Τώρα που η μέρα πέφτει και το φως λιγοστεύει

Τώρα που η μέρα πέφτει και το φως λιγοστεύει

  • |

Βλέπω τους μυθιστορηματικούς μου ήρωες από την απόσταση που τους επαναφέρει στην ηλικία της αφθαρσίας και παρατηρώ την εικόνα τους ν’ αλλάζει διαστάσεις μαζί με το κοίλο, καλειδοσκοπικά μεταβαλλόμενο, σκηνικό της βάθος. Αγόρια του καλοκαιριού και ανοιξιάτικα κορίτσια, σε μέρη με παλιρροϊκά φαινόμενα κατεβαίνουν στη θάλασσα διαλέγουν ένα ακρωτήρι — τίποτα μεγάλο, πέντε δρασκελιές τόπο — και οργανώνουν την υπεράσπισή του από την πλημμυρίδα με την ποιότητα της εντατικής σοβαρότητας που μόνο τα παιδιά διαθέτουν. Στήνουν σημαιάκια στα ψηλώματα, υψώνουν αναχώματα στα ευπαθή σημεία και γέφυρες με πρόχειρα υλικά, πετρούλες, βότσαλα, κοχύλια κι ότι ξύλα τύχει να τους φέρει το κύμα.

του Ηρακλή Λογοθέτη

Μόλις το ακρωτήρι τους κυκλώνεται, η μορφολογία του αλλάζει και γίνεται σιγά-σιγά νησί, μετατοπίζουν τις σημαίες τους, εγκαταλείπουν όσες άκρες είναι ανέφικτο πια να υπερασπίσουν, διαλύουν βιαστικά τα αναχώματα, μεταφέροντας τα υλικά τους για να τα ξαναστήσουν σε ασφαλέστερα σημεία. Καμιά φορά μια γέφυρα καταρρέει μέσα σε κραυγές χωρίς να προλάβουν να τη σώσουν, μια μικρή γλώσσα στεριάς κόβεται απότομα σε άναρθρα επιφωνήματα, η επικράτεια κερματίζεται απρόσμενα σε διάφορα σημεία, οι αμυντικές τους γραμμές ανασχηματίζονται διαρκώς, το τρεχαλητό κινδυνεύει να εξελιχθεί σε άτακτη υποχώρηση. Καθώς η μέρα πέφτει και η δόξα της παρέρχεται αργά πίσω απ’ τις κορφές, τυλιγμένη με μια παγωμένη γαλαζωπή λάμψη, ένα βαρύ και χοϊκό, σκοτωμένο βαθυκόκκινο σύννεφο υποχωρεί πέρα στο βάθος του ορίζοντα και το σούρουπο προσβάλλεται από κάτι ελώδες. Ένα σηπτικό πράσινο φουσκώνει παντού, σκοτεινιασμένες λόγχες πλευροκοπούν τα υψώματα και κάτω στο ελάχιστο νησί που έχει απομείνει η δουλειά γίνεται πιο δύσκολη, το βουητό της θάλασσας κάνει τη συνεννόηση σχεδόν αδύνατη. Ο ρυθμός της πλημμυρίδας ανεβαίνει, το ίζημα του βυθού προελαύνει ανεμπόδιστα και οι λιγοστοί υπερασπιστές του αφανιζόμενου νησιού τραβιούνται σφιχταγκαλιασμένοι στο εσωτερικό ως την έσχατη περίμετρο, ξυπόλητοι με τα μπατζάκια ανεβασμένα ως το γόνατο ενώ από τη μακρυσμένη ακτή ασαφείς φιγούρες τους γνέφουν να γυρίσουν πιά κι ανεμίζουν με αγωνία τα χέρια σε σήματα κινδύνου φωνάζοντας παραγγέλματα κατ’ ανέμου.
Μια μέρα, ένα απ’ αυτά τα παιδιά δεν θα φανεί στην παραλία, ύστερα δεύτερο, τρίτο…