Αυξήσεις… θερινής νυκτός

Αυξήσεις… θερινής νυκτός

  • |

Μέσα στην επόμενη εβδομάδα αναμένονται ανακοινώσεις σχετικά με το ύψος του κατώτατου μισθού, ενώ το ίδιο διάστημα προγραμματίζεται να πιστωθούν και τα αναδρομικά που απορρέουν από τον νόμο Βρούτση για αρκετές κατηγορίες συνταξιούχων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Μάλιστα, με την εισήγηση του υπουργού Εργασίας Κωστή Χατζηδάκη για το ύψος του κατώτατου μισθού στο Υπουργικό Συμβούλιο, που θα συνεδριάσει την επόμενη Δευτέρα 26 Ιουλίου, ολοκληρώνεται η τετράμηνη διαδικασία, η οποία φέτος διεξήχθη έπειτα από τρεις αναβολές σε περιβάλλον δυσμενών οικονομικών μεγεθών εξαιτίας της πανδημίας.

Ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστής Χατζηδάκης κρατά ακόμη κλειστά τα χαρτιά του, εν όψει της συνεδρίασης του Υπουργικού Συμβουλίου, σε σχετικές ερωτήσεις τονίζει ωστόσο ότι θα ληφθούν υπόψη όλα τα δεδομένα με τρόπο τεκμηριωμένο και επιστημονικό και με βάση τις αντοχές της οικονομίας.

Το υπουργείο Εργασίας, που θα υποβάλει τη σχετική εισήγηση στο Υπουργικό Συμβούλιο, σταθμίζει τρεις παράγοντες:

Τις εισηγήσεις κοινωνικών εταίρων και επιστημονικών φορέων που ελήφθησαν στο πλαίσιο της σχετικής διαβούλευσης, η οποία προβλέπεται από τη νομοθεσία. Σημειώνεται ότι το μοντέλο προσδιορισμού του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση, ύστερα από διαβούλευση, εφαρμόζεται ευρέως διεθνώς και περιλαμβάνεται σε πρόταση Οδηγίας της Ε.Ε. που βρίσκεται υπό διαμόρφωση.

Τις αντοχές της οικονομίας στο πλαίσιο που διαμορφώνει η πανδημία, την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι επιχειρήσεις και κυρίως οι μικρομεσαίες που επλήγησαν.

Τις ανάγκες των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Υπενθυμίζεται ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν με καταγεγραμμένη ύφεση 8,2% το 2020, λόγω του κορωνοϊού.

Θετικές προοπτικές

Την ίδια στιγμή, για το 2021, υπάρχουν θετικές εκτιμήσεις για την προοπτική της οικονομίας, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μιλά για ανάπτυξη 4,2%.
Σύμφωνα με πληροφορίες, αναφορικά με τις εισηγήσεις των κοινωνικών εταίρων, τα δεδομένα, με βάση το πόρισμα του ΚΕΠΕ που συνοψίζει τα αποτελέσματα της διαβούλευσης και το οποίο υπεβλήθη στον υπουργό Εργασίας, έχουν ως εξής: Το σύνολο των εργοδοτικών φορέων, μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων (ΣΕΒ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ), τάσσονται υπέρ του «παγώματος» του κατώτατου μισθού στα σημερινά επίπεδα, επικαλούμενοι τις επιπτώσεις της πανδημίας και τις επιπτώσεις ενδεχόμενης αύξησής του στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την ανεργία.

Με το σταγονόμετρο

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων και των επιστημονικών φορέων για τον κατώτατο μισθό συνοψίζονται ως εξής:
ΓΣΕΒΕΕ: Σε αυτό το εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον προέχει η διάσωση των επιχειρήσεων και η διατήρηση των θέσεων εργασίας. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μεταβολή που αυξάνει το κόστος λειτουργίας μπορεί να αποβεί καθοριστική τόσο για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων όσο και για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας.
ΕΣΕΕ: Ενδεχόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού σήμερα θα είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί η βιωσιμότητα των ΜμΕ, οι οποίες είναι ο σημαντικότερος εργοδότης της χώρας, ενώ θα επέφερε ισχυρές αναταράξεις σε θέσεις εργασίας που αμείβονται με τον κατώτατο (νέοι εργαζόμενοι και ευέλικτες μορφές απασχόλησης) ή σε ήδη σκληρά δοκιμαζόμενους κλάδους.

ΣΒΕ: Ο κατώτατος μισθός να παραμείνει και την επόμενη χρονιά στο ύψος των 650 ευρώ, αλλά να συνοδεύεται απαραίτητα από φορολογικές ελαφρύνσεις των χαμηλόμισθων και να εξεταστούν πιθανά άλλα μέτρα τα οποία θα βελτιώνουν το εισόδημά τους.
ΣΕΒ: Τουλάχιστον για όσο διαρκούν οι άμεσες αρνητικές επιδράσεις της πανδημίας, το 2021 δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνουν αλλαγές στο επίπεδο του κατώτατου μισθού, ειδικά μεγάλης κλίμακας.
ΣΕΤΕ: Στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία και τις συνθήκες που έχει δημιουργήσει η πανδημία της Covid-19 δεν ενδείκνυται μία αύξηση του κατώτατου μισθού το 2021.

Επιστημονικοί φορείς

Τράπεζα της Ελλάδος: Δεν υπάρχει περιθώριο για μία αύξηση των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων το 2021.
ΙΟΒΕ: Το τρέχον επίπεδο του κατώτατου μισθού δεν είναι ούτε ιδιαίτερα χαμηλό ούτε ιδιαίτερα υψηλό. Συνεπώς, τουλάχιστον για όσο διαρκούν οι άμεσες αρνητικές επιδράσεις της πανδημίας, το 2021 δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνουν αλλαγές στο επίπεδο του κατώτατου μισθού, ειδικά μεγάλης κλίμακας.
ΕΙΕΑΔ: Επιλογή 1: Διατήρηση στα 650 ευρώ με συνοδευτικά μέτρα ενίσχυσης των χαμηλόμισθων (π.χ. αναψηλάφηση του ζητήματος των τριετιών, μικρή αύξηση του αφορολόγητου).
Επιλογή 2: Αύξηση κατά 1,53% που αντιστοιχεί στο ήμισυ της αναμενόμενης αύξησης της παραγωγικότητας για το 2022.
ΚΕΠΕ: Ίσως να ήταν σκόπιμο η χώρα μας να απέχει από επιλογές που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν αρκετές, ήδη οριακές, επιχειρήσεις και να έχουν δυσμενή αποτελέσματα στην απασχόληση και τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.
ΓΣΕΕ: Εισηγείται αύξηση του κατώτατου μισθού. Συγκεκριμένα, ζητά να ανέλθει στα 751 ευρώ άμεσα και στα 809 ευρώ από τα μέσα του 2022.

Ένα ακόμη βασικό μέγεθος αποτελεί και η καταγεγραμμένη ύφεση 8,2% το 2020, λόγω του κορωνοϊού. Την ίδια στιγμή, για το 2021, υπάρχουν θετικές εκτιμήσεις για την προοπτική της οικονομίας, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μιλά για ανάπτυξη 4,2%. Από την άλλη πλευρά, σε δύσκολη θέση βρίσκονται οι επιχειρήσεις, κυρίως οι μικρομεσαίες που επλήγησαν.

Αξιοσημείωτες όμως είναι και οι επισημάνσεις σχετικά με την αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού. Όπως σημειώνεται, ανεξάρτητα από τις όποιες αποφάσεις ληφθούν από το Υπουργικό Συμβούλιο, οι πραγματικοί μισθοί το τελευταίο δωδεκάμηνο αυξήθηκαν κατά περίπου 2,5%, αν ληφθεί υπόψη ο αρνητικός πληθωρισμός και, κυρίως, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Σε σχέση με τις αυξήσεις που δόθηκαν στις άλλες χώρες της Ε.Ε. το προηγούμενο διάστημα, αρμόδιοι παράγοντες υπογραμμίζουν ότι μόνο σε εννέα από αυτές η αύξηση υπερέβη το 2%, αν λάβουμε υπόψη τον πληθωρισμό και τη συναλλαγματική ισοτιμία (για τις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης). Σε έξι χώρες η πραγματική αύξηση ήταν μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας και σε δύο ο πραγματικός κατώτατος μισθός μειώθηκε.
Αρμόδιοι παράγοντες αναφέρουν, τέλος, ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα, που είναι 650 ευρώ (ονομαστικός μισθός, 758 ευρώ, αν ληφθεί υπόψη ότι καταβάλλονται 14 μισθοί τον χρόνο), κατατάσσει τη χώρα μας στο μέσο της ευρωπαϊκής λίστας. Συγκεκριμένα, στην 11η θέση με βάση τον ονομαστικό και στη 13η με βάση τα Ισοδύναμα Αγοραστικής Δύναμης.

Τα αναδρομικά

Σε ό,τι αφορά τα αναδρομικά, θα δοθούν σταδιακά σε 200.000 συνταξιούχους που έχουν διανύσει περισσότερα από 30 χρόνια ασφάλισης (30,1 και έως 44 έτη) και δεν διατηρούν μεγάλη προσωπική διαφορά.
Με εμβόλιμη πληρωμή στις 27 Ιουλίου αναμένεται, εκτός απροόπτου, να καταβληθούν τα αναδρομικά στους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα που υπέβαλαν αίτημα συνταξιοδότησης μετά τις 13 Μαΐου 2016. Υπενθυμίζουμε ότι η ημερομηνία πληρωμής μετατέθηκε έναν μήνα αργότερα (αρχικά είχε προγραμματιστεί για τις 30 Ιουνίου) λόγω καθυστέρησης στην επεξεργασία των στοιχείων από την ανάδοχο εταιρεία.

Η πληρωμή των αυξήσεων (συμπεριλαμβανομένου και του ποσού που αναλογεί για τον Ιούλιο) στις συντάξεις των παραπάνω συνταξιούχων θα πραγματοποιηθεί τέλος Ιουλίου με τις συντάξεις Αυγούστου.
Με τακτική πληρωμή τέλος του μηνός με τις συντάξεις του Αυγούστου θα δοθούν τα αναδρομικά και στους συνταξιούχους του Δημοσίου.

Για την πληρωμή των αναδρομικών σε 150.000 παλαιούς συνταξιούχους, που υπέβαλαν αίτηση συνταξιοδότησης πριν από τον Μάιο του 2016, θα υπάρξει νεότερη ανακοίνωση. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε άλλη ημερομηνία θα πληρωθούν οι μηνιαίες αυξήσεις και σε άλλη τα αναδρομικά. Η πρώτη πληρωμή, πάντως, είτε τακτική είτε εμβόλιμη, αναμένεται να γίνει με καθυστέρηση στο τέλος Σεπτεμβρίου.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβουν αυξήσεις οι συνταξιούχοι είναι αφενός να έχουν συμπληρώσει περισσότερα από 30 χρόνια ασφάλισης και αφετέρου να μην διατηρούν μεγάλη προσωπική διαφορά. Το « » στην υπόθεση της προσωπικής διαφοράς είναι η αύξηση του νόμου Βρούτση να είναι μεγαλύτερη του ποσού της προσωπικής διαφοράς, ώστε να μειωθεί το ύψος της προσωπικής διαφοράς και το υπόλοιπο ποσό να πιστωθεί στον λογαριασμό τους.

Για παράδειγμα συνταξιούχος ΔΕΚΟ με 41,6 χρόνια παίρνει σύνταξη 1.479 ευρώ με προσωπική διαφορά 110 ευρώ. Με τον νέο επανυπολογισμό του νόμου Βρούτση θα δει αύξηση κατά 192 ευρώ, από την οποία τα 110 ευρώ θα συμψηφιστούν με την προσωπική διαφορά και τα υπόλοιπα 82 ευρώ θα πιστωθούν στον λογαριασμό του.

topontiki.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.