεργασία και την πολιτική ενοποίηση. Δεν είναι το ίδιο και δεν συνεπάγονται αναγκαστικά το ένα το άλλο.
1. Η Νέα Αριστερά δημιουργήθηκε επειδή υπήρχε πολιτική και στρατηγική ρήξη με τον ΣΥΡΙΖΑ
Η αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν απλώς μια οργανωτική διαφωνία ή μια σύγκρουση προσώπων. Στο κείμενο πολιτικών θέσεων της Νέας Αριστεράς, η αποχώρηση συνδέεται με την κρίση πολιτικής φυσιογνωμίας, την απαξίωση της εσωκομματικής δημοκρατίας και την ανάγκη συγκρότησης μιας διαφορετικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Αυτό δημιουργεί ένα βασικό στρατηγικό ερώτημα: αν η Νέα Αριστερά θεωρεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τη ριζοσπαστική του ταυτότητα και δεν κατάφερε να υπερβεί τις αντιφάσεις της κυβερνητικής του εμπειρίας, τι ακριβώς έχει αλλάξει ώστε να δικαιολογείται σήμερα η εκλογική συμπόρευση;
Δεν αρκεί να έχει αλλάξει η ηγεσία ή να έχει υποχωρήσει η εκλογική δύναμη ενός κόμματος. Χρειάζεται να εξεταστεί αν έχουν αλλάξει η πολιτική του κατεύθυνση, το πρόγραμμά του, η σχέση του με τα κοινωνικά κινήματα και η αντίληψή του για την άσκηση της εξουσίας.
Η Νέα Αριστερά θα μπορούσε, βεβαίως, να αποφασίσει ότι ορισμένες διαφορές έχουν ξεπεραστεί. Θα έπρεπε όμως να το τεκμηριώσει πολιτικά, όχι να θεωρήσει ότι η ανάγκη εκλογικής συνεργασίας αρκεί ως επιχείρημα. Κυρίως, όμως, θα έπρεπε να συναντά τον ΣΥΡΙΖΑ στους κοινωνικούς αγώνες, κάτι που τελευταία σπανίζει όταν δεν απουσιάζει παντελώς.
2. Η αριθμητική πρόσθεση δεν ισοδυναμεί με πολιτική ανασύνθεση
Ένα δεύτερο ζήτημα είναι η εσφαλμένη πεποίθηση ότι η συνάθροιση των κομματικών δυνάμεων αυξάνει αναγκαστικά τη δυναμική τους.
Η λογική ενός εκλογικού μετώπου συχνά ξεκινά από μια εύλογη διαπίστωση: οι κατακερματισμένες δυνάμεις δυσκολεύονται να εκφράσουν μια κοινή κοινωνική δυσαρέσκεια. Από αυτή τη διαπίστωση, όμως, δεν προκύπτει αυτομάτως ότι η συνένωση των εν λόγω κομμάτων αποτελεί μία ελκυστική λύση για την κοινωνία ή έστω τους απογοητευμένους αριστερούς της αποχής.
Σε δημόσια παρέμβασή του, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης έθεσε ακριβώς αυτό το ερώτημα: αν μια συνεργασία της Νέας Αριστεράς με τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ και ένα νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα θα μπορούσε πράγματι να κινητοποιήσει τον κόσμο και να απαντήσει στην πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς. Υποστήριξε ότι η απλή πρόσθεση δυνάμεων και ο πολιτικός μέσος όρος δεν αντιμετωπίζουν την κρίση αξιοπιστίας της Αριστεράς.
Η διάκριση είναι ουσιώδης:
Εκλογική πρόσθεση: συνδυάζονται οργανώσεις, στελέχη και εκλογικές δυνάμεις.
Πολιτική σύγκλιση: διαμορφώνεται κοινό πρόγραμμα με συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Κοινωνική ανασύνθεση: δημιουργούνται νέοι δεσμοί με εργαζομένους, νέους, συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα, τα οποία αποκτούν ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής.
Η πρώτη διαδικασία δεν εγγυάται τη δεύτερη και, πολύ περισσότερο, την τρίτη.
3. Το εκλογικό μέτωπο μπορεί να μετατρέψει την αυτονομία της Νέας Αριστεράς σε τυπική διακήρυξη
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο οργανωτικό ζήτημα.
Ακόμη και αν η Νέα Αριστερά διατηρούσε το όνομα, τα όργανά της και την οργανωτική της υπόσταση, μια κοινή εκλογική κάθοδος θα δημιουργούσε ερωτήματα για το ποιος αποφασίζει:
Ποιο είναι το κοινό πρόγραμμα και ποιες θέσεις εγκαταλείπονται για να επιτευχθεί συμφωνία;
Πώς κατανέμονται οι υποψηφιότητες και οι εκλόγιμες θέσεις;
Ποια πολιτική γραμμή θα ακολουθούν οι εκλεγμένοι βουλευτές;
Τι συμβαίνει αν οι δύο πλευρές διαφωνήσουν για μια κρίσιμη κοινοβουλευτική ή κυβερνητική επιλογή;
Θα μπορεί η Νέα Αριστερά να ασκεί αυτοτελή κριτική στον συνεργαζόμενο ΣΥΡΙΖΑ;
Αν δεν υπάρχουν σαφείς απαντήσεις, η οργανωτική αυτονομία μπορεί να διατηρείται τυπικά, ενώ η πολιτική φυσιογνωμία να υποχωρεί στην πράξη.
Από την άλλη πλευρά, η αυτονομία δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην εκλογική απομόνωση. Μπορεί να συνδυάζεται με συμμαχίες, εφόσον υπάρχουν σαφείς πολιτικοί όροι, δημοκρατικές διαδικασίες και πραγματική δυνατότητα διαφωνίας.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι η αφηρημένη απόρριψη κάθε συνεργασίας, αλλά το αν η συγκεκριμένη συνεργασία επιτρέπει στη Νέα Αριστερά να διατηρεί ουσιαστικό πολιτικό έλεγχο πάνω στις επιλογές της. Κι αυτό βεβαίως δεν αφορά μόνο πιθανή συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ..
4. Η συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν απαντά από μόνη της στο πρόβλημα της πολιτικής αξιοπιστίας
Το πρόβλημα της ελληνικής Αριστεράς δεν είναι απλώς ότι υπάρχουν πολλά κόμματα. Είναι και ότι σημαντικά τμήματα της κοινωνίας αμφισβητούν την ικανότητά τους να μετατρέψουν τις υποσχέσεις σε σταθερές αλλαγές.
Αν ένα εκλογικό μέτωπο δεν εξηγεί τι έμαθε από την κυβερνητική εμπειρία του 2015, πώς θα αντιμετωπίσει πιέσεις από τις αγορές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και με ποια κοινωνική δύναμη θα στηρίξει ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα, τότε η ενότητα κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια συμφωνία εκλογικής εκπροσώπησης.
Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να αγνοηθούν οι θεσμικοί και οικονομικοί περιορισμοί. Είναι αν αυτοί αντιμετωπίζονται ως αμετάβλητα όρια της πολιτικής ή ως συσχετισμοί που μπορούν να μεταβληθούν μέσα από κοινωνικούς αγώνες, δημόσιο έλεγχο και δημοκρατική κινητοποίηση.
Μια κοινή κάθοδος χωρίς απάντηση σε αυτά τα ζητήματα δεν λύνει την κρίση αξιοπιστίας. Απλώς την μεταφέρει σε ένα ευρύτερο εκλογικό σχήμα.
5. Η ενότητα απέναντι στη Δεξιά είναι στόχος, αλλά δεν αρκεί ως στρατηγική
Η αντίθετη άποψη έχει ένα σοβαρό επιχείρημα: η διάσπαση των προοδευτικών δυνάμεων μπορεί να αποδυναμώνει την αντιπολίτευση και να δυσκολεύει τη διαμόρφωση εναλλακτικής κυβερνητικής προοπτικής. Αυτή τη λογική προβάλλει και η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούνιο του 2026, η οποία υποστηρίζει ότι η ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων και ένα κοινό πρόγραμμα είναι αναγκαία για την πολιτική αλλαγή.
Ωστόσο, η επίκληση της ενότητας δεν απαντά στα ερωτήματα της πολιτικής κατεύθυνσης και του κοινωνικού περιεχομένου της.
Ένα εκλογικό μέτωπο μπορεί να αποσκοπεί στην ήττα της κυβέρνησης, χωρίς να διαθέτει κοινή αντίληψη για το τι πρέπει να ακολουθήσει. Μπορεί να συμφωνεί στην ανάγκη αλλαγής κυβέρνησης, αλλά να διαφωνεί για την οικονομική πολιτική, την ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών, τις εργασιακές σχέσεις, την εξωτερική πολιτική ή τη στάση απέναντι στις δεσμεύσεις της ΕΕ.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν οι δυνάμεις της Αριστεράς πρέπει να συνεργαστούν. Είναι αν μπορούν να συγκροτήσουν μια πολιτική συμμαχία που να αλλάζει τους κοινωνικούς συσχετισμούς και όχι μόνο την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση.
6. Ποια εναλλακτική στρατηγική θα μπορούσε να εξετάσει η Νέα Αριστερά;
Αν στόχος είναι η ανασύνθεση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, υπάρχουν ενδιάμεσες δυνατότητες ανάμεσα στην εκλογική συγχώνευση και στην πλήρη απομόνωση.
Πρώτον, κοινή κοινωνική δράση. Συνεργασία με άλλες αριστερές και οικολογικές δυνάμεις σε συγκεκριμένους αγώνες για μισθούς, κατοικία, δημόσια αγαθά, ειρήνη και δημοκρατικά δικαιώματα.
Δεύτερον, προγραμματικός διάλογος με σαφή κριτήρια. Συζήτηση για ένα πρόγραμμα που να περιλαμβάνει δεσμευτικές θέσεις σε ζητήματα ιδιοκτησίας, δημόσιου ελέγχου, εργασίας, φορολογίας και κοινωνικής πολιτικής, χωρίς να προϋποτίθεται εξαρχής εκλογική συμφωνία.
Τρίτον, κοινωνική συγκρότηση πριν από την εκλογική συμφωνία. Δημιουργία σταθερών δεσμών με συνδικάτα, φοιτητικούς συλλόγους, κινήματα κατοικίας και τοπικές συλλογικότητες. Το ζητούμενο είναι η κοινή πολιτική να διαμορφώνεται μέσα από πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και όχι μόνο μέσα από διαπραγματεύσεις κορυφής.
Τέταρτον, σαφείς όροι για οποιαδήποτε εκλογική συνεργασία. Αν προκύψει σύγκλιση, να βασίζεται σε δημόσιο πρόγραμμα, δημοκρατική λογοδοσία, διαφάνεια στην επιλογή υποψηφίων και κατοχυρωμένη δυνατότητα πολιτικής διαφωνίας.
Αυτές οι επιλογές δεν αποκλείουν εκ των προτέρων ένα εκλογικό μέτωπο. Θέτουν, όμως, ως προϋπόθεση να έχει προηγηθεί ουσιαστική πολιτική δουλειά που να δικαιολογεί τη συνεργασία.
Συμπέρασμα
Η βασική ένσταση απέναντι σε ένα εκλογικό μέτωπο της Νέας Αριστεράς με τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται να είναι ότι οι δύο χώροι δεν πρέπει ποτέ να συνεργαστούν. Είναι ότι η εκλογική συνεργασία, χωρίς σαφή πολιτική μετατόπιση και κοινό κοινωνικό σχέδιο και δράση, δεν απαντά στις αιτίες της κρίσης της Αριστεράς.
Η Νέα Αριστερά θα χρειαστεί να κρίνει κάθε πρόταση συνεργασίας με βάση συγκεκριμένα ερωτήματα: τι αλλάζει στο πρόγραμμα, πώς εξασφαλίζεται η πολιτική αυτονομία, ποια κοινωνική δύναμη θα στηρίξει τις δεσμεύσεις και πώς θα αποφευχθεί η επανάληψη των προηγούμενων αντιφάσεων.
Με αυτή την έννοια, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «ενότητα ή κατακερματισμός». Είναι ποια ενότητα, με ποιο πρόγραμμα, με ποιους κοινωνικούς φορείς και για ποια αλλαγή των σχέσεων εξουσίας.









Σχόλια (0)