Ένα συγνώμη είναι αρκετό;

Ένα συγνώμη είναι αρκετό;

Τα τελευταία χρόνια που η σημερινή Δημοτική Αρχή διοργανώνει τον Ημιμαραθώνιο «Μιχάλης Κούσης» έχουμε επισημάνει τις οργανωτικές αδυναμίες, που έχουν σαν αποτέλεσμα οι αγώνες να φθίνουν χρόνο με τον χρόνο, χωρίς να υπάρχει και η αντίστοιχη ανησυχία εκ μέρους της Δημοτικής Αρχής.

Φέτος πολύ έγκαιρα στις 28-2-2018 στο Δημοτικό Συμβούλιο επισημάναμε τις παλινωδίες της Δημοτικής Αρχής, όταν κανείς δεν γνώριζε πότε θα γίνουν οι αγώνες και η απάντηση του Δημάρχου, με την γνωστή έπαρση και αλαζονεία, ήταν ότι δεν υπάρχει καμιά ανησυχία, γιατί σε συνεργασία με τον ΣΕΓΑΣ οι αγώνες θα γίνουν τον Σεπτέμβρη και θα αναβαθμισθούν.

Την περασμένη Κυριακή, που έγινε ο αγώνας, κατέληξε κατά κοινή ομολογία σε «φιάσκο».

Με την απουσία του ΣΕΓΑΣ και αθλητών εθνικού επιπέδου, με την μικρότερη συμμετοχή (90 αθλητές στον ημιμαραθώνιο, 60 στα 10 km και 90 στα 5km), απαράδεκτες οργανωτικές αδυναμίες, έλλειψη πληροφόρησης στους αθλητές για την διαδρομή, έλλειψη ηλεκτρονικής χρονομέτρησης, ακόμη και έλλειψη νερού μια τόσο ζεστή μέρα.

Και να σκεφτεί κανείς ότι οι αθλητές πλήρωσαν συμμετοχή.

Η έλλειψη συμμετοχής του κόσμου ήταν εμφανής και στην διαδρομή, αλλά και στην κεντρική πλατεία, που παλαιότερα έσφυζε από κόσμο.

Η συγνώμη που ζήτησε ο αρμόδιος Αντιδήμαρχος από το χθεσινό Δημοτικό Συμβούλιο είναι λίγη απέναντι στην ντροπή που νιώθουν οι Αγρινιώτες, η οικογένεια, οι φίλοι και οι συναθλητές του αείμνηστου Μιχάλη Κούση που τιμούν κάθε χρόνο την μνήμη του.

Όταν θεσπίσαμε τους αγώνες αυτούς δεν φαντασθήκαμε ποτέ ότι μπορεί να υπάρξει επόμενη Δημοτική Αρχή, που θα τους οδηγήσει στην φετινή πλήρη αποτυχία και απαξίωση.

Δυστυχώς φοβούμαστε ότι και του χρόνου η κατάσταση θα είναι ίδια και χειρότερη, γιατί η Δημοτική Αρχή αφ ενός έχει χάσει την όποια αξιοπιστία είχε απέναντι στους παράγοντες, που διαμορφώνουν την επιτυχία τέτοιων αγώνων (ΣΕΓΑΣ, σωματεία, αθλητές και πολίτες) και αφ’ ετέρου δεν μπορεί να ασκήσει τις αρμοδιότητές της σε βασικούς τομείς και τις έχει εκχωρήσει σε «διάφορους παράγοντες» που εργάζονται για τα δικά τους συμφέροντα και όχι για το καλό της πόλης.