Αποχαιρετώντας μ’ ευγνωμοσύνη τη ζωή

Αποχαιρετώντας μ’ ευγνωμοσύνη τη ζωή

Επίτιμο ποιητή της ιατρικής τον έχουν αποκαλέσει οι New York Times. Τυχεροί όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο του «Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο» [Αγρα, 2011]. Γεννημένος το 1933 στο Λονδίνο μετακόμισε το 1955 για σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εργάστηκε πενήντα χρόνια ως νευρολόγος.

Γιώργος Σταματόπουλος

Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί ένα βιβλιαράκι [β΄ έκδοση, 62 σελ.] με τίτλο «Ευγνωμοσύνη». Τέσσερα μικρά δοκίμια που έγραψε τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, προσβεβλημένος από καρκίνο. Ενας εντυπωσιακά λιτός και τρυφερός αποχαιρετισμός στη ζωή, στο μεταίχμιο ρίγους και συγκίνησης. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να αγαπά και να εργάζεται.

Μήνες μόλις πριν από την «αναχώρησή» του έλεγε ότι πρέπει να ζήσει όσο πιο έντονα, βαθιά και δημιουργικά μπορούσε. «Πρέπει να εστιάσω στον εαυτό μου, στη δουλειά μου και στους φίλους μου. Δεν θα παρακολουθώ πια τις βραδινές ειδήσεις στην τηλεόραση. Δεν θα δίνω πια σημασία στην πολιτική ή στην επιχειρηματολογία γύρω από το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Η στάση αυτή δεν είναι απόρροια αδιαφορίας, αλλά αποστασιοποίησης…».

Δημοσίευσε στον Τύπο την ασθένειά του. Αναρίθμητες επιστολές αναγνωστών έδειξαν τη συμπαράστασή τους. «Δεν προσποιούμαι -γράφει- ότι δεν φοβάμαι. Αλλά το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η ευγνωμοσύνη. Αγάπησα και αγαπήθηκα· μου έδωσαν πολλά και έδωσα κι εγώ με τη σειρά μου· διάβασα και ταξίδεψα και στοχάστηκα και έγραψα… Μα πάνω απ’ όλα υπήρξα ένα συνειδητό ον, ένα σκεπτόμενο ον, σε τούτον τον όμορφο πλανήτη, κι αυτό από μόνο του αποτελεί τεράστιο προνόμιο και σπουδαία περιπέτεια».

Εχουν δίκιο οι εκδότες: «Τα τέσσερα αυτά δοκίμια συναποτελούν μια ωδή στη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου και στην ευγνωμοσύνη για το δώρο της ζωής». Ξεχωρίζει βεβαίως το τελευταίο δοκίμιο με τίτλο «Σάββατο». Αποκαλυπτικό: για τους Εβραίους γονείς του, τα τρία αδέρφια του, τη θρησκεία του, τις σεξουαλικές του προτιμήσεις· για την ιεροτελεστία του Σαββάτου στην εβραϊκή κοινότητα της Αγγλίας.

Αδιάφορος απέναντι στις συνήθειες και τα πιστεύω των γονιών του, δεν ήλθε εντούτοις σε ρήξη μαζί τους ώσπου έφτασε δεκαοχτώ -τότε ο πατέρας του τον πίεσε να παραδεχτεί ότι του άρεσαν τα αγόρια. «Δεν έχω κάνει τίποτα», είπε στον μπαμπά του, «απλά έτσι νιώθω -αλλά μην το πεις στη μαμά, δεν θα τ’ αντέξει».

Η μαμά το έμαθε. Φρίκη. «Είσαι ένα βδέλυγμα, καλύτερα να μην είχες γεννηθεί». Τελειώνοντας την ιατρική έφυγε και δεν ξαναγύρισε παρά μετά από εξήντα χρόνια, με τον φίλο του. Από παιδί είχε να νιώσει να τον αγκαλιάζει η οικογένειά του με θαλπωρή. Η θρησκεία τους δεν ήταν τόσο επιρρεπής πια στη μισαλλαδοξία και την αναλγησία.

Ιδού οι τελευταίες του λέξεις [Guardian:…Οι τελευταίες λέξεις απίστευτες…]: «Σκέφτομαι όλο και περισσότερο όχι οτιδήποτε υπερφυσικό ή πνευματικό, αλλά τι σημαίνει να ζει κανείς μια καλή και αξιόλογη ζωή, να πετυχαίνει μια αίσθηση εσωτερικής ηρεμίας.

Κι οι σκέψεις μου πλανώνται στο Σάββατο, την ημέρα της ανάπαυσης, την έβδομη μέρα της εβδομάδας κι ίσως και την έβδομη μέρα της ζωής μας, όταν πια νιώθουμε ότι η δουλειά μας έχει τελειώσει κι ότι μπορούμε πλέον να αναπαυτούμε με ήσυχη συνείδηση». Ο Ολιβερ Σακς απεβίωσε το 2015.

.efsyn.gr