Πραξικόπημα στην Γκαμπόν: Καμία εμπιστοσύνη στους στρατηγούς

Πραξικόπημα στην Γκαμπόν: Καμία εμπιστοσύνη στους στρατηγούς

  • |
Μετάφραση άρθρου του σ. Ντιμέτζι Μακόλεϊ (Dimeji Macaulay), στελέχους της οργάνωσης «Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κίνημα» στη Νιγηρία, που δημοσιεύτηκε στο Internationalist Standpoint.

Μετάφραση άρθρου του σ. Ντιμέτζι Μακόλεϊ (Dimeji Macaulay), στελέχους της οργάνωσης «Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κίνημα» στη Νιγηρία, που δημοσιεύτηκε στο Internationalist Standpoint.

Χιλιάδες κάτοικοι της Γκαμπόν χαιρέτισαν το πρόσφατο στρατιωτικό πραξικόπημα κατά του πρώην προέδρου Αλί Μπονγκό Οντίμπα. Οι δρόμοι της πρωτεύουσας Λιμπρεβίλ γέμισαν με πανηγυρισμούς, καθώς οι πολίτες εξέφρασαν την αγανάκτησή τους από τη συνέχιση της προεδρίας του Αλί Μπονγκό, ιδίως λόγω των πολιτικών που εφάρμοσε εναντίον των φτωχών και της πολύ κακής κατάστασης της υγείας του.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, αξιωματικοί του στρατού της Γκαμπόν που δρουν μέσα από την «Επιτροπή για τη Μετάβαση και την Αποκατάσταση των Θεσμών», ανακοίνωσαν μέσω τηλεόρασης το πρωί της 30ής Αυγούστου τους λόγους για τους οποίους ανέλαβαν τον έλεγχο της χώρας, ανατρέποντας τον πρόεδρο Αλί Μπονγκό Οντίμπα. Οι στρατιωτικοί επεσήμαναν τις σοβαρές θεσμικές, πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις ως παράγοντες πίσω από το πραξικόπημα, το οποίο έκριναν «απαραίτητο» για την πρόοδο της δυτικοαφρικανικής χώρας. Ως αποτέλεσμα, τα σύνορα έκλεισαν μέχρι τις 2/9.

Η χούντα ακύρωσε το αποτέλεσμα των εκλογών που είχαν διεξαχθεί το Σάββατο 26 Αυγούστου και αποφάσισε να διαλύσει όλους τους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, της Γερουσίας, της Εθνοσυνέλευσης, του Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Οικονομικού, Κοινωνικού και Περιβαλλοντικού Συμβουλίου και του Κέντρου Εκλογών της Γκαμπόν. Ο Αλί Μπονγκό υποστηρίζει ότι μόλις είχε εκλεγεί για τρίτη θητεία μέσα από μια αμφιλεγόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Παρά τη μη αναγνώριση των αποτελεσμάτων από την αντιπολίτευση, το Κέντρο Εκλογών της Γκαμπόν ανακήρυξε τον Αλί Μπονγκό πρόεδρο. Ανακοίνωσαν ότι ο Μπονγκό κέρδισε τις προεδρικές εκλογές με 64% των ψήφων και με σημαντική διαφορά τον βασικό αντίπαλό του, Άλμπερτ Όντο Όσα. Ο Άλμπερτ Όντο δεν αναγνώρισε τα αποτελέσματα, επικαλούμενος πολλές παρατυπίες κατά τη διάρκεια των εκλογών. Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να παραμείνει στην εξουσία, ο Μπονγκό είχε κόψει την πρόσβαση στο διαδίκτυο και είχε επιβάλει απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια των εκλογών, με στόχο να αποτρέψει τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με τις παρατυπίες και να περιορίσει τη μετακίνηση των ανθρώπων.

Το νέο στρατιωτικό καθεστώς έθεσε τον Αλί Μπονγκό σε κατ’ οίκον περιορισμό και τον έβγαλε αμέσως σε σύνταξη. Επιπλέον, ο γιος του, Νουρεντίν Μπονγκό Βαλεντίν, μαζί με ορισμένους κυβερνητικούς αξιωματούχους, συνελήφθη με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας». Ο Νουρεντίν ήταν υπεύθυνος για τις περισσότερες δραστηριότητες του πατέρα του.

Ο νέος στρατιωτικός ηγέτης, συνταγματάρχης Μπρις Κλοτέρ Ολιγκουί Νγκουεμά, ανακοινώθηκε ως επικεφαλής του πραξικοπήματος. Παρέλασε στους δρόμους της Λιμπρεβίλ μαζί με στρατιωτικούς που πανηγύριζαν για το επιτυχημένο πραξικόπημα, που ενδεχομένως σηματοδοτεί το τέλος της δυναστείας της οικογένειας Μπονγκό. Ο νέος ηγέτης δήλωσε στα μέσα ενημέρωσης ότι ο Αλί Μπονγκό έχει «αποσυρθεί», αλλά θα «απολαμβάνει όλα τα δικαιώματά του» ως «κανονικός Γκαμπονέζος».

Από τη σκοπιά της Δυτικοαφρικανικής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ECOWAS), που είχε απαντήσει στο πραξικόπημα με απειλές, είναι μάλλον απίθανο να υπάρξει σημαντική αντίδραση. Η Ένωση είναι ήδη διχασμένη ως προς το ποια είναι η καλύτερη προσέγγιση για την παρέμβαση στον Νίγηρα. Ως απάντηση στο πραξικόπημα στην Γκαμπόν, η Αφρικανική Ένωση (ΑU) ανέστειλε τη συμμετοχή της. Η υποκρισία αυτών των θεσμών είναι κραυγαλέα: δεν έχουν πει ποτέ μια λέξη για την αυταρχική διακυβέρνηση από ανθρώπους όπως ο Αλί Μπονγκό, ο Πολ Μπιγιά του Καμερούν και άλλοι, οι οποίοι παρέμειναν στην εξουσία για δεκαετίες, ενώ οι χώρες τους υπέφεραν από την πείνα και ασθένειες  που ενώ μπορούν να θεραπευτούν, έχουν οδηγήσει  στον θάνατο εκατομμυρίων πολιτών. Αλλά τώρα διαμαρτύρονται για την τύχη της Δημοκρατίας στις χώρες αυτές!

Ένα σύντομο ιστορικό της Γκαμπόν και των «Μπονγκό»

Η Γκαμπόν είναι ένα κράτος της Κεντρικής Αφρικής με πληθυσμό περίπου 2,3 εκατομμύρια. Συνορεύει με το Καμερούν, τη Δημοκρατία του Κονγκό και την Ισημερινή Γουινέα. Η χώρα, παρά τα τεράστια αποθέματα αργού πετρελαίου που διαθέτει, έχει μια πολύπλοκη ιστορία που έχει τις ρίζες της στο αποικιακό της παρελθόν και στα συνεχή προβλήματα με τη νεοαποικιοκρατία και την καπιταλιστική εκμετάλλευση των πόρων της, κυρίως από τη Γαλλία.

Η Γκαμπόν ήταν γαλλική αποικία πριν αποκτήσει την ανεξαρτησία της το 1960, αλλά η Γαλλία συνεχίζει να παρεμβαίνει στην πολιτική της, έχοντας επίσης στρατιωτική παρουσία στη χώρα. Η επιρροή αυτή οδήγησε στην εκμετάλλευση των πόρων της Γκαμπόν, ιδίως των σημαντικών αποθεμάτων αργού πετρελαίου. Παρά τον πετρελαϊκό της πλούτο, περίπου το 33% του πληθυσμού της Γκαμπόν ζει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας.

Η Γκαμπόν είναι η έκτη μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα της Αφρικής και παράγει περίπου 211.000 βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως. Ωστόσο, εκτιμάται ότι το 40% των πολιτών της Γκαμπόν είναι άνεργοι και το 60-70% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, με ημερήσιο εισόδημα λιγότερο από 1 δολάριο. Το πολιτικό τοπίο της Γκαμπόν κυριαρχείται σε μεγάλο βαθμό από την οικογένεια Μπονγκό. Ο Ομάρ Μπονκγό, πατέρας του Αλί, βρίσκονταν στην εξουσία για 42 χρόνια, από το 1967 μέχρι τον θάνατό του το 2009. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Αλί Μπονγκό ανέλαβε την προεδρία και κατέχει τη θέση αυτή από το 2009. Και οι δύο τους δεν είχαν κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία, εκτός από την ανάγκη για αέναη συνέχιση της εξουσίας τους και φυσικά την εξυπηρέτηση των γαλλικών νεοαποικιακών συμφερόντων.

Οι διεφθαρμένες, φιλοαποικιακές και αντεργατικές πολιτικές του Αλί Μπονγκό εξηγούν το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος απηύθυνε έκκληση στους διεθνείς συμμάχους του να καταγγείλουν το πραξικόπημα και να «σηκώσουν» το ζήτημα, στους δρόμους της Λιμπρεβίλ γίνονταν πανηγυρισμοί, αναδεικνύοντας τη βαθιά ριζωμένη απογοήτευση και την επιθυμία των κατοίκων της Γκαμπόν για αλλαγή.

Ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, ο Μακρόν δήλωσε μετά το πραξικόπημα της Γκαμπόν ότι αν η Γαλλία δεν είχε εμπλακεί με στρατιωτική παρουσία στην Αφρική

«πιθανότατα δεν θα υπήρχε πλέον Μάλι… Μπουρκίνα Φάσο, και δεν είμαι σίγουρος ότι θα υπήρχε ακόμη Νίγηρας»

σε μια ξεκάθαρη επίδειξη αποικιακής αλαζονείας. Ααυτοί οι άνθρωποι και οι μαριονέτες τους στην περιοχή, αναρωτιούνται γιατί υπάρχει αυτό το κύμα απέχθειας εναντίον τους στην ευρύτερη Δυτική Αφρική.

Οι στρατιωτικοί δεν μπορούν να προσφέρουν καμία λύση

Είναι ενδιαφέρον ότι ο αρχηγός του πραξικοπήματος, ο στρατηγός Νγκουεμά, είναι ξάδελφος και πρώην στενός σύμμαχος του καθεστώτος του Αλί Μπονγκό. Τον Απρίλιο του 2020, ο Νγκουεμά ανέλαβε τη διοίκηση της Ρεπουμπλικανικής Φρουράς, ενός επίλεκτου σώματος στρατού που είναι υπεύθυνο για την προστασία του Μπονγκό. Εκτιμάται ότι ο Νγκουεμά είναι εκατομμυριούχος και σίγουρα δεν είναι κάποιος που ζει μια ζωή κοντά στο μέσο όρο των Γκαμπονέζων.

Μια έρευνα που διεξήχθη το 2020 από την πρωτοβουλία ερευνητών δημοσιογράφων για την ανάδειξη ζητημάτων οργανωμένου εγκλήματος και διαφθοράς «Organized Crime and Corruption Reporting Project» (OCCRP) έριξε φως στα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας Μπονγκό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφέρθηκε ότι ο Νγκουεμά είχε επενδύσει σε ακίνητα και υπήρχαν ισχυρισμοί ότι είχε καταβάλει ένα εκατομμύριο δολάρια σε μετρητά για τα ακίνητα αυτά. Συγκεκριμένα, ο Νγκουεμά αγόρασε τρία ακίνητα στα προάστια Χάγιατσβιλ και Σίλβερ Σπριγνκ, λίγο έξω από την πρωτεύουσα των ΗΠΑ, το 2015 και το 2018.

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με αυτούς τους ισχυρισμούς, ο Νγκουεμά απάντησε δηλώνοντας:

«Νομίζω ότι είτε στη Γαλλία είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ιδιωτική ζωή είναι μια ιδιωτική ζωή που [πρέπει να] γίνεται σεβαστή».

Όσον αφορά την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν οι σημερινοί στρατιωτικοί στην εξουσία της Γκαμπόν, παραμένει αβέβαιο αν θα συγκρουστούν με τον δυτικό ιμπεριαλισμό ή θα επιδιώξουν να συμβιβαστούν με αυτόν. Προς το παρόν, τόσο ο αμερικανικός και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός όσο και η Ρωσία και η Κίνα έχουν απευθύνει έκκληση για την «αποκατάσταση της τάξης», μια φράση που συνήθως σημαίνει ότι κανένα από τα δύο ανταγωνιστικά γεωπολιτικά στρατόπεδα δεν εμπλέκεται στο πραξικόπημα.

Η πρόσφατη πολυσυζητημένη αναζωπύρωση των στρατιωτικών πραξικοπημάτων στην Αφρική αντικατοπτρίζει το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται οι χώρες αυτές, αλλά και την πάλη για πόρους και πολιτική υποστήριξη από το δυτικό μπλοκ και από το μπλοκ Κίνας-Ρωσίας. Ο Νίγηρας, η Μπουρκίνα Φάσο, το Μάλι και η Γουινέα αμφισβήτησαν την κυριαρχία του γαλλικού και δυτικού ιμπεριαλισμού, στρεφόμενες προς τη Ρωσία και την Κίνα. Το αν οι στρατηγοί της Γκαμπόν θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, μένει να το δούμε.

Για μια ελεύθερη Γκαμπόν

Είναι προφανές ότι ο στρατός δεν θα δώσει λύση στα προβλήματα των ανθρώπων στη Γκαμπόν. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι σκοπεύουν να ακολουθήσουν μια πολιτική υπέρ των φτωχών ή να αλλάξουν την πορεία της οικονομίας της χώρας.

Η Γκαμπόν είχε κατά κεφαλήν ΑΕΠ άνω των 7.600 δολαρίων το 2019, γεγονός που την καθιστά μία από τις πλουσιότερες χώρες της αφρικανικής ηπείρου. Ωστόσο, η υπερβολική εξάρτηση από το πετρέλαιο, το οποίο αντιπροσωπεύει το 80% των εξαγωγών της και το 45% του ΑΕΠ της, έχει καταστήσει το έθνος ευάλωτο στις οικονομικές διακυμάνσεις. Η διαφθορά και η υπερεκμετάλλευση την έχουν επίσης γεμίσει με ανισότητες.

Αρκετοί άνθρωποι μπορεί αρχικά να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στο νέο καθεστώς, επειδή τους βοήθησε να απαλλαγούν από τον μισητό Αλί Μπονγκό, αλλά όπως έχει δείξει η ιστορία, οι στρατιωτικές κυβερνήσεις αλλάζουν μόνο το πρόσωπο που είναι επικεφαλής και όχι τις πολιτικές που ευθύνονται για τα προβλήματα της πλειοψηφίας των πολιτών.

Για να αλλάξει πραγματικά η ζωή του λαού της Γκαμπόν, πρέπει να υπάρξει αντίσταση από τους ίδιους τους ανθρώπους της εργατικής τάξης. Μια τέτοια δράση απαιτεί μια συλλογικότητα με ταξική συνείδηση που θα μπορεί να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των πιο χτυπημένων στρωμάτων. Με τους σημαντικούς πόρους που διαθέτει η Γκαμπόν, υπάρχουν δυνατότητες για μια καλύτερη ποιότητα ζωής για τον λαό της. Ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα και τους εκπροσώπους του.