Πρόσφατα στον χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς εκφράστηκε η άποψη πως ο σταλινισμός τελείωσε ή τουλάχιστον πνέει τα λοίσθια. Πρόκειται για σοβαρά πλανεμένη άποψη καθώς οι διοικητικές μέθοδοι και οι γραφειοκρατικές πρακτικές του σταλινισμού παραμένουν ξεκάθαρα ζωντανές μέχρι και σήμερα. Ενδεικτικά αναφέρουμε δύο περιστατικά που μπορεί να μην συγκρίνονται με τις σταλινικές διώξεις, όμως απηχούν μία σύγχρονη αντιδημοκρατική λογική και αυταρχική νοοτροπία επίλυσης πολιτικών προβλημάτων.
Στις 23 Οκτωβρίου 2023, ο τότε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Στέφανος Κασσελάκης – χωρίς να έχει τη θεσμική αρμοδιότητα να διαγράψει μονομερώς μέλη, καθώς προβλεπόταν σχετική πειθαρχική διαδικασία – ανακοίνωσε μέσω των κοινωνικών δικτύων ότι οι Νίκος Φίλης, Πάνος Σκουρλέτης και Δημήτρης Βίτσας, λόγω της δημόσιας κριτικής τους προς την ηγεσία, είχαν θέσει τους εαυτούς τους εκτός κόμματος. Έτσι,
η δημόσια κριτική αντιμετωπίστηκε ως ζήτημα νομιμοφροσύνης κι ο αρχηγός εμφανίστηκε να ταυτίζει τη δική του πολιτική νομιμοποίηση με τη νομιμοποίηση του κόμματος υποβαθμίζοντας την αυτονομία των συλλογικών οργάνων.
Επίσης, τον Οκτώβριο του 2024, η εσωκομματική σύγκρουση αντιστράφηκε. Στις 12 Οκτωβρίου, η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε, με 138 ψήφους σε σύνολο 151 παρόντων, να αποκλείσει την υποψηφιότητα του Κασσελάκη από την επόμενη εκλογή προέδρου. Βεβαίως, η απόφαση ελήφθη από συλλογικό όργανο με συντριπτική πλειοψηφία, δεν ήταν απλώς μια προσωπική εντολή. Το πολιτικό και οργανωτικό ερώτημα, όμως, παραμένει: μπορεί η εκάστοτε κομματική πλειοψηφία να αποκλείει έναν αντίπαλο υποψήφιο από την εκλογή της ηγεσίας αντί να αφήνει τα μέλη να κρίνουν την πολιτική του πρόταση;
Είναι αλήθεια βέβαια πως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των κομμουνιστικών κομμάτων στην Ευρώπη επικράτησε σταδιακά στην Αριστερά η αντίληψη πως ο σταλινισμός αποτελεί παρελθόν ή τείνει να εξαφανιστεί. Ωστόσο, ο σταλινισμός δεν ήταν μόνο ένα σύνολο ιδεών για τον σοσιαλισμό, αλλά και ένας τρόπος οργάνωσης της εξουσίας, της πολιτικής δράσης και της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα, την κοινωνία και την εργατική τάξη. Παρότι το γραφειοκρατικό καθεστώς που στήριξε τον σταλινισμό κατέρρευσε, ορισμένες από τις οργανωτικές του λογικές μπορούν να αναπαράγονται σε διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα, ακόμη και από οργανώσεις που αυτοπροσδιορίζονται ως αντισταλινικές (βλ ευρωκομμουνισμό και άκρα αριστερά).
Μία πιο διεξοδική προσέγγιση στο θέμα διακρίνει τρεις αλληλένδετες πτυχές: την ιστορική κληρονομιά του σταλινισμού, τους υλικούς και οργανωτικούς μηχανισμούς που τον αναπαράγουν και τις πολιτικές αντιλήψεις που εξακολουθούν να τον νομιμοποιούν.
Το τέλος του σταλινικού καθεστώτος δεν σήμανε κι εξαφάνιση της γραφειοκρατίας
Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στηρίχθηκε στην αυτοτελή πολιτική δράση της εργατικής τάξης και στα σοβιέτ. Ωστόσο, η απομόνωση της επανάστασης, η οικονομική καταστροφή, η εξάντληση της εργατικής τάξης και η αποδυνάμωση των δημοκρατικών οργάνων δημιούργησαν τις συνθήκες για την ενίσχυση της σοβιετικής γραφειοκρατίας.
Η σταλινική γραφειοκρατία δεν ήταν απλώς μια ομάδα κακών ή αυταρχικών ηγετών. Συγκρότησε έναν μηχανισμό με δικά του υλικά συμφέροντα: έλεγχο των διορισμών, πρόσβαση σε προνόμια, μονοπώλιο της πολιτικής πληροφόρησης και δυνατότητα καθορισμού της επίσημης γραμμής. Ο Λέον Τρότσκι, στην Προδομένη Επανάσταση (1936), ανέλυσε αυτήν τη διαδικασία ως πολιτική απαλλοτρίωση της εργατικής τάξης από τη γραφειοκρατία. Μία γραφειοκρατία η οποία μέσω της 3ης Διεθνούς άπλωσε τα πλοκάμια της και στα κομμουνιστικά κόμματα που αναζητούσαν έμπνευση και στήριξη στην κοιτίδα της επανάστασης. Με συνέπεια η μεν αποσταλινοποίηση να μην εξαλείψει την σοβιετική γραφειοκρατία, η δε μεταγενέστερη κατάρρευση της ΕΣΣΔ να μην εξαλείψει την γραφειοκρατική δόμηση και την διοικητική λειτουργία που ο σταλινισμός κληροδότησε και ο αστισμός συστηματικά καλλιέργησε στα κομμουνιστικά και αριστερά κόμματα προκειμένου να τα υπονομεύσει.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι μια οργάνωση που δημιουργήθηκε για να χειραφετήσει τους εργαζομένους μπορεί σταδιακά να αποκτήσει συμφέροντα αυτοσυντήρησης, τα οποία έρχονται σε σύγκρουση με τη χειραφέτηση που διακηρύσσει. Αυτός, δε, ο μηχανισμός δεν αφορά αποκλειστικά τα κομμουνιστικά κόμματα. Μπορεί να εμφανιστεί σε συνδικάτα, πολιτικά κόμματα, κινήματα και οργανώσεις της Αριστεράς, όταν η διατήρηση του μηχανισμού και των συμφερόντων του γίνεται σημαντικότερη από την ενεργό συμμετοχή των μελών.
Η κεντροαριστερή αλλοίωση του χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ από τον Τσίπρα χάρις στην διεύρυνση της Κεντρικής Επιτροπής με επιλεγμένα πρόσωπα από το ΠΑΣΟΚ και το Κέντρο (βλ Προοδευτική Συμμαχία) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αρχηγικής παράκαμψης της εσωκομματικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στο όνομα ενός πολιτικού μετασχηματισμού που είχε ήδη αποφασίσει να προωθήσει η ηγεσία. Με την αλλοίωση των εσωκομματικών συσχετισμών έγινε αργότερα εφικτή μέσω καταστατικής αλλαγής και η εκλογή του προέδρου από το πλήθος των “δίευρων μελών”..
Όταν το κόμμα υποσκελίζει την τάξη και η ηγεσία το κόμμα
Μία από τις βαθύτερες κληρονομιές του σταλινισμού είναι η ταύτιση του κόμματος με την τάξη και της ηγεσίας με το κόμμα. Η αντίληψη, δηλαδή, ότι το κόμμα, επειδή υποτίθεται πως γνωρίζει τα ιστορικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, δικαιούται να μιλά εξ ονόματός της χωρίς να υπόκειται διαρκώς στον έλεγχό της.
Η λογική αυτή δημιουργεί μια αλυσίδα πολιτικής υποκατάστασης. Το κόμμα θεωρεί ότι εκπροσωπεί την εργατική τάξη. Η ηγεσία θεωρεί ότι εκπροσωπεί το κόμμα. Ο γενικός γραμματέας ή ο στενός ηγετικός πυρήνας θεωρεί ότι εκφράζει την ορθή γραμμή. Όποιος αμφισβητεί την ηγεσία αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος της συλλογικής υπόθεσης. Έτσι, μια πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε ηθική ή ιδεολογική κατηγορία. Αυτός που διαφωνεί δεν θεωρείται απλώς ότι κάνει λάθος, αλλά ότι υπονομεύει το κόμμα, διευκολύνει τον ταξικό αντίπαλο ή υπηρετεί ξένα συμφέροντα. Έτσι περίπου αντιμετωπίστηκαν οι διαφωνούντες μέσα στο ΚΚΕ, αλλά και πιο πρόσφατα στον ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτή η αντίληψη επιβιώνει επειδή προσφέρει στην ηγεσία ένα ισχυρό μέσο νομιμοποίησης της εξουσίας της. Παράλληλα, απαλλάσσει τα μέλη από την ανάγκη να εξετάζουν κριτικά τις αποφάσεις της: η πίστη στην ηγεσία παρουσιάζεται ως απόδειξη πολιτικής συνέπειας.
Η μετατροπή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού σε μηχανισμό πειθαρχίας
Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τον σταλινισμό. Στην αρχική του σύλληψη, αποσκοπούσε να συνδυάσει τη συζήτηση και τη συλλογική απόφαση με την ενιαία δράση.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν καταργείται στην πράξη το πρώτο σκέλος και διατηρείται μόνο το δεύτερο. Τότε εμφανίζονται χαρακτηριστικές πρακτικές: η συζήτηση επιτρέπεται μόνο μέχρι την απόφαση της ηγεσίας. Οι μειοψηφίες δεν έχουν ουσιαστικό δικαίωμα να συνεχίσουν τη διαπάλη για την αλλαγή της γραμμής. Η πλειοψηφία μετατρέπεται σε μόνιμο δικαίωμα εξουσίας. Αντί να κρίνεται από τα επιχειρήματα και τα αποτελέσματα των αποφάσεών της, επικαλείται διαρκώς την αριθμητική της υπεροχή. Η εσωκομματική αντιπολίτευση αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα πειθαρχίας. Η πολιτική διαφωνία μεταφέρεται από το πεδίο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο πεδίο των οργανωτικών κυρώσεων. Ο έλεγχος των οργάνων γίνεται τυπικός. Τα συνέδρια και οι επιτροπές επικυρώνουν αποφάσεις που έχουν ήδη διαμορφωθεί σε κλειστούς μηχανισμούς.
Η σχετική ιστορική έρευνα για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό δείχνει ότι η οργανωτική του σημασία μεταβλήθηκε σημαντικά κατά την ιστορική πορεία των κομμουνιστικών κομμάτων: από αρχή οργάνωσης μετατράπηκε σε ορισμένα περιβάλλοντα και σε μηχανισμό πειθαρχίας. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μια οργάνωση έχει ενιαία δράση. Είναι ποιος ελέγχει αυτόν που αποφασίζει, ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη γραμμή και αν η μειοψηφία διατηρεί πραγματικά δικαιώματα.
Η πολιτική κουλτούρα της καχυποψίας και της διαγραφής
Ο σταλινισμός ιστορικά συνέδεσε την ιδεολογική ορθοδοξία με τον αποκλεισμό, την καταστολή και, σε ακραίες περιπτώσεις, τη φυσική εξόντωση πολιτικών αντιπάλων. Στα σύγχρονα κόμματα δεν πρέπει να εξισώνουμε αυτομάτως μια εσωτερική διαγραφή με τις ιστορικές σταλινικές διώξεις. Μπορούμε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε κοινές οργανωτικές λογικές όταν εμφανίζονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Για παράδειγμα η κατασκευή εσωτερικών εχθρών, η απόδοση ιδιοτελών κινήτρων σε όσους διαφωνούν, η διαστρέβλωση ή η αποσιώπηση των θέσεων της μειοψηφίας, η χρήση οργανωτικών διαδικασιών για την εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων, η απαίτηση δημόσιας μεταμέλειας αντί για ουσιαστική πολιτική συζήτηση.
Ο μηχανισμός είναι αυτοενισχυόμενος: όσο περισσότερο τιμωρείται η διαφωνία, τόσο λιγότερες αντίθετες απόψεις φτάνουν στην ηγεσία. Έτσι, η ηγεσία χάνει την επαφή με την πραγματικότητα και συχνά ερμηνεύει την απουσία αντίδρασης ως απόδειξη ότι έχει δίκιο. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο αυταρχισμός δεν αποτελεί απλώς ηθικό πρόβλημα. Είναι και μηχανισμός παραγωγής πολιτικών λαθών.
Η θεωρία ότι το κόμμα κατέχει την ιστορική αλήθεια
Ο σταλινισμός δεν περιορίστηκε στον αυταρχικό τρόπο οργάνωσης. Συνδέθηκε και με μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη μαρξιστική θεωρία: την αντιμετώπισή της ως κλειστού, ολοκληρωμένου και αδιαμφισβήτητου συστήματος αληθειών, του οποίου την ορθή ερμηνεία δικαιούται να καθορίζει η κομματική ηγεσία. Αυτό είχε τρεις συνέπειες.
Πρώτον, η θεωρία αποσυνδέθηκε από την κριτική διερεύνηση της πραγματικότητας. Αντί η πολιτική γραμμή να ελέγχεται από την ταξική πάλη και την εμπειρία των εργαζομένων, η πραγματικότητα ερμηνευόταν έτσι ώστε να επιβεβαιώνει την ορθότητα της γραμμής.
Δεύτερον, η διαφωνία αντιμετωπίστηκε ως ιδεολογική παρέκκλιση. Η θεωρητική αντιπαράθεση υποκαταστάθηκε από την αναζήτηση της επίσημης θέσης.
Τρίτον, η πολιτική ήττα δεν οδηγούσε υποχρεωτικά σε αυτοκριτική. Συχνά αποδιδόταν σε προδοσίες, εχθρικές συνωμοσίες ή ανεπαρκή πειθαρχία.
Η συνέπεια είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη σημερινή Αριστερά. Όταν μια οργάνωση θεωρεί ότι κατέχει εκ των προτέρων την ιστορική αλήθεια, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ότι μπορεί να έχει λανθασμένη στρατηγική, ανεπαρκές πρόγραμμα ή λανθασμένη εκτίμηση των κοινωνικών συσχετισμών. Η μαρξιστική θεωρία τότε παύει να λειτουργεί ως εργαλείο κριτικής της κοινωνίας και μετατρέπεται σε εργαλείο νομιμοποίησης της οργάνωσης.
Σταλινικές πρακτικές χωρίς σταλινική ιδεολογία;
Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η επιβίωση αυτών των πρακτικών δεν εξηγείται μόνο από την ιστορική επιρροή του σταλινισμού. Υπάρχουν και ευρύτεροι οργανωτικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί που είναι καλοί αγωγοί παρόμοιων πρακτικών.
Ένας τέτοιος μηχανισμός είναι η αυτοσυντήρηση του οργανισμού. Κάθε οργάνωση χρειάζεται πόρους, στελέχη, συνέχεια και συντονισμό. Όταν όμως η διατήρηση της ίδιας της οργάνωσης γίνεται αυτοσκοπός, τα μέλη αντιμετωπίζονται ως μέσα αναπαραγωγής του μηχανισμού και όχι ως ενεργά υποκείμενα της πολιτικής.
Ένας άλλος είναι η συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας. Όσοι ελέγχουν τις υποψηφιότητες, τις θέσεις ευθύνης, την πληροφόρηση και τους οικονομικούς πόρους αποκτούν πλεονέκτημα απέναντι στα απλά μέλη. Το πλεονέκτημα αυτό μπορεί να αναπαράγεται ακόμη και όταν οι καταστατικές διαδικασίες είναι τυπικά δημοκρατικές.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η πίεση της πολιτικής ήττας. Όταν ένα κίνημα υποχωρεί ή ένα κόμμα χάνει την κοινωνική του επιρροή, η ηγεσία μπορεί να αναζητήσει την αιτία στην απειθαρχία, στην εσωτερική αντιπολίτευση ή στην έλλειψη ενότητας. Έτσι, αντί να αναθεωρήσει τη στρατηγική της, ενισχύει τον έλεγχο.
Τέλος, ουσιαστική συμβολή έχει και η παθητικοποίηση των μελών. Όταν η πολιτική δράση περιορίζεται στην εκλογή ηγεσιών, στην αποδοχή αποφάσεων και στην κινητοποίηση κατόπιν εντολής, τα μέλη χάνουν σταδιακά την αυτοπεποίθηση και την ικανότητα αυτόνομης πολιτικής παρέμβασης. Έτσι, η εξουσία συγκεντρώνεται ακόμη περισσότερο στην κορυφή.
Η ιστορία δείχνει ότι οι ιεραρχίες, η εξειδίκευση και ο έλεγχος των διοικητικών μηχανισμών μπορούν να δημιουργήσουν σχέσεις κυριαρχίας που δεν ανάγονται αποκλειστικά στις οικονομικές σχέσεις ιδιοκτησίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί μια οργάνωση να δηλώνει αντικαπιταλιστική ή επαναστατική για να αποφύγει την γραφειοκρατικοποίηση. Καθοριστικό ρόλο έχουν οι πραγματικές σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό της.
Χειραφέτηση ή υποκατάσταση της εργατικής τάξης;
Εδώ εντοπίζεται η πιο θεμελιώδης αντίφαση. Ο Μαρξ, στον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία (1871), αναδεικνύει την ανάγκη να μετασχηματιστεί ο κρατικός μηχανισμός και να περιοριστεί η δυνατότητα των κρατικών αξιωματούχων να αποσπώνται από την κοινωνία. Η Παρισινή Κομμούνα, με την αιρετότητα και την ανακλητότητα των αντιπροσώπων και τον περιορισμό των απολαβών τους, αποτέλεσε βασικό σημείο αναφοράς.
Η ουσία είναι ότι η χειραφέτηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί απλώς από μια φωτισμένη ηγεσία που ενεργεί στο όνομα των εργαζομένων. Προϋποθέτει τη διεύρυνση της ικανότητας των ίδιων των εργαζομένων να αποφασίζουν για τις κοινωνικές και πολιτικές υποθέσεις.
Εδώ βρίσκεται και η σημασία της κριτικής της Ρόζα Λούξεμπουργκ στον περιορισμό της πολιτικής ελευθερίας. Στο κείμενό της Η Ρωσική Επανάσταση (1918), επέμεινε ότι χωρίς ελεύθερη δημόσια συζήτηση και πραγματική πολιτική ζωή, η εξουσία των σοβιέτ κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε κυριαρχία ενός στενού μηχανισμού.
Αυτή η κριτική δεν σημαίνει ότι η οργάνωση, η ηγεσία ή ο συντονισμός είναι περιττά. Σημαίνει ότι πρέπει να υπόκεινται σε κοινωνικό και πολιτικό έλεγχο. Η αντίφαση μπορεί να διατυπωθεί ως εξής:
Η επαναστατική οργάνωση είναι αναγκαία για τη συλλογική δράση. Όμως, η συγκέντρωση της εξουσίας στην οργάνωση μπορεί να περιορίσει την αυτοτελή δράση των εργαζομένων. Κι αν ο περιορισμός αυτός παγιωθεί, η οργάνωση μπορεί να υποκαταστήσει το κοινωνικό υποκείμενο που υποτίθεται ότι επιδιώκει να χειραφετήσει. Η ιστορική εμπειρία του σταλινισμού καθιστά αυτή την αντίφαση κεντρικό πρόβλημα κάθε σύγχρονης σοσιαλιστικής στρατηγικής.
Χαρακτηριστικά σταλινικών πρακτικών
Δεν αρκεί να εξετάσουμε αν μια οργάνωση επικαλείται τον Στάλιν, τον Λένιν ή τον Μαρξ. Χρειάζεται να εξετάσουμε τον τρόπο λειτουργίας της στους εξής τομείς:
Εσωτερική δημοκρατία: Μπορεί η μειοψηφία να οργανώνεται και να διεκδικεί αλλαγή της γραμμής;
Ηγεσία: Υπόκειται η ηγεσία σε ουσιαστικό έλεγχο και λογοδοσία;
Θεωρία: Επιτρέπεται η κριτική της επίσημης γραμμής χωρίς κατηγορίες περί προδοσίας;
Πληροφόρηση: Έχουν τα μέλη πρόσβαση στα δεδομένα και στις πραγματικές διαφωνίες;
Οργανωτικές κυρώσεις: Επιβάλλονται με διαφανείς κανόνες και δικαίωμα υπεράσπισης;
Κοινωνικά κινήματα: Ενισχύεται η αυτονομία τους ή χρησιμοποιούνται ως μηχανισμοί της κομματικής ηγεσίας;
Πολιτική ενότητα: Βασίζεται σε κοινά συμφωνημένους στόχους ή στην απαίτηση υποταγής σε μία ηγεσία;
Τα κριτήρια αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ότι μια οργάνωση είναι σταλινική. Επιτρέπουν, όμως, να εντοπίσουμε πρακτικές γραφειοκρατικού αυταρχισμού, ανεξάρτητα από την ιδεολογική της αυτοπεριγραφή.
Τι σημαίνει αυτό για τη σημερινή Αριστερά;
Για μια Αριστερά που επιδιώκει τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, η ιστορική αποκήρυξη του Στάλιν και του σταλινισμού δεν αρκεί. Οφείλει να αναπτύξει θεσμούς και πολιτικές πρακτικές που εμποδίζουν την επανεμφάνιση των σχέσεων εξουσίας που τρέφουν τον σταλινισμό. Αυτό σημαίνει:
Ουσιαστική εσωτερική δημοκρατία: ελεύθερες τάσεις, κατοχυρωμένα δικαιώματα μειοψηφιών και πραγματική δυνατότητα αλλαγής ηγεσίας.
Λογοδοσία και ανακλητότητα: οι αιρετοί εκπρόσωποι να μην αποκτούν ανεξέλεγκτη εξουσία λόγω της θέσης τους.
Θεωρητικό πλουραλισμό: ο μαρξισμός να αντιμετωπίζεται ως ζωντανή μέθοδος κριτικής και όχι ως επίσημο δόγμα.
Αυτονομία των κοινωνικών κινημάτων: τα συνδικάτα, οι συνελεύσεις και τα κινήματα να διατηρούν το δικαίωμα να διαφωνούν με τα κόμματα της Αριστεράς.
Πολιτική ενότητα χωρίς οργανωτική απορρόφηση: η κοινή δράση να μη συνεπάγεται κατάργηση των διαφορετικών πολιτικών ταυτοτήτων και της αυτοτέλειας των συμμετεχόντων.
Έλεγχο της γραφειοκρατικοποίησης: διαφάνεια στους πόρους, περιορισμός των μόνιμων προνομίων και εναλλαγή των θέσεων ευθύνης.
Η τελευταία αυτή διάσταση είναι κρίσιμη: η δημοκρατία δεν αποτελεί απλώς μια ηθική αξία που προστίθεται στον σοσιαλισμό. Είναι μέρος του ίδιου του περιεχομένου του, εφόσον ο σοσιαλισμός νοείται ως διεύρυνση της κοινωνικής αυτοκυβέρνησης.
Κατακλείδα
Οι μέθοδοι και οι πρακτικές του σταλινισμού επιβιώνουν όχι μόνο λόγω της ιστορικής αδράνειας, αλλά και επειδή απαντούν σε υπαρκτές οργανωτικές τάσεις: τη συγκέντρωση της εξουσίας, την αυτοσυντήρηση των μηχανισμών, την πειθάρχηση της διαφωνίας και την υποκατάσταση της κοινωνικής δράσης από την κομματική ηγεσία.
Η βασική μαρξιστική πρόκληση είναι να εξηγηθεί πώς η πολιτική οργάνωση, ενώ είναι αναγκαία για τη χειραφέτηση, μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό κυριαρχίας πάνω σε εκείνους που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Το ουσιαστικό δίλημμα δεν είναι πολιτική οργάνωση ή κόμμα-σφραγίδα. Είναι οργάνωση που ενισχύει την αυτοτελή πολιτική ικανότητα των εργαζομένων, ή οργάνωση που την υποκαθιστά.
Και ίσως το βαθύτερο μάθημα του σταλινισμού είναι ότι δεν αρκεί να αλλάξουν οι ιδιοκτησιακές σχέσεις ή να περάσει η εξουσία σε ένα κόμμα που επικαλείται την εργατική τάξη. Χρειάζεται να αλλάξουν και οι ίδιες οι σχέσεις εξουσίας, ώστε οι εργαζόμενοι να μην παραμένουν αντικείμενα αποφάσεων αλλά να γίνονται όλο και περισσότερο τα υποκείμενα της κοινωνικής τους χειραφέτησης.









Σχόλια (0)