Ο Μαραντόνα και η (αντ)επανάσταση του ποδοσφαίρου

Ο Μαραντόνα και η (αντ)επανάσταση του ποδοσφαίρου

  • |

Ο Ντιέγκο ήταν η άβολη για τους ισχυρούς γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν της μπάλας της αλάνας και στο μέλλον του ποδοσφαίρου της εμπορευματικής εταιριοκρατίας.

Ο θά­να­τος του Ντιέ­γκο Αρ­μά­ντο Μα­ρα­ντό­να γέ­μι­σε θλίψη τον πο­δο­σφαι­ρι­κό κόσμο και τα πλήθη των πι­στών οπα­δών του με­γά­λου πο­δο­σφαι­ρι­στή. Ήταν αναμ­φί­βο­λα ο κο­ρυ­φαί­ος του 20ου αιώνα στην αθλη­τι­κή θρη­σκεία χωρίς απί­στους. Η εξή­γη­ση είναι απλή – ο Ντιέ­γκο ήταν το πρώτο πραγ­μα­τι­κά πα­γκό­σμιο εί­δω­λο του πο­δο­σφαί­ρου που μπήκε στις ψυχές και το μυαλό των φι­λά­θλων μέσα από την τη­λε­ο­πτι­κή οθόνη.

Γιάννης Νικολόπουλος

Μέχρι τις αρχές της δε­κα­ε­τί­ας του 1980, τα απτά και τα­κτι­κά δείγ­μα­τα της αξίας πο­δο­σφαι­ρι­στών όπως ο Πελέ, ο Κρόιφ, νω­ρί­τε­ρα ο Πού­σκας ή ο Εου­σέ­μπιο και ο Ντι Στέ­φα­νο, ήταν σπο­ρα­δι­κά, λίγα και απο­σπα­σμα­τι­κά, χα­μέ­να σε με­ρι­κά πρω­τό­λεια φιλ­μά­κια της τη­λε­ό­ρα­σης που στη Ευ­ρώ­πη και τη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή έκανε τα δειλά της βή­μα­τα – και στις ΗΠΑ που είχε ση­μα­ντι­κό προ­βά­δι­σμα στις τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ες και την οι­κια­κή δια­σκέ­δα­ση, το πο­δό­σφαι­ρο ή soccer ου­δέ­πο­τε ήταν στις πρώ­τες προ­τι­μή­σεις των φι­λά­θλων. Μόνο όσοι τους είχαν δει διά ζώσης και από κοντά, στο γή­πε­δο και από τις κερ­κί­δες μπο­ρού­σαν να μι­λή­σουν μετά λόγου γνώ­σε­ως για την πραγ­μα­τι­κή πο­δο­σφαι­ρι­κή αξία και το κο­λοσ­σιαίο τα­λέ­ντο αυτών των μύθων της μπά­λας.

Ο Ντιέ­γκο στά­θη­κε τυ­χε­ρός και άτυ­χος μαζί. Από το 1982 και το Μου­ντιάλ της Ισπα­νί­ας, η FIFA συ­νει­δη­το­ποί­η­σε τι χρυ­σά­φι κρα­τού­σε στα χέρια της και πού­λη­σε στην κυ­ριο­λε­ξία το πα­γκό­σμιο κύ­πελ­λο πο­δο­σφαί­ρου και κατ’ επέ­κτα­ση το ίδιο το πο­δό­σφαι­ρο στις εται­ρεί­ες και την εμπο­ρι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση. Η πρώτη που επω­φε­λή­θη­κε ήταν η Coca-Cola που άρ­πα­ξε το ίδιο το τρό­παιο της διορ­γά­νω­σης το οποίο έκτο­τε πε­ρι­φέ­ρει ως εται­ρι­κή της πε­ριου­σία ανά τον κόσμο, πα­ρα­μο­νές του κάθε Μου­ντιάλ απο­κο­μί­ζο­ντας μυ­θώ­δη κέρδη από τις πω­λή­σεις, τις φω­το­γρα­φί­σεις, τα πνευ­μα­τι­κά δι­καιώ­μα­τα και τα τε­νε­κε­δά­κια πό­σι­μης και ζα­χα­ρέ­νιας ευω­χί­ας που προ­σφέ­ρει.

Το 1978, ο Ντιέ­γκο έκλαι­γε στην αγκα­λιά του προ­πο­νη­τή της εθνι­κής ομά­δας της Αρ­γε­ντι­νής, Σέζαρ Λουίς Με­νό­τι επει­δή τον είχε «κόψει» από την απο­στο­λή του Μου­ντιάλ. Κα­λύ­τε­ρα, λέμε εμείς. Ο Ντιέ­γκο δεν συ­νέ­δε­σε το όνομα του με το πιο μαύρο και διε­φθαρ­μέ­νο τρό­παιο που πήρε ποτέ διορ­γα­νώ­τρια χώρα. Ο Ντιέ­γκο δεν σή­κω­σε την κούπα της χού­ντας του Βι­ντέ­λα. Πήρε την κούπα τη δικιά του, πραγ­μα­τι­κά δικιά του, το 1986, με εκεί­νη την μέ­τρια έως κακή ομάδα της Αρ­γε­ντι­νής, όπου αν δεν υπήρ­χε ο Μα­ρα­ντό­να, ζή­τη­μα θα ήταν αν θα έφτα­νε και στους «16» της διορ­γά­νω­σης, όχι σε τε­λι­κό και σε μια επει­σο­δια­κή επι­κρά­τη­ση απέ­να­ντι στη Δυ­τι­κή Γερ­μα­νία που πάλι από το γε­ω­με­τρι­κά αψε­γά­δια­στο αρι­στε­ρό πόδι του Ντιέ­γκο κρί­θη­κε.

Και όλα αυτά τα κα­τορ­θώ­μα­τα, ει­δι­κά στον αξέ­χα­στο προη­μι­τε­λι­κό με την Αγ­γλία, έγι­ναν σε ζω­ντα­νή τη­λε­ο­πτι­κή με­τά­δο­ση σε προ­σαρ­μο­σμέ­νες ώρες κυ­ρί­ως Ευ­ρώ­πης, κάτω από τον εξο­ντω­τι­κό κα­λο­και­ρι­νό ήλιο του Με­ξι­κού και σε θερ­μο­κρα­σί­ες και υγρα­σί­ες απα­γο­ρευ­τι­κές για τον αν­θρώ­πι­νο ορ­γα­νι­σμό – οι πο­δο­σφαι­ρι­στές ψή­νο­νταν για την τη­λε­θέ­α­ση και τους νέους κα­νό­νες στην εμπο­ρι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση του Μου­ντιάλ που είχαν επι­βά­λει η FIFA και προ­σω­πι­κά ο ερ­γο­λά­βος πρό­ε­δρος της, Βρα­ζι­λιά­νος Ζοάο Χα­βε­λάν­ζε.

Το ίδιο άρ­χι­σε να γί­νε­ται από την επό­με­νη χρο­νιά και στην Ιτα­λία. Η ιτα­λι­κή πο­δο­σφαι­ρι­κή ομο­σπον­δία δεν θα το πα­ρα­δε­χτεί ποτέ, αλλά οι ζω­ντα­νές τη­λε­ο­πτι­κές με­τα­δό­σεις της Serie A ξε­κί­νη­σαν για χάρη και εξαι­τί­ας του Μα­ρα­ντό­να. Ο δια­βο­λε­μέ­νος αυτός Αρ­γε­ντι­νός πρό­σφε­ρε χαρά στα πλήθη, όπου κι αν αυτά βρί­σκο­νταν, στις κερ­κί­δες και στα σα­λό­νια, στα πε­ζο­δρό­μια και στα πάρκα, στα μπι­λιαρ­δά­δι­κα και στα προ­πα­τζή­δι­κα της χώρας, όπου τέλος πά­ντων μπο­ρού­σε να το­πο­θε­τη­θεί τη­λε­ό­ρα­ση. Και έφερ­νε κέρδη, φυ­σι­κά, στην ομο­σπον­δία, που αρ­γό­τε­ρα τον κυ­νή­γη­σε απη­νώς για όσα απί­θα­να είχαν γίνει στον αξέ­χα­στο ημι­τε­λι­κό του Σαν Πάολο, στο Μου­ντιάλ του 1990, όταν η ιτα­λι­κή εθνι­κή ομάδα ανα­με­τρή­θη­κε με την Αρ­γε­ντι­νή και οι Να­πο­λι­τά­νοι και όλοι οι Νό­τιοι Ιτα­λοί στή­ρι­ξαν ανα­φαν­δόν και φα­να­τι­κά τον δικό τους Θεό και όχι τη ση­μαία και τη φα­νέ­λα της πα­τρί­δας που τους είχε κα­τα­τά­ξει σε πο­λί­τες δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας και απο­συ­νά­γω­γους της οι­κο­νο­μι­κής ευ­μά­ρειας του Βορρά.

Ο Ντιέ­γκο γε­φύ­ρω­σε δυο επο­χές – την «αγνή» και την εμπο­ρι­κή του πο­δο­σφαί­ρου. Υπήρ­ξε γέν­νη­μα – θρέμ­μα της πρώ­της και θε­με­λιω­τής της δεύ­τε­ρης, όντας ταυ­τό­χρο­να ο πιο άβο­λος και τα­ρα­χο­ποιός πρε­σβευ­τής της.

Ο ανοι­χτός και διαρ­κής πό­λε­μος με τη FIFA και με τον απο­λύ­τως σάπιο και διε­φθαρ­μέ­νο πρό­ε­δρο της, Ελ­βε­τό δι­κη­γό­ρο, Ζεπ Μπλά­τερ είναι μυ­θι­κός και εν­δει­κτι­κός του κλί­μα­τος. Οι ισχυ­ροί του αθλή­μα­τος ποτέ δεν τον γού­στα­ραν για όλους τους προ­φα­νείς λό­γους. Ο Ντιέ­γκο δεν βο­λεύ­τη­κε μόνο με τα λεφτά κι ας ήταν πα­ρα­δό­πι­στος μέχρι αυ­το­κτο­νι­κής σπα­τά­λης και πα­ρα­νοϊ­κής ενί­ο­τε φι­λο­χρη­μα­τί­ας. Έκανε κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Με το φο­βε­ρό, το πη­γαίο, το αστεί­ρευ­το και ακα­τα­μά­χη­το τα­λέ­ντο του που υπο­βοη­θή­θη­κε ακρι­βώς από την κα­τα­πλη­κτι­κή για πο­δο­σφαι­ρι­στή σω­μα­το­δο­μή του, έβαλε στον πο­δο­σφαι­ρι­κό χάρτη της Ευ­ρώ­πης και του κό­σμου, δευ­τε­ρο­κλα­σά­τους ου­ρα­γούς σε θέση μα­χη­τι­κού πρω­τα­γω­νι­στή. Η Αρ­γε­ντι­νή του 1986 και του 1990 καθώς και η Νά­πο­λι από το 1987 έως το 1990 ήταν ακρι­βώς οι πα­ρί­ες που έγι­ναν πρω­τα­θλη­τές. Ό,τι ακρι­βώς ήταν και ο Μα­ρα­ντό­να με όλα τα πα­λα­βά λάθη και τις αυ­το­κα­τα­στρο­φι­κές ανα­κο­λου­θί­ες του.

Ο Ντιέ­γκο ήταν ο επα­να­στά­της που έζησε, πο­λέ­μη­σε και συ­νά­μα άθελα του προ­ε­τοί­μα­σε μία αντε­πα­νά­στα­ση. Εκεί­νη της εμπο­ρευ­μα­το­ποί­η­σης του πο­δο­σφαί­ρου. Όλοι οι ση­με­ρι­νοί πρω­τα­γω­νι­στές του πο­δο­σφαί­ρου καθώς και οι κα­πι­τα­λι­στές εκ­με­ταλ­λευ­τές του χρω­στούν στον Μα­ρα­ντό­να πε­ρισ­σό­τε­ρα από όσα μπο­ρούν και θέ­λουν οι ίδιοι να πα­ρα­δε­χτούν.

Αν δεν υπήρ­χε ο Ντιέ­γκο, δεν θα έβα­ζαν τη­λε­ο­ρά­σεις Ινδοί πα­ρί­ες και Αφρι­κα­νοί αγρό­τες στις σχε­δόν χωρίς ρεύμα πε­ριο­χές που ζού­σαν απο­μο­νω­μέ­νοι και ξε­χα­σμέ­νοι από κυ­βερ­νή­σεις και γρα­φειο­κρα­τί­ες. Κα­νο­νι­κά, όλοι οι ση­με­ρι­νοί αστέ­ρες του σπορ, από τον Μέσι έως τον Κρι­στιά­νο Ρο­νάλ­ντο και από τον Σαλάχ έως τον Πο­γκ­μπά, θα έπρε­πε να πλη­ρώ­νουν «ντιε­γκό­ση­μο» εφ΄όρου ζωής. Στον Ντιέ­γκο χρω­στά­νε τις αμοι­βές και τα πα­χυ­λά τους συμ­βό­λαια. Ο Ντιέ­γκο τους έκανε νο­μα­ταί­ους.

Ο Μα­ρα­ντό­να έπεσε σε φο­βε­ρά λάθη εν­δει­κτι­κά και της εκρη­κτι­κής και δι­φο­ρού­με­νης προ­σω­πι­κό­τη­τας του  – στην προ­σω­πι­κή του ζωή, στην πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή του πα­ρου­σία, στο πο­δό­σφαι­ρο. Τον πο­λέ­μη­σαν και άγρια όλοι οι φαύ­λοι και οι γε­λοί­οι κα­τα­πιε­στές στο άθλη­μα και τη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή. Το 1990, του στέ­ρη­σαν το δεύ­τε­ρο Μου­ντιάλ με ένα πέ­ναλ­τι – φά­ντα­σμα που εκτέ­λε­σε ο Μπρέ­με και οι­κειο­ποι­ή­θη­κε ο Φραντς Μπε­κεν­μπά­ου­ερ (ίσως ο πιο «μου­λω­χτός» Ευ­ρω­παί­ος πο­δο­σφαι­ρι­στής, προ­πο­νη­τής και πα­ρά­γο­ντας) . Το 1994, κα­νέ­νας δεν θέλει να πε­ρι­γρά­ψει πώς και πότε «θυ­μή­θη­καν» οι Αμε­ρι­κα­νοί, η επι­τρο­πή αντι­ντό­πινγκ κο­ντρόλ και η FIFA το «ξε­χα­σμέ­νο» δείγ­μα ούρων από τον αγώνα με τη Νι­γη­ρία και τις εφε­δρί­νες που όντως ο Ντιέ­γκο είχε κα­τα­πιεί με τη χού­φτα (λες και ήταν ή είναι ο μόνος ντο­πα­ρι­σμέ­νος στον «αγ­γε­λι­κά» πλα­σμέ­νο χώρο της μπά­λας). Σε αντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, εκεί­νη η πραγ­μα­τι­κά τα­λα­ντού­χα Αρ­γε­ντι­νή (με Μπα­τι­στού­τα και Ρε­δό­ντο, θυ­μί­ζω επί­σης και με­τα­ξύ άλλων) μπο­ρού­σε να έχει πάρει ξανά το τρό­παιο.

Το ίδιο συμ­βαί­νει και με την επα­να­στα­τι­κή, ρι­ζο­σπα­στι­κή και αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά ανά τον κόσμο και ει­δι­κά στην πο­λύ­πα­θη από τις ΗΠΑ, Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή. Όλοι θέ­λου­με να θυ­μό­μα­στε τον Ντιέ­γκο όταν μι­λού­σε (όχι και τόσο πολύ, είναι η αλή­θεια) με πάθος για τις κοι­νω­νι­κές αδι­κί­ες και την εκ­με­τάλ­λευ­ση και τον πόνο των φτω­χών και των κα­τα­τρεγ­μέ­νων ή όταν φω­το­γρα­φι­ζό­ταν με τον Φι­ντέλ Κά­στρο και τον Ούγκο Τσά­βες, μο­στρά­ρο­ντας και το τα­τουάζ με τον Τσε Γκε­βά­ρα.

Κα­νέ­νας δεν θέλει να θυ­μά­ται τον Μα­ρα­ντό­να να τρώει πί­τσες με τον πρό­ε­δρο της Αρ­γε­ντι­νής, Κάρ­λος Μένεμ στο από­γειο της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης εμπλο­κής της χώρας που προ­ε­τοί­μα­σε τη χρε­ο­κο­πία του 2001. Ούτε τον Μα­ρα­ντό­να το 2018, όταν εμ­φα­νί­στη­κε στη Λευ­κο­ρω­σία για να μα­ζέ­ψει από τον Λου­κα­σέν­κο και δυο-τρεις απί­θα­νους και σκιώ­δεις τύ­πους με­ρι­κά φρα­γκο­δί­φρα­γκα ώστε να υπο­δυ­θεί τον πρό­ε­δρο σε μία πα­ντε­λώς άγνω­στη ομάδα της χώρας. Φυ­σι­κά, κα­νέ­νας δεν θέλει να τον θυ­μά­ται ως απο­τυ­χη­μέ­νο προ­πο­νη­τή της Αρ­γε­ντι­νής, το 2010, ούτε ως αι­μο­δι­ψή οπαδό της χώρας του, το 2014, όταν απει­λού­σε θεούς, δαί­μο­νες και προ­σω­πι­κά την πρό­ε­δρο της Βρα­ζι­λί­ας, Ντίλ­μα Ρού­σεφ, μόλις η κούπα πήγε στη Γερ­μα­νία και όχι στην μπιαν­κο­σε­λέ­στε αγα­πη­μέ­νη του.

Αλλά, ο Ντιέ­γκο ήταν και είναι στις καρ­διές των φτω­χών της μπά­λας σε όλον τον κόσμο. Δί­καια. Με όλα τα λάθη του. Έδωσε πρό­σω­πο και φωνή, υπό­στα­ση και πε­ρη­φά­νεια στα παι­διά από τις φτω­χο­γει­το­νιές του Μπου­έ­νος Άιρες και τις σκου­πι­δο­γει­το­νιές της Νά­πο­λης. Στην Μπόκα Τζού­νιορς και στη Νά­πο­λι. Στη μπιαν­κο­σε­λέ­στε που ταυ­τό­χρο­να και την απο­γεί­ω­σε και την στοί­χειω­σε η κα­τα­λυ­τι­κή πα­ρου­σία του.

Και μαζί με πολύ λί­γους πο­δο­σφαι­ρι­στές στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, όπως ήταν στη Βρα­ζι­λία ο Ρο­μά­ριο ή ο Σό­κρα­τες, σή­κω­σαν έναν πολύ βαρύ σταυ­ρό του μαρ­τυ­ρί­ου απέ­να­ντι στους επι­χει­ρη­μα­τί­ες και τους πα­ρά­γο­ντες του εται­ρι­κού πο­δο­σφαί­ρου, στρε­φό­με­νοι ενά­ντια στη δια­φθο­ρά, την εκ­με­τάλ­λευ­ση, την υπο­κρι­σία και τη λε­η­λα­σία του κόπου και του ιδρώ­τα των πο­δο­σφαι­ρι­στών. Όσοι αγα­πά­με το πο­δό­σφαι­ρο χωρίς εξαρ­τή­σεις και δια­φθο­ρά, χωρίς εκ­με­τάλ­λευ­ση και πα­ρα­γο­ντι­σμούς, χωρίς κα­πι­τα­λι­στές και εξο­ντω­τι­κές συν­θή­κες ερ­γα­σί­ας για τους πο­δο­σφαι­ρι­στές και άγο­νης και εκ­χυ­δαϊ­σμέ­νης τη­λε­θέ­α­σης για τους κα­τα­να­λω­τές, οφεί­λου­με να θυ­μό­μα­στε ότι ο Ντιέ­γκο ήταν ένας επα­να­στά­της με αιτία μέσα σε μία αντε­πα­νά­στα­ση με συ­γκε­κρι­μέ­νους αί­τιους.

rproject.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.