Η ανεξαρτησία της Ταϊβάν και ο νέος Ψυχρός Πόλεμος

Η ανεξαρτησία της Ταϊβάν και ο νέος Ψυχρός Πόλεμος

  • |

Στο φόντο της ανακοίνωσης της αντικινεζικής συμμαχίας ΗΠΑ-Βρετανίας-Αυστραλίας, αναδημοσιεύουμε ένα παλιότερο άρθρο (δημοσιεύτηκε το περασμένο καλοκαίρι στην Εργατική Αριστερά) από την αυστραλιανή εφημερίδα Red Flag, για ένα από τα πιθανά θερμά μέτωπα της σύγκρουσης στην περιοχή.

Η Ταϊ­βάν εξε­λίσ­σε­ται σε ένα εν δυ­νά­μει ση­μα­ντι­κό ση­μείο ανά­φλε­ξης της ιμπε­ρια­λι­στι­κής σύ­γκρου­σης ανά­με­σα στις ΗΠΑ και την ανερ­χό­με­νη Κίνα. 

Μικ Άρμστρονγκ

Στην Αυ­στρα­λία, η κυ­βέρ­νη­ση και το στρα­τιω­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο έχουν κλι­μα­κώ­σει εμ­φα­νώς την αντι­κι­νε­ζι­κή ρη­το­ρι­κή τους, κά­νο­ντας λόγο για προ­ε­τοι­μα­σί­ες πο­λέ­μου στην ερ­χό­με­νη δε­κα­ε­τία. Οι στρα­τιω­τι­κές δα­πά­νες έχουν ενι­σχυ­θεί κα­τα­κό­ρυ­φα, ενώ κά­ποιοι αρ­θρο­γρά­φοι στα ΜΜΕ του Μέρ­ντοχ κα­λούν την Αυ­στρα­λία να απο­κτή­σει δικά της πυ­ρη­νι­κά όπλα.

Το κι­νε­ζι­κό κα­θε­στώς θε­ω­ρού­σε πάντα την Ταϊ­βάν ως ανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της Κίνας, αλλά δεν είχε τη στρα­τιω­τι­κή ικα­νό­τη­τα ή την πο­λι­τι­κή βού­λη­ση να κα­τα­λά­βει το νησί. Ωστό­σο, κά­ποιοι δυ­τι­κοί στρα­τιω­τι­κοί ανα­λυ­τές πι­στεύ­ουν ότι σή­με­ρα η Κίνα είναι πλέον σε θέση να διε­ξά­γει ένα νι­κη­φό­ρο πό­λε­μο απέ­να­ντι στις ΗΠΑ για την Ταϊ­βάν, αν αυτός γίνει με συμ­βα­τι­κά (δλδ. μη-πυ­ρη­νι­κά) όπλα. Αυτό δεν ση­μαί­νει ότι επί­κει­ται μια κι­νε­ζι­κή ει­σβο­λή στην Ταϊ­βάν, αν και δεν μπο­ρεί να απο­κλει­στεί μια τέ­τοια εξέ­λι­ξη μέσα στην επό­με­νη δε­κα­ε­τία. Ακόμα και αν το κι­νε­ζι­κό κα­θε­στώς δια­θέ­τει όντως, ή θα απο­κτή­σει σύ­ντο­μα, τη συμ­βα­τι­κή στρα­τιω­τι­κή δυ­να­τό­τη­τα να στη­ρί­ξει μια επι­τυ­χη­μέ­νη ει­σβο­λή στην Ταϊ­βάν, αυτή πα­ρα­μέ­νει μια επι­κίν­δυ­νη κί­νη­ση για την κι­νε­ζι­κή άρ­χου­σα τάξη.

Πρώ­τον, υπάρ­χει ο κίν­δυ­νος ότι ένας τέ­τοιος πό­λε­μος θα μπο­ρού­σε να ξε­φύ­γει προς την κα­τεύ­θυν­ση ενός πυ­ρη­νι­κού πο­λέ­μου, τον οποίο η Κίνα δεν θα μπο­ρού­σε να νι­κή­σει απέ­να­ντι στη συ­ντρι­πτι­κή ανώ­τε­ρη αμε­ρι­κα­νι­κή πυ­ρη­νι­κή δύ­να­μη.

Δεύ­τε­ρον, ακόμα κι αν ήταν επι­τυ­χη­μέ­νη μια αρ­χι­κή ει­σβο­λή, υπάρ­χει η πι­θα­νό­τη­τα να ακο­λου­θή­σει ένα μακρύ πα­ρα­τε­τα­μέ­νο αντάρ­τι­κο. Ενώ κά­ποιοι πλού­σιοι Ταϊ­βα­νέ­ζοι κα­πι­τα­λι­στές, με εκτε­τα­μέ­νες και πολύ κερ­δο­φό­ρες επεν­δύ­σεις στην Κίνα, μπο­ρεί να ανε­χθούν μια ει­σβο­λή, δεν υπάρ­χει καμία έν­δει­ξη ότι η μάζα των Ταϊ­βα­νέ­ζων ερ­γα­ζο­μέ­νων και νε­ο­λαί­ων πρό­κει­ται να υπο­δε­χτεί τα κι­νε­ζι­κά στρα­τεύ­μα­τα ως απε­λευ­θε­ρω­τές. Επι­πλέ­ον, στην Ταϊ­βάν υπάρ­χει μια μακρά προϊ­στο­ρία αντί­στα­σης σε ιμπε­ρια­λι­στι­κές δυ­νά­μεις κα­το­χής. Οι ηγέ­τες της Κίνας έχουν δει τι ζημιά προ­κά­λε­σαν στην αμε­ρι­κα­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρία οι μα­κρο­χρό­νιες κα­το­χές του Ιράκ και του Αφ­γα­νι­στάν –και πριν από αυτό τι έπα­θαν οι Ρώσοι στο Αφ­γα­νι­στάν. Γιατί να δια­κιν­δυ­νεύ­σουν να ακο­λου­θή­σουν αυτό το μο­νο­πά­τι;

Τρί­τον, μια τέ­τοια επι­θε­τι­κή κί­νη­ση από την Κίνα δια­κιν­δυ­νεύ­ει να εξω­θή­σει τις γει­το­νι­κές χώρες –Ινδία, Ια­πω­νία, Νότια Κορέα, Βιετ­νάμ και Φι­λιπ­πί­νες– ακόμα πιο βαθιά μέσα στο αμε­ρι­κα­νι­κό στρα­τό­πε­δο. Δια­κιν­δυ­νεύ­ει επί­σης την πι­θα­νό­τη­τα να απο­φα­σί­σουν η Αυ­στρα­λία, η Ια­πω­νία και η Νότια Κορέα να ανα­πτύ­ξουν δικά τους πυ­ρη­νι­κά όπλα.

Όσον αφορά την αμε­ρι­κα­νι­κή προ­σέγ­γι­ση, κά­ποιοι σχο­λια­στές έχουν ισχυ­ρι­στεί ότι η αμε­ρι­κα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση δεν είναι έτοι­μη να πάει σε πό­λε­μο για την Ταϊ­βάν, ότι οι ΗΠΑ δεν μπο­ρούν να κερ­δί­σουν ένα συμ­βα­τι­κό πό­λε­μο και ότι είναι εξαι­ρε­τι­κά απί­θα­νο να ρι­σκά­ρουν έναν πυ­ρη­νι­κό πό­λε­μο. Αυτοί οι σχο­λια­στές κα­τα­λή­γουν ότι κά­ποια στιγ­μή οι ΗΠΑ θα κα­τα­λή­ξουν σε μια συμ­φω­νία με την Κίνα και θα εγκα­τα­λεί­ψουν την Ταϊ­βάν. Αν συμ­βεί αυτό, θα είναι μια τε­ρά­στια υπο­χώ­ρη­ση για τον αμε­ρι­κα­νι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό. Θα ήταν ένα πραγ­μα­τι­κό ση­μά­δι πα­ρακ­μής και αδυ­να­μί­ας, και στην πε­ριο­χή Ασί­ας-Ει­ρη­νι­κού και στην ευ­ρύ­τε­ρη πα­γκό­σμια σκηνή. Η ασια­τι­κή πλευ­ρά του Ει­ρη­νι­κού Ωκε­α­νού είναι όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρη η πιο ση­μα­ντι­κή πε­ριο­χή για τον πα­γκό­σμιο κα­πι­τα­λι­σμό. Το να εγκα­τα­λεί­ψουν οι ΗΠΑ ήπια και τα­πει­νά την κυ­ριαρ­χία τους εκεί θα απο­τε­λού­σε μια θη­ριώ­δη υπο­χώ­ρη­ση.

Συ­νε­πώς, αν και δεν μπο­ρού­με να απο­κλεί­σου­με την πι­θα­νό­τη­τα μιας βρώ­μι­κης συμ­φω­νί­ας σε στυλ Μο­νά­χου –όπου οι Γάλ­λοι και Βρε­τα­νοί ιμπε­ρια­λι­στές πα­ρέ­δω­σαν την Τσε­χο­σλο­βα­κία στη Να­ζι­στι­κή Γερ­μα­νία σε μια μά­ταιη προ­σπά­θεια να απο­φευ­χθεί ο πό­λε­μος– δεν είναι αυτή η πιο πι­θα­νή αντί­δρα­ση της αμε­ρι­κα­νι­κής άρ­χου­σας τάξης στη διεκ­δί­κη­ση της Ταϊ­βάν από την Κίνα.

Η εγκα­τά­λει­ψη της Ταϊ­βάν από τις ΗΠΑ δεν θα ενέ­πνεε ιδιαί­τε­ρη εμπι­στο­σύ­νη στους συμ­μά­χους τους στη Νότια Κορέα και την Ια­πω­νία. Αυτοί οι σύμ­μα­χοι θα μπο­ρού­σαν εν­δε­χο­μέ­νως να αρ­χί­σουν να ακο­λου­θούν τον δικό τους δρόμο, κλεί­νο­ντας δικές τους δι­με­ρείς συμ­φω­νί­ες με το Πε­κί­νο και συ­νε­πώς απο­δυ­να­μώ­νο­ντας ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο τις στρα­τη­γι­κές θέ­σεις των ΗΠΑ.

Επι­πλέ­ον, η Ταϊ­βάν είναι κάθε άλλο παρά μια φτωχή Τρι­το­κο­σμι­κή χώρα. Είναι μια ση­μα­ντι­κή βιο­μη­χα­νι­κή οι­κο­νο­μία, η 19η με­γα­λύ­τε­ρη διε­θνώς, με το 13ο υψη­λό­τε­ρο κατά κε­φα­λήν ΑΕΠ με όρους  ισο­τι­μί­ας αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης.

Είναι πολύ ση­μα­ντι­κή για την αμε­ρι­κα­νι­κή οι­κο­νο­μία, καθώς απο­τε­λεί το με­γα­λύ­τε­ρο πά­ρο­χο μι­κρο­τσίπ υψη­λής ποιό­τη­τας. Πραγ­μα­τι­κά, ο ρόλος της Ταϊ­βάν ως πα­ρα­γω­γός μι­κρο­τσίπ γί­νε­ται όλο και ση­μα­ντι­κό­τε­ρος, καθώς η ζή­τη­ση για τσιπς αυ­ξά­νε­ται τα­χύ­τα­τα. Η Εται­ρεία Κα­τα­σκευ­ής Ημι-Αγω­γών της Ταϊ­βάν (Taiwan Semi-Conductor Manufacturing Company, TSMC) κα­τα­γρά­φη­κε πρό­σφα­τα ως η εται­ρία με την 10η με­γα­λύ­τε­ρη αξία στον πλα­νή­τη. Συ­νε­πώς, μια πλή­ρης εγκα­τά­λει­ψη της Ταϊ­βάν από τις ΗΠΑ θα είχε πολύ σο­βα­ρό κό­στος.

Αν και η κυ­βέρ­νη­ση Μπάι­ντεν δεν έχει ως τώρα δε­σμευ­τεί να διε­ξά­γει πό­λε­μο για την Ταϊ­βάν, οι ΗΠΑ αυ­ξά­νουν τη στρα­τιω­τι­κή βο­ή­θεια στη χώρα, ενώ φυ­σι­κά αυ­ξά­νουν θη­ριω­δώς τις δικές τους στρα­τιω­τι­κές δα­πά­νες και επι­χει­ρούν να εμ­βα­θύ­νουν τις συμ­μα­χί­ες τους με τις άλλες χώρες που συ­να­παρ­τί­ζουν την «Τε­τρά­δα» -Ια­πω­νία, Ινδία και Αυ­στρα­λία.

Η σο­σια­λι­στι­κή θέση είναι απλή. Στε­κό­μα­στε ενά­ντια σε έναν ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο με­τα­ξύ ΗΠΑ και Κίνας, για την Ταϊ­βάν ή για οποιο­δή­πο­τε άλλο ζή­τη­μα. Εί­μα­στε κά­θε­τα αντί­θε­τοι σε κάθε αυ­στρα­λια­νή συμ­με­το­χή σε έναν τέ­τοιο πό­λε­μο, έναν πό­λε­μο που θα μπο­ρού­σε να κο­στί­σει εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες ζωές αν διε­ξα­χθεί με συμ­βα­τι­κά όπλα ή και ανεί­πω­τα εκα­τομ­μύ­ρια ζωές αν εξα­πο­λυ­θούν πυ­ρη­νι­κά. Για πα­ρά­δειγ­μα, κα­νείς δεν μπο­ρεί να απο­κλεί­σει την πι­θα­νό­τη­τα να εξα­πο­λύ­σουν οι ΗΠΑ ένα προ­λη­πτι­κό πυ­ρη­νι­κό χτύ­πη­μα στη Βό­ρεια Κορέα ως προει­δο­ποί­η­ση προς την Κίνα, αν φαι­νό­ταν ότι επί­κει­ται μια ει­σβο­λή στην Ταϊ­βάν.

Στην Αυ­στρα­λία, όπου η κυ­βέρ­νη­σή μας είναι τόσο δυ­να­μι­κά ενταγ­μέ­νη στο αμε­ρι­κα­νι­κό στρα­τό­πε­δο όσον αφορά αυτή τη σύ­γκρου­ση, οι σο­σια­λι­στές και οι αντι­πο­λε­μι­κοί ακτι­βι­στές οφεί­λουν να κα­τευ­θύ­νουν τις δρά­σεις τους ενά­ντια στον εχθρό στην ίδια μας τη χώρα –τη δική μας άρ­χου­σα τάξη και τους συμ­μά­χους της.

Αλλά αυτό δε ση­μαί­νει ότι οι σο­σια­λι­στές οφεί­λουν να δί­νουν «λευκή επι­τα­γή» στον κι­νε­ζι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό. Κά­ποιοι στην Αρι­στε­ρά, διά­φο­ρων ειδών στα­λι­νι­κοί ή/και υπο­στη­ρι­κτές κα­θε­στώ­των που είναι εχθρι­κά προς τις ΗΠΑ, όπως η Συρία του Άσαντ, η Ρωσία του Πού­τιν, η Βό­ρεια Κορέα και το Ιράν, υπο­στή­ρι­ξαν τη βίαιη κι­νε­ζι­κή κα­τα­στο­λή στο Χονγκ-Κονγκ και ισχυ­ρί­ζο­νται ότι οι διεκ­δι­κή­σεις της Κίνας επί της Ταϊ­βάν είναι δί­καιες. Ισχυ­ρί­ζο­νται ότι η Ταϊ­βάν υπήρ­ξε ιστο­ρι­κά κι­νε­ζι­κή πε­ριο­χή την οποία άρ­πα­ξαν από την Κίνα οι ιμπε­ρια­λι­στι­κές δυ­νά­μεις.

Ακόμα κι αν αυτός ο ιστο­ρι­κός ισχυ­ρι­σμός ήταν αλη­θής, αυτό δεν θα δι­καιο­λο­γού­σε μια φο­νι­κή ει­σβο­λή που δεν θα είχε την υπο­στή­ρι­ξη της μάζας των ερ­γα­ζο­μέ­νων και των απλών αν­θρώ­πων στην Ταϊ­βάν, ενώ δεν θα προ­ω­θού­σε με οποιον­δή­πο­τε τρόπο τα συμ­φέ­ρο­ντα των ερ­γα­ζο­μέ­νων στην ίδια την Κίνα.

Αλλά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οι κι­νε­ζι­κές αξιώ­σεις επί της Ταϊ­βάν δεν έχουν ισχυ­ρή βάση. Η Ταϊ­βάν δεν απο­τε­λεί πιο ανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι του κι­νε­ζι­κού έθνους από ό,τι το Θιβέτ, οι πε­ριο­χές των Ου­ΐ­γού­ρων, το Βιετ­νάμ ή η Σι­γκα­πού­ρη. Η Ταϊ­βάν είναι ένα κλασ­σι­κό πρώ­ι­μο πα­ρά­δειγ­μα ενός κρά­τους εποι­κι­στι­κής αποι­κιο­κρα­τί­ας που εκτό­πι­σε τους αρ­χι­κούς ιθα­γε­νείς Πο­λυ­νή­σιους κα­τοί­κους, οι οποί­οι συν­δέ­ο­νται εθνο­τι­κά με τους Μαορί, τους Σαμόα και τους Τόν­γκα της Νέας Ζη­λαν­δί­ας. Δεν υπήρ­ξε αξιο­ση­μεί­ω­τη κι­νε­ζι­κή πα­ρου­σία στο νησί πριν τον 17ο αιώνα.

Στη διάρ­κεια της πε­ριό­δου ολ­λαν­δι­κής αποι­κιο­κρα­τι­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης της Ταϊ­βάν, από το 1624 ως το 1662, οι αποι­κια­κές Αρχές με­τέ­φε­ραν Κι­νέ­ζους εποί­κους. Αυτοί οι Κι­νέ­ζοι έποι­κοι χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν από τους Ολ­λαν­δούς για να ερ­γα­στούν στη γη που είχε κα­τα­σχε­θεί από τον ιθα­γε­νή πλη­θυ­σμό. Οι Ολ­λαν­δοί αντι­με­τώ­πι­σαν εξε­γέρ­σεις των ιθα­γε­νών λαών και τε­λι­κά, το 1662, μια κι­νε­ζι­κή δύ­να­μη ει­σβο­λής εκ­με­ταλ­λεύ­τη­κε μια από αυτές τις εξε­γέρ­σεις για να αρ­πά­ξει το νησί και να το εν­σω­μα­τώ­σει στην κι­νε­ζι­κή αυ­το­κρα­το­ρία. Συ­νε­πώς, οι κι­νε­ζι­κές αξιώ­σεις επί της Ταϊ­βάν δεν έχουν πιο ισχυ­ρή βάση από τις βρε­τα­νι­κές αξιώ­σεις επί της Ιρ­λαν­δί­ας ή της ρω­σι­κές επί της Ου­κρα­νί­ας.

Στη συ­νέ­χεια, η Ια­πω­νία κα­τέ­λα­βε την Ταϊ­βάν το 1895 και την κυ­βερ­νού­σε ως το τέλος του Δεύ­τε­ρου Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Η ια­πω­νι­κή διοί­κη­ση ήταν αρ­χι­κά ακραία βίαιη και προ­κά­λε­σε πο­λυά­ριθ­μες το­πι­κές εξε­γέρ­σεις. Ωστό­σο επί ια­πω­νι­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης υπήρ­ξε ση­μα­ντι­κή οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη που συ­νέ­βα­λε στο να μπουν οι βά­σεις για να εξε­λι­χθεί αρ­γό­τε­ρα η Ταϊ­βάν σε μια από τις λε­γό­με­νες «Τί­γρεις» της Ασίας, μαζί με τη Σι­γκα­πού­ρη, τη Νότια Κορέα και το Χονγκ Κονγκ στις δε­κα­ε­τί­ες του ’70 και του ’80.

Το 1949, μετά τη νίκη του Κόκ­κι­νου Στρα­τού του Μάο ενά­ντια στις εθνι­κι­στι­κές δυ­νά­μεις του Κουο­μι­τάνγκ του Τσανγκ Κάι-Σεκ, ένα τμήμα του ητ­τη­μέ­νου στρα­τού του Κουο­μι­τάνγκ και των υπο­στη­ρι­κτών του κα­τέ­φυ­γε στην Ταϊ­βάν. Συ­νο­λι­κά έφτα­σαν 2 εκα­τομ­μύ­ρια μέλη κι υπο­στη­ρι­κτές του Κουο­μι­τάνγκ στην Ταϊ­βάν, που είχε τότε μόλις 6 εκα­τομ­μύ­ρια πλη­θυ­σμό.

Το 1947, είχε ήδη υπάρ­ξει μια εξέ­γερ­ση στην Ταϊ­βάν ενά­ντια στις Αρχές του Κουο­μι­τάνγκ, που είχαν ανα­λά­βει την εξου­σία μετά την απο­χώ­ρη­ση των Για­πω­νέ­ζων. Ακο­λού­θη­σε μια μακρά πε­ρί­ο­δος αντι­δρα­στι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας, με εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες φυ­λα­κι­σμέ­νους ή δο­λο­φο­νη­μέ­νους.

Αν και το Κουο­μι­τάνγκ ήταν σκλη­ρά αντι­κομ­μου­νι­στι­κό, συ­γκρό­τη­σε ένα αυ­ταρ­χι­κό κα­θε­στώς κρα­τι­κού κα­πι­τα­λι­σμού που έμοια­ζε με αρ­κε­τούς τρό­πους με το κα­θε­στώς του Πε­κί­νου. Το κα­θε­στώς Κουο­μι­τάνγκ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ότι για να επι­βιώ­σει απέ­να­ντι στην απει­λή μιας ει­σβο­λής, χρεια­ζό­ταν να ενι­σχύ­σει τα­χύ­τα­τα τη βιο­μη­χα­νι­κή βάση της Ταϊ­βάν προ­κει­μέ­νου να υπο­στη­ρί­ξει έναν ισχυ­ρό στρα­τό. Αυτός ο στό­χος δεν μπο­ρού­σε να επι­τευ­χθεί αν αφη­νό­ταν στα κα­θο­δη­γού­με­να από το κέρ­δος κα­πρί­τσια των ιδιω­τών κα­πι­τα­λι­στών επεν­δυ­τών. Μόνο ένα ισχυ­ρό κρά­τος μπο­ρού­σε να παί­ξει αυτό το ρόλο. Επί δε­κα­ε­τί­ες, οι βα­σι­κές βιο­μη­χα­νί­ες, οι τρά­πε­ζες κ.ο.κ. στην Ταϊ­βάν ήταν είτε κρα­τι­κές είτε υπό­κει­νταν σε αυ­στη­ρό κρα­τι­κό έλεγ­χο, όπως και στην «Κομ­μου­νι­στι­κή» Κίνα. Επι­πλέ­ον, προ­κει­μέ­νου να επι­τα­χυν­θεί η πα­ρα­γω­γή τρο­φί­μων και να δια­μορ­φω­θεί το ερ­γα­τι­κό δυ­να­μι­κό που ήταν ανα­γκαίο για τις βιο­μη­χα­νί­ες στις πό­λεις, το Κουο­μι­τάνγκ υλο­ποί­η­σε μια με­γά­λη αγρο­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση που ου­σια­στι­κά εξα­φά­νι­σε την παλιά τάξη των γαιο­κτη­μό­νων.

Αρ­χι­κά, οι ΗΠΑ δεν στή­ρι­ζαν ιδιαί­τε­ρα το κα­θε­στώς του Κουο­μι­τάνγκ, εκτι­μώ­ντας ότι ήταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νο να υπο­κύ­ψει στις στρα­τιές του Μάο. Αλλά με το ξέ­σπα­σμα του Πο­λέ­μου της Κο­ρέ­ας και την όξυν­ση των εντά­σε­ων στην πε­ριο­χή, οι ΗΠΑ άρ­χι­σαν να πα­ρέ­χουν ση­μα­ντι­κή στρα­τιω­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή βο­ή­θεια στην Ταϊ­βάν.

Ως τις αρχές της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, η Ταϊ­βάν είχε αρ­χί­σει να ανα­πτύσ­σει γρή­γο­ρα τις με­τα­ποι­η­τι­κές εξα­γω­γές της. Ακο­λου­θώ­ντας ένα μο­τί­βο που υπήρ­ξε κοινό σε όλες τις πρό­σφα­τα βιο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νες χώρες, αυτές οι εξα­γω­γές αρ­χι­κά αφο­ρού­σαν κυ­ρί­ως υφά­σμα­τα και ρούχα. Από τα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, το κρά­τος του Κουο­μι­τάνγκ έδωσε ώθηση σε μια απο­μά­κρυν­ση από αυτές τις βιο­μη­χα­νί­ες έντα­σης ερ­γα­σί­ας και έναν προ­σα­να­το­λι­σμό προς τις βιο­μη­χα­νί­ες έντα­σης κε­φα­λαί­ου, όπως ο χά­λυ­βας, το αλου­μί­νιο, τα πε­τρο­χη­μι­κά και οι συν­θε­τι­κές ίνες.

Έπει­τα, μετά το 1981, υπήρ­ξε μια φι­λε­λευ­θε­ρο­ποί­η­ση της οι­κο­νο­μί­ας που έδινε πε­ρισ­σό­τε­ρο χώρο στους ιδιώ­τες κα­πι­τα­λι­στές. Το εμπό­ριο με τις ΗΠΑ διευ­ρύν­θη­κε γρή­γο­ρα με μια στρο­φή στην πα­ρα­γω­γή ηλε­κτρο­νι­κών ειδών, εξο­πλι­σμού τη­λε­πι­κοι­νω­νιών, μι­κρο­τσίπ κ.ο.κ. Αλλά η κρα­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση πα­ρέ­μει­νε πολύ ση­μα­ντι­κή για τη με­γι­στο­ποί­η­ση των κερ­δών, κρα­τώ­ντας χα­μη­λούς τους μι­σθούς, απα­γο­ρεύ­ο­ντας απερ­γί­ες, κρα­τώ­ντας τα συν­δι­κά­τα αδύ­να­μα και απο­τρέ­πο­ντας τη νο­μο­θέ­τη­ση κοι­νω­νι­κών μέ­τρων που θα προ­στά­τευαν τους ερ­γά­τες.

Το 1987, κα­ταρ­γή­θη­κε τε­λι­κά ο στρα­τιω­τι­κός νόμος και ακο­λού­θη­σε μια με­τά­βα­ση προς την αστι­κή δη­μο­κρα­τία. Το DPP (Democratic Progressive Party, Δη­μο­κρα­τι­κό Προ­ο­δευ­τι­κό Κόμμα), το κόμμα που κυ­βερ­νά σή­με­ρα, δη­μιουρ­γή­θη­κε το 1986 και μια έν­νοια εκ­προ­σω­πού­σε αυτές τις δυ­νά­μεις που πί­ε­ζαν για εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό.

Το DPP αρ­χι­κά είχε ένα κά­ποιο αρι­στε­ρό προ­φίλ και υπο­στή­ρι­ζε τα ανε­ξάρ­τη­τα συν­δι­κά­τα. Σή­με­ρα ωστό­σο κυ­βερ­νά εκ­προ­σω­πώ­ντας με αφο­σί­ω­ση την ταϊ­βα­νέ­ζι­κη αστι­κή τάξη, πα­ρό­τι –πε­ρί­που όπως και Δη­μο­κρα­τι­κοί στις ΗΠΑ– κα­τα­φέρ­νει να εν­σω­μα­τώ­νει διά­φο­ρους προ­ο­δευ­τι­κούς ακτι­βι­στές των κοι­νω­νι­κών κι­νη­μά­των ως υπο­ψη­φί­ους στις βου­λευ­τι­κές ή υπο­στη­ρί­ζει στό­χους όπως ο ομό­φυ­λος γάμος.

Το DPP επι­σή­μως υπο­στη­ρί­ζει την ανε­ξαρ­τη­σία της Ταϊ­βάν από την Κίνα, αλλά δεν προ­ω­θεί στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το ζή­τη­μα γιατί δεν θέλει να προ­κα­λέ­σει το κι­νε­ζι­κό κα­θε­στώς. Από την άλλη, το Κουο­μι­τάνγκ υπο­στη­ρί­ζει επί­ση­μα την ενο­ποί­η­ση με την Κίνα μόλις ανα­τρα­πεί το υπάρ­χον κι­νε­ζι­κό κα­θε­στώς, ενώ τυ­πι­κά εξα­κο­λου­θεί να δια­τη­ρεί τον πα­ρα­νοϊ­κό ισχυ­ρι­σμό ότι αυτό απο­τε­λεί τη νό­μι­μη κυ­βέρ­νη­ση της Κίνας.

Ωστό­σο, μετά τον εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό στη δε­κα­ε­τία του ’90, στην ουσία έχει απο­σιω­πή­σει το ζή­τη­μα. Συ­νε­πώς, με όρους εφαρ­μο­σμέ­νης πο­λι­τι­κής, δεν υπάρ­χει με­γά­λη δια­φο­ρά ανά­με­σα στο DPP και το Κουο­μι­τάνγκ πάνω στο ζή­τη­μα της ανε­ξαρ­τη­σί­ας. Και τα δύο προ­τι­μούν να απο­φεύ­γουν το ζή­τη­μα.

Υπάρ­χει μια κά­ποια Αρι­στε­ρά στην Ταϊ­βάν, η πλειο­ψη­φία της οποί­ας, με την εξαί­ρε­ση κά­ποιων μι­κρών στα­λι­νι­κών ομά­δων, είναι υπέρ της ανε­ξαρ­τη­σί­ας. Το συν­δι­κα­λι­στι­κό κί­νη­μα πα­ρα­μέ­νει πολύ αδύ­να­μο, αν και έχουν υπάρ­ξει κά­ποιες απερ­γί­ες, με­τα­ξύ των οποί­ων μια απερ­γία 11 ημε­ρών από αε­ρο­συ­νο­δούς το 2019.

Με όρους λαϊ­κού αι­σθή­μα­τος, μια έρευ­να του 2020 έδει­ξε ότι το 35,1% υπο­στη­ρί­ζει την ανε­ξαρ­τη­σία, το 5,8% υπο­στη­ρί­ζει την ενο­ποί­η­ση με την Κίνα και το 52,3% υπο­στη­ρί­ζει την ανα­βο­λή της από­φα­σης ή/και τη συ­ντή­ρη­ση του ση­με­ρι­νού στά­τους κβο.

Από τη δε­κα­ε­τία του ’90 και μετά, υπήρ­ξε μια αξιο­ση­μεί­ω­τη κα­τάρ­ρευ­ση στον αριθ­μό των αν­θρώ­πων, ιδιαί­τε­ρα των νέων, που αυ­το­προσ­διο­ρί­ζο­νται ως Κι­νέ­ζοι. Το 2020, το 67% των αν­θρώ­πων αυ­το­προσ­διο­ρί­ζο­νταν ως Ταϊ­βα­νέ­ζοι, το 2,4% ως Κι­νέ­ζοι και το 27,5% αυ­το­προσ­διο­ρι­ζό­ταν ως Κι­νε­ζι­κό και Ταϊ­βα­νέ­ζι­κο ταυ­τό­χρο­να.

Οι ιθα­γε­νείς λαοί απο­τε­λούν το 2,5% ως 4% του πλη­θυ­σμού και έχουν δια­σφα­λι­σμέ­νες έδρες στο κοι­νο­βού­λιο. Ωστό­σο, πα­ρό­τι φτω­χοί και φυ­λε­τι­κά κα­τα­πιε­σμέ­νοι, ψη­φί­ζουν συ­μπα­γώς υπέρ του δε­ξιού Κουο­μι­τάνγκ. Δεν υπάρ­χει συ­νε­πώς κά­ποιος αυ­το­μα­τι­σμός με τον οποίο η φυ­λε­τι­κή κα­τα­πί­ε­ση οδη­γεί σε αρι­στε­ρή το­πο­θέ­τη­ση. Υπάρ­χει επί­σης ένας γρή­γο­ρα αυ­ξα­νό­με­νος με­τα­να­στευ­τι­κός πλη­θυ­σμός που σή­με­ρα απο­τε­λεί το 6% του ερ­γα­τι­κού δυ­να­μι­κού.

Εν κα­τα­κλεί­δι, οι σο­σια­λι­στές δεν πρέ­πει να υπο­στη­ρί­ζουν μια με το ζόρι  εν­σω­μά­τω­ση της Ταϊ­βάν στην Κίνα, πόσο μάλ­λον μια κι­νε­ζι­κή ει­σβο­λή στο νησί. Είναι υπό­θε­ση του λαού της Ταϊ­βάν να απο­φα­σί­σει δη­μο­κρα­τι­κά για το μέλ­λον του. Ωστό­σο, το ζή­τη­μα της ανε­ξαρ­τη­σί­ας της Ταϊ­βάν δεν μπο­ρεί να δια­χω­ρι­στεί από τις αυ­ξα­νό­με­νες ιμπε­ρια­λι­στι­κές εντά­σεις με­τα­ξύ ΗΠΑ και Κίνας. Οι ΗΠΑ χρη­σι­μο­ποιούν τα ζη­τή­μα­τα της Ταϊ­βάν, της κα­τα­πί­ε­σης των Ου­ϊ­γού­ρων και της βί­αι­ης κα­τα­στο­λής στο Χονγκ-Κονγκ για να φου­ντώ­νουν την εχθρό­τη­τα προς την Κίνα. Πρό­κει­ται για μια απο­λύ­τως κυ­νι­κή και υπο­κρι­τι­κή στάση, με δε­δο­μέ­νο το μακρύ κα­τά­λο­γο των αμε­ρι­κα­νι­κών πε­πραγ­μέ­νων στη βίαιη κα­τα­πί­ε­ση δη­μο­κρα­τι­κών δι­καιω­μά­των, από το Ιράκ ως το Αφ­γα­νι­στάν κι από το Βιετ­νάμ ως τη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή.

Οι σο­σια­λι­στές οφεί­λουν να ενα­ντιω­θούν στις ση­με­ρι­νές στρα­τιω­τι­κές προ­ε­τοι­μα­σί­ες σε ΗΠΑ και Αυ­στρα­λία, όπως και στην εντει­νό­με­νη Ψυ­χρο­πο­λε­μι­κή ρη­το­ρι­κή των κυ­βερ­νή­σε­ών μας. Κάθε πό­λε­μος με­τα­ξύ ΗΠΑ και Κίνας θα είναι ένας ιμπε­ρια­λι­στι­κός πό­λε­μος, αντι­δρα­στι­κός κι από τις δύο πλευ­ρές, και θα υπε­ρι­σχύ­ει του συ­γκε­κρι­μέ­νου ζη­τή­μα­τος του δι­καιώ­μα­τος του ταϊ­βα­νέ­ζι­κου λαού στην ανε­ξαρ­τη­σία. Οι σο­σια­λι­στές χρειά­ζε­ται να αγω­νι­στούν σκλη­ρά ενά­ντια σε κάθε αυ­στρα­λια­νή συμ­με­το­χή σε έναν τέ­τοιο πό­λε­μο.

/rproject.gr

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος