«Αρχίζει το ματς | Αδειάσαν οι δρόμοι | Η ώρα ζυγώνει | Αρχίζει το ματς | Αρχίζει το ματς | Ερήμωσε η πόλη | Τρεχάτε κι αρχίζει το ματς», γράφει ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στον μουσικό δίσκο: Ψυχραιμία παιδιά, (1979), θέλοντας να αναδείξει την ύψιστη σημασία ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.
- Βασίλειος-Γεώργιος Τσούνης
Πρώτη αγωνιστική για τις ομάδες του ελληνικού πρωταθλήματος το περασμένο Σαββατοκύριακο. Οπως κάθε χρόνο τέλη Αυγούστου, έτσι και φέτος ποδοσφαιρικοί σύλλογοι αλλά και φίλαθλο κοινό ζεσταίνουν τις μηχανές τους για μια ποδοσφαιρική χρονιά γεμάτη θέαμα και κάτι απο αυτό που λέμε “ποδοσφαιρική μαγεία”.
Μια μαγεία που θυμίζει κάτι απο άλλες εποχές αφού το ποδόσφαιρο ως άθλημα γοήτευε και έδινε χώρο έκφρασης κυρίως στον κόσμο της εργασίας που προερχόταν απο τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Ήταν ανέκαθεν ενα μέσω πίστης στο όνειρο μιας «μεγάλης ομάδας»
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που κάποιες όμαδες θεωρούνται «μεγάλες» ,άλλες για τους τίτλους και τις επιτυχίες τους στα αθλήματα και άλλες γιατί η ιστορία τους είναι συνυφασμένη με την ιστορία των ανθρώπων που τις ίδρυσαν. Τέτοιες ομάδες είναι οι ομάδες της προσφυγιάς. Οι ομάδες αυτές είτε εγκαταστάθηκαν μαζί με τους πρόσφυγες από την πατρίδα, για να την θυμίζουν πάντα είτε ιδρύθηκαν στην Ελλάδα, για να συμβολίζουν το νέο ξεκίνημα, αλλά και την ιστορική μνήμη.
Κάπου εδώ λοιπόν η ομάδα παύει να είναι ένας απλός αθλητικός σύλλογος και γίνεται ιδέα συνυφασμένη με τις ζωές των ανθρώπων που ψάχνουν αποκούμπι στην δύσκολη καθημερινότητα.
Με αυτόν τον συμβολισμό χρωματίστηκαν κατά κύριο λόγο οι Κυριακές των φιλάθλων. Οι μέρες δηλαδή που μικροί, μεγάλοι ξέχναγαν τα όποια προβλήματα και πλέον το γήπεδο γινόταν γιορτή.
Αξίζει εδώ να αναφερθεί πως “το γήπεδο” εκτός απ τον αγωνιστικό χώρο αποκτούσε μια κοινωνική σημασία, αφού σε αυτόν τον χώρο είχαν την δυνατότητα να συναντηθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, να ανταλλάξουν απόψεις σε ήπιους ή σε ανεβασμένους τόνους, να τραγουδήσουν, να χαρούν και να λυπηθούν με την επιτυχία ή την αποτυχία της ομάδας τους αντίστοιχα.
Όλο αυτό το σύμπλεγμα συναισθημάτων και ενεργειών έδινε μια τρομερή αίγλη στο ποδόσφαιρο που σήμερα όσο καλοπροαίρετα και να το εξετάσουμε φαίνεται να έχει χαθεί.
Το ποδόσφαιρο πλέον έχει φτάσει στο άκρον άωτον της εμπορευματοποίησης.
Οι άλλοτε ομάδες που άνηκαν στον κόσμο που εκπροσωπούσαν έχουν γίνει ανώνυμες εταιρείες της καπιταλιστικής οικονομίας. Γύρο από όλο αυτό έχει στηθεί μια τρομερή βιομηχανία που μετατρέπει σε εμπορική διαδικασία το συναίσθημα για την «ομάδα-ιδέα» ενώ στην χειρότερη μορφή αυτές οι “Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρίες” εκμεταλλευόμενες την αγάπη του κόσμου για την ομάδα χτίζουν ενα σύστημα πελατών με απώτερο σκοπό την υπεράσπιση ιδιωτικών, επιχειρηματικών, ακόμη και πολιτικών συμφερόντων.
Περνώντας όμως και στο αθλητικό σκέλος θα δούμε πως και εκεί η κατάσταση είναι στα ίδια ακριβώς επίπεδα.
Κατα το παρελθόν οι ποδοσφαιρικές ομάδες κατείχαν σε έναν μεγάλο βαθμό το τοπικό στοιχείο. Με απλά λόγια αγωνίζονταν σε αυτές αθλητές με την ίδια τοπογραφική ή ταξική καταγωγή πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα το μπόλιασμα της ομάδας με το φίλαθλο κοινό της.
Σήμερα οι αθλητές είναι επαγγελματίες και μάλιστα καλά αμειβόμενοι. Πάλι γύρω απο αυτό η βιομηχανία και το εμπόριο με όρους ελεύθερης αγοράς δίνουν και παίρνουν.
Διαφημίσεις, βραβεία, πλούτος και ένα χλιδάτο πρότυπο ζωής.
Όσο για τις ακαδημίες και αυτές αποτελούν φυτώρια επαγγελματιών που προετοιμάζονται για τα λαμπρά φώτα του σημερινού ποδοσφαιρικού κόσμου, μακριά απ την λογική της άθλησης ως τρόπο ζωής αλλά και την ευκαιρία που μπορεί να δοθεί σε νέους και νέες να μάθουν μέσα απο αυτή την διαδικασία πως οι συλλογικοί στόχοι και η ομαδική προσπάθεια μπορεί να φέρει καλύτερα αποτελέσματα τόσο στο ίδιο το άθλημα όσο και σε πιο πολυσύνθετα ζητήματα.
Όλη αυτή η εξέλιξη στο ποδόσφαιρο είναι σαφές πως καμία σχέση δεν έχει με την «ομάδα-ιδέα».
Όλα αυτά είναι απλά προϊόντα με συγκεκριμένο αντίτιμο και καμία απόλυτος συναισθηματική αξία.








