70 χρόνια από το θάνατο του Όργουελ: η ζωή τα γραπτά και η πολιτική του στάση

70 χρόνια από το θάνατο του Όργουελ: η ζωή τα γραπτά και η πολιτική του στάση

  • |

Το 2020 συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Τζορτζ Όργουελ (του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Έρικ Άρθουρ Μπλερ) από φυματίωση στο Λονδίνο. Από τότε μέχρι σήμερα, η πολιτική και λογοτεχνική του κληρονομιά έχει σε μεγάλο βαθμό πολεμηθεί από το σύστημα.

Διασκευή άρθρου του Andy Ford, από το βρετανικό τμήμα της ISA

Τα πρώτα χρόνια
Ο Όργουελ γεννήθηκε το 1903 στο χωριό Μοτιχάρι (Motihari) της Ινδίας, καθώς ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος στη χώρα. Από τη στιγμή που η μητέρα του τον πήρε πίσω στη Βρετανία, δεν ξαναείδε τον πατέρα του μέχρι το 1912 και αργότερα έγραψε ότι με δυσκολία μπορούσε να τον θυμηθεί σαν οτιδήποτε άλλο πέρα από έναν άνθρωπο «που πάντα έλεγε όχι». Τοποθετήθηκε εσώκλειστος στο σχολείο του Άγιου Κυπριανού (St Cyprian’s) στο Σάσεξ, το οποίο μνημόνευσε αργότερα στο έργο του «Τέτοιες, αχ, τέτοιες που ήταν οι χαρές». Σύμφωνα με τον Όργουελ, το σχολείο παρουσίαζε πολλά στοιχεία που θα εμφανίζονταν αργότερα στο δυστοπικό του έργο «1984», όπως η διαρκής παρακολούθηση, αυθαίρετες τιμωρίες και σφοδρή καταπίεση της σεξουαλικότητας, αν και σύμφωνα με τα λεγόμενα συμμαθητών του, το σχολείο δεν ήταν χειρότερο, ούτε καλύτερο από οποιοδήποτε άλλο δημόσιο σχολείο.

Οι γονείς του ήταν ευγενείς αλλά φτωχοί, έτσι ο Όργουελ κατάφερε να μορφωθεί με υποτροφίες και πιέστηκε ανελέητα προκειμένου να καταφέρει να πετύχει τους βαθμούς που θα του επέτρεπαν να μπει στο κολλέγιο του Ίτον, με την απειλή ότι η μόνη άλλη ζοφερή εναλλακτική θα ήταν να καταλήξει «ένας μικρός γραφιάς που θα έπαιρνε 40 λίρες το χρόνο».

Η οικογένεια Μπλερ ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τη μέση εργατική οικογένεια, ενώ είχαν και μακρινή συγγένεια με τον Κόμη του Γουέστμορλαντ, αλλά από οικονομική άποψη δυσκολεύονταν να διατηρήσουν αυτή την αριστοκρατική εικόνα. Ο Όργουελ περιέγραψε γλαφυρά αυτό τον αγώνα στο βιβλίο του «Keep the Aspidistra Flying» (που στα ελληνικά έχει εκδοθεί με την τίτλο «Η παγίδα του χρήματος»). Από ταξική άποψη, βρισκόταν σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Είχε μια έντονα ταξική κατανόηση της θέσης του, η οποία περιλάμβανε την αποστροφή του προς  την άρχουσα τάξη, αν και ο ίδιος δεν κατάφερε ποτέ να υιοθετήσει πλήρως μια εργατική-ταξική οπτική, παρά τη συμπάθειά του στους αγώνες της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, κάθε φορά που τα πράγματα δυσκόλευαν, ο Όργουελ είχε τις απαιτούμενες διασυνδέσεις για να δανειστεί χρήματα, να βρει μια δουλειά, ή να νοικιάσει ένα σπίτι.

Βιρμανία
Ο Όργουελ κατάφερε να μπει στο Ίτον, το οποίο περιγράφει ως ενδιαφέρον και ευχάριστο, αλλά όταν αποφοίτησε το 1921, η οικογένειά του δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τον στείλει στο πανεπιστήμιο κι έτσι κατατάχθηκε στη Βρετανική Αποικιακή Αστυνομία. Τοποθετήθηκε στη Βιρμανία (σήμερα Μιανμάρ) και οι εμπειρίες του από τη συγκεκριμένη θέση του χάρισαν ένα ισόβιο μίσος για τον ιμπεριαλισμό. Αντιλήφθηκε γρήγορα ότι οι Βρετανοί βρίσκονταν στη Βιρμανία για την ξυλεία και τα ορυκτά, αλλά προσποιούνταν πως η αποστολή τους ήταν να διαδώσουν τον «πολιτισμό» και τον χριστιανισμό. Ο ρατσισμός, ο σνομπισμός και η υποκρισία με την οποία ερχόταν σε επαφή στις βρετανικές αποικιακές υπηρεσίες, ήταν η βασική πηγή για το έργο του «Μέρες της Βιρμανίας», όπως και για ένα από τα πρώτα του βιβλία που εκδόθηκαν, το «Ένας απαγχονισμός», στο οποίο περιγράφει τη βαρβαρότητα της θανατικής ποινής, αλλά και για το φημισμένο έργο του «Πυροβολώντας έναν ελέφαντα». Τα αισθήματα του για τους συναδέλφους του στις αποικιακές υπηρεσίες ήταν ξεκάθαρα:

«Χρόνο με το χρόνο, κάθεσαι στα στοιχειωμένα από τον Κίπλινγκ μικρά κλαμπ, με το ουίσκι στα δεξιά σου και την αθλητική εφημερίδα στα αριστερά σου, ακούγοντας και συμφωνώντας πρόθυμα με τον Συνταγματάρχη Μπότζερ που αναπτύσσει τη θεωρία ότι πρέπει να βράσουμε αυτούς τους καταραμένους εθνικιστές σε καυτό λάδι. Ακούς να αποκαλούν τους Ασιάτες φίλους σου λιγδιασμένους μικρούς γραφειοκράτες και καθώς σε καλεί το καθήκον συμφωνείς ότι είναι «λιγδιασμένοι μικροί γραφειοκράτες». Βλέπεις άξεστους πιτσιρικάδες που μόλις τέλειωσαν το σχολείο να κλοτσάνε υπηρέτες με γκρίζα μαλλιά. Σύντομα φτάνει η στιγμή που το αίμα σου βράζει από μίσος για τους συμπατριώτες σου, που αποζητάς μια εξέγερση των ντόπιων που θα πνίξει την Αυτοκρατορία τους στο αίμα».
Πίσω στην Αγγλία
Έχοντας αποφασίσει πως δεν ήταν φτιαγμένος για να παλέψει για να παραμείνει η Βιρμανία βρετανική, επέστρεψε στην Αγγλία και στην οικογένειά του, που πλέον έμενε στο Σάουθγουολντ του Σάφοκ. Ένας φίλος τον συμβούλεψε να «γράψει γι’ αυτά που ξέρει» και ο Όργουελ, πιθανά αντιλαμβανόμενος ότι η ζωή μιας μικροαστικής οικογένειας στην ύπαιθρο δεν θα ενδιέφερε πολύ κόσμο, άρχισε να αναζητά νέες εμπειρίες μετακομίζοντας στο Ιστ Εντ του Λονδίνου, όπου έμεινε σε ασφυκτικά γεμάτα χαμόσπιτα και έζησε περιστασιακά ως άστεγος.

Αξιοποίησε αυτές τις εμπειρίες στο έργο του «Κάτω και έξω στο Παρίσι και το Λονδίνο», ωστόσο το γεγονός ότι αυτές ήταν περισσότερο τεχνητές παρά πραγματικές, είναι κάτι που φαίνεται στο βιβλίο το οποίο δίνει την αίσθηση ότι έχει γραφτεί «πιεσμένα». Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, είχε πάντα τη δυνατότητα όταν χρειαζόταν, να δανείζεται μικροποσά από τη θεία του Νέλι Λιμουζίν.

Το 1929 επέστρεψε στο Σάουθγουολντ και χρησιμοποίησε το πατρικό του σπίτι σαν βάση για να γράφει, ενώ επιβίωνε κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα και αργότερα διδάσκοντας σε μικρά δημόσια σχολεία. Το 1933 εκδόθηκε το «Κάτω και έξω στο Παρίσι και το Λονδίνο», το οποίο σημείωσε σχετική επιτυχία, την ίδια όμως περίοδο το «Μέρες της Βιρμανίας» απορρίφθηκε από τους εκδότες.

Το Λονδίνο και το ILP
Ξεκίνησε να δουλεύει πάνω σε μια ιστορία βασισμένη στη ζωή στο Σάουθγουολντ με τον τίτλο «Η κόρη του παπά», το οποίο συνέχισε και αφότου μετακόμισε στο Χάμπστεντ του Λονδίνου, όπου ένας συγγενής του είχε βρει δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο. Το ωράριο ήταν χαλαρό και έτσι του έμενε χρόνος για να δουλέψει παράλληλα τις «Μέρες της Βιρμανίας» και την «Κόρη του παπά», αλλά και να ενταχθεί στη λογοτεχνική και πολιτική ζωή της πρωτεύουσας. Εκεί ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το ILP (Independent Labour Party – Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα), που θα καθόριζε σημαντικά το πολιτικό μέλλον του Όργουελ. Το ILP ήταν βασικά δομημένο γύρω από μια αφηρημένη, ηθική ιδέα για τον σοσιαλισμό, αλλά μέσα στο κόμμα υπήρχε μια ομάδα Τροτσκιστών.

Φαίνεται πως η ομάδα αυτή οδήγησε τον Όργουελ σε μια αντισταλινική προσέγγιση, που επηρέασε πολλούς αριστερούς διανοούμενους της δεκαετίας του ’30 και του ’40. Οι εμπειρίες του γύρω από τον τρόπο ζωής στις πόλεις και την αποξένωση που τη διακατέχει, η ζωή στις παραγκουπόλεις και η ταυτότητα του φτωχού ευγενή, ήταν το βασικό υλικό για το βιβλίο του «Η παγίδα του χρήματος», το οποίο πολλοί άνθρωποι, ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος ο Όργουελ θεώρησαν αποτυχία, παρά το γεγονός ότι η εξέγερση του Γκόρντον Κόμστοκ ενάντια στο σύστημα και η τελική της ήττα (που είναι το θέμα του βιβλίου) προαναγγέλλει την εξέγερση και την ήττα του Γουίνστον Σμιθ στο «1984».

Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν
Τελικά, οι «Μέρες της Βιρμανίας» εκδόθηκαν τον Ιούλη του 1935 και πήραν μια ενθουσιώδη κριτική από τον παλιό φίλο και συμμαθητή του Όργουελ και κριτικό λογοτεχνίας Σίρυλ Κόνολι. Το γεγονός αυτό, οδήγησε στην πρόσκληση που δέχτηκε ο Όργουελ το 1936 από τον εκδότη Βίκτωρ Γκολάνζ, να επισκεφθεί τη βόρεια Αγγλία και να γράψει για τις συνθήκες που επικρατούσαν εκεί.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της εκεί παραμονής του, βρισκόταν στο Γουίγκαν μελετώντας τις ζωές των ανθρακωρύχων. Στη συνέχεια νοίκιασε μια αγροικία στο Χέρτφορντσαϊρ για να μετατρέψει τις σημειώσεις του σε κείμενο. Το βιβλίο «Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν» έχει περίεργη δομή, με το πρώτο μισό να περιγράφει το επάγγελμα του ανθρακωρύχου, τους μισθούς, τις διατροφικές συνήθειες και τις ζωές τους, ενώ το δεύτερο μισό αποτελεί ένα σοσιαλιστικό μανιφέστο, που περιλαμβάνει επίσης την κριτική του Όργουελ στους σοσιαλιστές διανοούμενους της εποχής του. Και πάλι ο Όργουελ δεν καταφέρνει απόλυτα να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις της τάξης από την οποία προέρχεται, με αποτέλεσμα ένας δημοσιογράφος του Γουίγκαν να σημειώνει ότι δεν κατάφερε να αποτυπώσει

«…την τεράστια ζέση του εργάτη για ζωή, τον πλούτο του χιούμορ του και την απλή φιλοσοφία που τον συντηρεί για μεγάλα διαστήματα μέσα στις αντιξοότητες».
Καταλονία: ο Όργουελ γνωρίζει την επανάσταση
Την περίοδο που τέλειωνε το «Δρόμος για την αποβάθρα του Γουίγκαν», ο Iσπανός στρατηγός Φράνκο έστρεφε το στρατό του ενάντια στο επαναστατικό κίνημα στην Ισπανία και ο Όργουελ ένιωσε αμέσως την έλξη του ένοπλου αγώνα ενάντια στο φασισμό. Αξιοποιώντας τις επαφές του στο ILP, εντάχθηκε σε μια αντάρτικη ομάδα που σχετιζόταν με το POUM, πολιτικό κόμμα που είχε σε κάποια φάση επιρροές από τον Τροτσκισμό. Είδε από πρώτο χέρι τους Σταλινικούς αρχικά να μπλοκάρουν τους εργατικούς αγώνες και στη συνέχεια να επιτίθενται και να καταπνίγουν το εργατικό κίνημα στην Καταλονία, γεγονός που συνδυάστηκε με μια μνημειώδη εκστρατεία λασπολογίας, στοχοποιήσεων και δολοφονιών. Όλα τα παραπάνω έπαιξαν ρόλο στην καταπληκτική περιγραφή του των γεγονότων στη Βαρκελώνη, στο βιβλίο «Φόρος τιμής στην Καταλονία». Το βιβλίο ξεκινάει με τον Όργουελ να περιγράφει την απόλυτη χαρά του όταν είδε την πόλη κάτω από τον έλεγχο της εργατικής τάξης:

«Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε μια πόλη όπου η εργατική τάξη έλεγχε τα πράγματα… κάθε τοίχος ήταν χαραγμένος με το σφυροδρέπανο και κάθε μαγαζί ή καφέ είχε μια επιγραφή που έλεγε ότι ήταν κοινωνικοποιημένο».
Όταν όμως επέστρεψε στη Βαρκελώνη μετά από τρεις μήνες στο μέτωπο, είδε πλέον με τα μάτια του πως οι Σταλινικοί είχαν οδηγήσει την προηγούμενη επαναστατική θέρμη σε πλήρη υποχώρηση. Υπέστη μια ακόμη τραυματική απογοήτευση όταν ανακάλυψε ότι είχαν κρατήσει τα πιο σύγχρονα όπλα για να εξοπλίσουν τα αστυνομικά τμήματα, για να τα χρησιμοποιούσαν ενάντια στους Αναρχικούς και τους Τροτσκιστές, αφήνοντας τις δυνάμεις του μετώπου που πολεμούσαν ενάντια στους φασίστες με απαρχαιωμένα, σκουριασμένα τουφέκια.

Ο Όργουελ ήταν με το POUM στη Βαρκελώνη όταν οι Σταλινικοί αφόπλιζαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους και στη συνέχεια ξεκίνησαν να τους καταδιώκουν. Για καλή του τύχη είχε φύγει για το μέτωπο μόλις μία μέρα πριν το POUM κηρυχθεί παράνομο.

Εκεί δέχτηκε μια σφαίρα στο λαιμό και επέζησε από καθαρή τύχη. Μετά τη θεραπεία του , ήταν ακόμη πιο τυχερός και απέφυγε τη σύλληψη από τους Σταλινικούς. Με αρκετή δυσκολία κατάφερε να επιστρέψει στην Αγγλία και ξεκίνησε να γράφει το «Φόρος τιμής στην Καταλονία», που εκδόθηκε τον Απρίλη του 1938, για να πουλήσει τότε μόλις 600 αντίτυπα.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα βιβλίο του οποίου η δύναμη βρίσκεται στην αλήθεια: ο Όργουελ εμπνέεται βλέποντας την εργατική τάξη να έχει τον έλεγχο και στη συνέχεια απογοητεύεται από τη σταλινική προδοσία, σε μια περίοδο που οι περισσότεροι αριστεροί αποδέχονταν τερατουργήματα όπως τις δίκες της Μόσχας και την κατάπνιξη του POUM σαν αναγκαίο κακό. Τα γεγονότα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής άποψης του Όργουελ και τον σημάδεψαν βαθιά. Το 1937 έγραφε σε ένα γράμμα:

«Επιτέλους πιστεύω πραγματικά στο σοσιαλισμό, κάτι που δεν έκανα ποτέ πριν»,
ενώ προς το τέλος της ζωής του είπε:

«κάθε γραμμή που έχω γράψει από το 1936 και μετά, γράφτηκε άμεσα ή έμμεσα ενάντια στον αυταρχισμό και για το δημοκρατικό σοσιαλισμό όπως τον αντιλαμβάνομαι».
Ακόμη και η επιλογή των λέξεων «φόρος τιμής» υποδηλώνει την πρόθεσή του να γράψει ένα βιβλίο το οποίο θα τιμούσε τη μνήμη της εργατικής τάξης της Καταλονίας, που πολέμησε ενάντια στο φασισμό με τόση γενναιότητα, μόνο και μόνο για να προδοθεί στη συνέχεια.

Ο πόλεμος και η «Φάρμα των ζώων»
Με την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τον οποίο ο Όργουελ είχε προβλέψει, αυτός και η σύζυγος του προσελήφθησαν στην υπηρεσία λογοκρισίας του Υπουργείου Πληροφοριών. Οι εμπειρίες του στη συγκεκριμένη θέση μετουσιώθηκαν στο έργο του «1984», στον ρόλο του Ουίνστον Σμιθ στο «Υπουργείου Αλήθειας».

Άρχισε επίσης να γράφει για την εφημερίδα «Nye Bevan’s Tribune» και το BBC. Η διασκευή του παραμυθιού «Τα καινούρια ρούχα του Αυτοκράτορα» το 1943 επηρέασε καθαρά τη «Φάρμα των ζώων», η οποία στον υπότιτλο της αναφερόταν σαν «παραμύθι». Μετά την αποτυχία του «Φόρου τιμής στην Καταλονία», αποφάσισε ότι ο κόσμος θα καταλάβαινε καλύτερα την πολιτική μέσα από τη μυθοπλασία.

Τελικά η «Φάρμα των ζώων» εκδόθηκε το 1945 παρά τις προσπάθειες των Βρετανών Σταλινικών να λογοκριθεί. Δεν είναι να απορεί κανείς που δεν ήθελαν να δουν το βιβλίο να τυπώνεται. Πρόκειται για μια μετωπική επίθεση στο καθεστώς και τα εγκλήματα του Στάλιν, σε αλληγορική μορφή. Κάθε πρωταγωνιστής της Ρωσικής Επανάστασης βρίσκει τη θέση του στη φάρμα: ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Τρότσκι, οι ηρωικοί Σοβιετικοί εργάτες, οι μυστικές υπηρεσίες του Σταλινισμού (GPU) ακόμη και η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία παίρνει τη μορφή ενός δειλού κόρακα. Το βιβλίο τελειώνει με τη σοβιετική γραφειοκρατία που παρουσιάζεται με τη μορφή γουρουνιών, να ζει πλουσιοπάροχα σε βάρος της εργατικής τάξης, διατηρώντας φιλικές σχέσεις με τους ανθρώπους ιδιοκτήτες της φάρμας.

Αν και αργότερα η CIA αποφάσισε να προμοτάρει το βιβλίο σε μια προσπάθεια να ταυτίσει τη ρωσική επανάσταση με τον Σταλινισμό, η «Φάρμα των ζώων» υπερασπίζεται από την αρχή μέχρι το τέλος την αρχική επανάσταση των ζώων ενάντια στις άθλιες συνθήκες και ο πραγματικός ήρωας είναι ο Μπόξερ, ένα σκληρά εργαζόμενο άλογο που συμβολίζει τη ρωσική εργατική τάξη.

1984
Όσο ο Όργουελ προσπαθούσε να εκδώσει τη «Φάρμα των ζώων», βρήκε δουλειά ως πολεμικός ανταποκριτής για την εφημερίδα «Observer» και κάλυψε την απελευθέρωση του Παρισιού και την κατάληψη της Κολονίας. Όσο ήταν μακριά, η σύζυγός του πέθανε αναπάντεχα από επιπλοκές σε χειρουργείο, αφήνοντάς τον μόνο με την ευθύνη του υιοθετημένου του γιου, Ρίτσαρντ.

Είναι πιθανό αυτή η προσωπική τραγωδία, όπως και η δύσκολη πολιτική και οικονομική κατάσταση μετά τον πόλεμο, να βοήθησαν στο σχηματισμό της εικόνας που αποτύπωσε ο Όργουελ στο «1984». Το 1946 δεν ήταν εύκολο να φανταστεί κανείς ότι σύντομα η καπιταλιστική οικονομία θα γνώριζε αλματώδη άνοδο. Το μόνο που μπορούσε να δει ο Όργουελ ήταν τα εκατομμύρια των ανθρώπων της εργατικής τάξης που χάθηκαν στον πόλεμο, τις κατεστραμμένες πόλεις, τους πρόσφυγες, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την οικονομική κατάρρευση και την αναγέννηση του αποκρουστικού καθεστώτος του Στάλιν, που πλέον είχε επεκταθεί στην καρδιά της Ευρώπης.

Ο Όργουελ πίστευε ότι μόνο ο ίδιος και ένας σχετικά μικρός αριθμός συνεργατών του εξακολουθούσαν να παλεύουν για την αντικειμενική αλήθεια και τον σοσιαλισμό. Ο ίδιος δεν είχε συναντηθεί με τις μικρές δυνάμεις του Τροτσκισμού και έτσι δε μπορούσε να συλλάβει πλήρως την περίοδο στην οποία ζούσε. Το κεντρικό μοτίβο του «1984» είναι ζοφερό: ένα καθεστώς που βασίζεται στα ψέματα, ένα στην εντέλεια εξευγενισμένο σύστημα βασανιστηρίων, ισόβιο «μαρκάρισμα» στα πρόσωπα των ανθρώπων, κ.α.

Υπήρχε όμως και ελπίδα – η τσίχλα που τραγουδάει για ελευθερία στην ύπαιθρο, η αγάπη του Γουίνστον Σμιθ για τη Τζούλια και πάνω απ’ όλα η εργατική τάξη. Στο βιβλίο επαναλαμβάνεται διαρκώς η έκφραση «Αν υπάρχει ελπίδα, βρίσκεται στους εργάτες». Πράγματι, ο Όργουελ είχε δίκιο: μόνο η εργατική τάξη μπορεί να ανατρέψει δικτατορίες και καταπιεστικά ταξικά συστήματα και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο οι δυνάστες μας δαπανούν τόσο χρόνο και προσπάθεια ώστε να την αποτρέψουν από το να αντιληφθεί ποια είναι η πραγματική κατάσταση και ποια είναι η πραγματική της δύναμη.

Το «1984» εκδόθηκε το 1949 μετά από τις ηρωικές προσπάθειες του Όργουελ να γράψει, παρά την φυματίωση που τον βασάνιζε και στην οποία οφείλεται ο θάνατός του. Πέθανε στο Λονδίνο στις 21 Ιανουαρίου του 1950.

http://net.xekinima.org/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.