Αφιέρωμα: Αφγανιστάν

Αφιέρωμα: Αφγανιστάν

  • |

Το Αφγανιστάν και η πάλη ενάντια σε πόλεμο και ρατσισμό
Το τέλος του πολέμου στο Αφγανιστάν συνοδεύτηκε από έντονη δημόσια συζήτηση, στα μεγάλα ΜΜΕ, στο σχολιασμό στα κοινωνικά δίκτυα, στην αρθρογραφία εντός Αριστεράς κ.ο.κ.

Αν και επρόκειτο για «προαναγγελθέν» γεγονός, ήταν αναμενόμενο ότι η ολοκλήρωσή του, όπως και η δύναμη της επικαιρότητας, θα έστρεφε με αυξημένη ένταση την προσοχή προς την Καμπούλ. Από τη μεριά των μεγάλων ΜΜΕ, επιχειρήθηκε μια συντονισμένη καμπάνια «πλαισίωσης» του σχετικού διαλόγου, με τη δυνατότητα που έχουν να διαμορφώνουν την «ατζέντα». 

Πάνος Πέτρου

Υποκρισία

Επιχειρήθηκε αφενός ένα έμμεσο ξέπλυμα της 20ετούς κατοχής και των πεπραγμένων της, μέσω της υπερβολικής έμφασης στην αγωνία για την «επόμενη μέρα» (τώρα που φεύγει το ΝΑΤΟ…), ταυτόχρονα με την αγωνία για τα «προσφυγικά κύματα». Η υποκρισία ξεχειλίζει. Θα περίμενε κανείς το παραλήρημα τρόμου για τους «καημένους» τους Αφγανούς που θα μείνουν απροστάτευτοι από τη συλλογική, δυτική, ένοπλη «ασπίδα» να συνοδευόταν (για να δείχνει έστω ειλικρινές) από μια κάποια διάθεση υποδοχής όσων επιλέξουν να εγκαταλείψουν τρομοκρατημένοι ή κυνηγημένοι τη χώρα. Αλλά όπως φαίνεται, αυτοί οι μουσουλμάνοι, ανατολίτες, γενικώς «ξένοι», αξίζουν την «προστασία μας» μόνο όσο μένουν στις χώρες τους («να πολεμήσουν» που λένε και οι σκληροτράχηλοι πληκτρολόγοι…) και χρησιμεύουν ως άλλοθι για δυτικές «ανθρωπιστικές» σταυροφόριες. Όταν επιχειρούν να αναζητήσουν «προστασία» στις ίδιες τις δυτικές χώρες, παύουν να την αξίζουν. Όσο είναι «εκεί», είναι καλοί άνθρωποι που υποφέρουν από την «ισλαμική τυραννία» και μας δίνουν επαρκείς λόγους να εφορμήσουμε στρατιωτικά. Όταν επιχειρούν να έρθουν «εδώ», είναι οι ίδιοι «ισλαμιστές» που έρχονται ως «απειλή».

Για την Αριστερά που στέκεται ενάντια και στον πόλεμο και στο ρατσισμό, θα έπρεπε να είναι σαφές ότι το τέλος του 20ετούς πολέμου πρέπει να απαντηθεί με μια πολιτική-ιδεολογική αντεπίθεση, που θα «τρίβει στα μούτρα» των πολεμοκάπηλων τα πεπραγμένα τους, θα χτίζει αντιπολεμική συνείδηση και ταυτόχρονα θα αποκαλύπτει την υποκρισία των «ανθρωπιστικών ευαισθησιών» των δυτικών κυβερνήσεων, σηκώνοντας το γάντι της αντιπαράθεσης με την πολιτική «περιφρούρησης των συνόρων» απέναντι στα θύματα του πολέμου.

Ένα ανυπόστατο «δίπολο»

Στο πρώτο μέτωπο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, είναι ορατό το ενδεχόμενο μιας σύγχυσης, που αντιπαραβάλει τα «ανθρώπινα δικαιώματα» στον «αντι-ιμπεριαλισμό». Είναι μια αντιπαραβολή που καλλιεργείται συστηματικά και συνειδητά από φιλελεύθερους υποστηρικτές του δόγματος των «ανθρωπιστικών» επεμβάσεων, οι οποίοι χρεώνουν στην αντιπολεμική Αριστερά μια κάποια «αδιαφορία» για την τύχη των Αφγανών γυναικών κ.ο.κ. Η στρεβλή και σκόπιμη προπαγάνδα βρίσκει την αντανάκλασή της σε μια σχολή «αντι-ιμπεριαλισμού» που έχει μάθει -ανακλαστικά- να αντιμετωπίζει με καχυποψία τα «δικαιώματα» και να αντιμετωπίζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική αποκλειστικά στη «γεωπολιτική» της διάσταση.

Χάνεται έτσι από το διάλογο η προφανής αλήθεια ότι μπορεί να είναι κανείς και υπέρ των δικαιωμάτων των Αφγανών και ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, ακριβώς επειδή ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν προώθησε τα δικαιώματα των Αφγανών.

Υπό το βάρος της ομοβροντίας ειδήσεων, εικόνων κ.ο.κ., καλλιεργήθηκε ως «αυταπόδεικτη αλήθεια» μια αίσθηση ότι η 20ετία της αμερικανικής κατοχής σήμαινε μια κάποια πρόοδο στα δικαιώματα, που σήμερα απειλούνται επειδή αποχωρεί το ΝΑΤΟ. Σε αντίθεση με τα μεγάλα ΜΜΕ, η αγωνία των απλών ανθρώπων για την επόμενη μέρα στο Αφγανιστάν, είναι καλοπροαίρετη. Αλλά το έναυσμα έδωσε ο «μεγεθυντικός φακός» των ΜΜΕ, που έχει τη δύναμη να στρέφει την προσοχή σε προβλήματα, όπου αυτός κρίνει ότι βολεύει να στραφεί η προσοχή. Ασφαλώς και οι άνθρωποι που θα κληθούν να κυβερνηθούν από τους Ταλιμπάν, αντιμετωπίζουν πολύ πιθανά μια καινούργια βαρβαρότητα, μετά τις προηγούμενες της κατοχής. Η επίγνωση ότι διάφορες εκδοχές βαρβαρότητας επικρατούν κάθε μέρα του χρόνου, κάθε χρόνο, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, μπορεί να είναι «μαύρη», αλλά βοηθά στην ανάπτυξη «αντισωμάτων» στον εκάστοτε κατευθυνόμενο «ηθικό πανικό» που συνήθως πιέζει σε εκβιαστικά διλήμματα, που σε τελική ανάλυση δεν αντιμετωπίζουν καν τη βαρβαρότητα. Στην περίπτωση του Αφγανιστάν, καθώς επιχειρείται μια έμμεση καμπάνια συλλογικής αμνησίας για τα τελευταία 20 χρόνια, έχει ιδιαίτερη αξία η μνήμη: η υπενθύμιση της τραγωδίας που ρήμαξε τη χώρα τα τελευταία 20 χρόνια (βλ. πίσω σελίδες). Θα έπρεπε να είναι κοινή παραδοχή ότι ο πόλεμος και η κατοχή δεν προάγει «δικαιώματα» και αυτή να είναι επαρκής βάση για απάντηση στις διάχυτες αστικές δυτικές «ανησυχίες».

Η χρεοκοπία της

«ανθρωπιστικής επέμβασης»

Η σημασία αυτής της αντιπαράθεσης αναδεικνύεται από την ιεράρχηση που της δίνει ο αντίπαλος. Το 2001, το δόγμα της «ανθρωπιστικής επέμβασης» κατάφερε να υπνώσει το αντιπολεμικό κίνημα. Κάποιες φωνές μέσα στην αντικαπιταλιστική Αριστερά, επιχείρησαν να αντισταθούν στο κύμα, προειδοποιώντας ότι τίποτε καλό δεν θα φέρει η ιμπεριαλιστική εκστρατεία στο Αφγανιστάν. Ακολούθησαν 20 (!) χρόνια πολέμου, που πέτυχαν τα ακριβώς αντίθετα από τους διακηρυγμένους «στόχους» της εξόρμησης και σε μεγάλο βαθμό επιδείνωσαν την κατάσταση, αφού κόστισαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές, εκατομμύρια πρόσφυγες (έφευγαν κι επί αμερικανικής κατοχής παρεμπιπτόντως, δεν θέλουν όλοι-ες να φύγουν σήμερα που ήρθαν οι Ταλιμπάν), εκατοντάδες δισ. δολάρια σε φονικά όπλα, εργολάβους του πολέμου, διεφθαρμένους πολέμαρχους. Το τέλος του πολέμου και ο τραγικός απολογισμός του θα έπρεπε να είναι «πεδίον δόξης λαμπρό» για τις αντιπολεμικές φωνές, να πουν δικαιωμένες «ποτέ ξανά». Απέναντι σε αυτή την προοπτική, στήνεται η «συλλογική αμνησία», που αποδέχεται την «ήττα» των ΗΠΑ, αλλά «θρηνεί» για αυτή -με πρωτεργάτες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που φτάνουν να κατακεραυνώνουν την Ουάσινγκτον για την αποχώρηση. Η συζήτηση για το Αφγανιστάν έχει σημασία γιατί αφορά το μέλλον. Το «ξέπλυμα» της 20ετίας αφορά το ξέπλυμα των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων», για να παραμένει το δόγμα διαθέσιμο να ενεργοποιηθεί σε μελλοντικές εκστρατείες. Στον αντίποδα έχουμε να κινηθούμε: Το Αφγανιστάν είναι μια ακόμα τραγική απόδειξη ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις πάντοτε κάνουν τα πράγματα χειρότερα και θα πρέπει να συντηρήσουμε αυτή τη μνήμη για τις μελλοντικές προκλήσεις. Οι οποίες δεν αποκλείεται να αφορούν το ίδιο το Αφγανιστάν, και μια «σωτήρια επιστροφή της Δύσης» αύριο-μεθαύριο.

Προληπτική υστερία

Το δεύτερο μέτωπο, αυτό του ρατσισμού, παραμένει επίσης -προς ώρας- ιδεολογικό και «με το βλέμμα στο μέλλον». Ήταν οι πρώτες μέρες μετά την πτώση της Καμπούλ στα χέρια των Ταλιμπάν, ενώ υπήρχε ακόμα προσβάσιμη η διέξοδος στα αμερικανικά αεροπλάνα. Δεν είχε ακόμα ξεδιπλωθεί πλήρως ένα «άτακτο» -και χωρίς ασφαλή διέξοδο- προσφυγικό κύμα, όσων θα αφεθούν τελικά πίσω ενώ θέλουν να φύγουν. Πολύ περισσότερο αυτό το κύμα απέχει πολύ ακόμα από το να καταφέρει να φτάσει στα σύνορα της Ευρώπης. Κι όμως, άρχισε αμέσως η προληπτική υστερία για τις «ορδές» προσφύγων. Τα «οχυρωματικά έργα» και η διαφήμισή τους (φράχτης στον Έβρο) αποτελούν ένα χυδαίο, ιδεολογικό παιχνίδι με την καλλιέργεια κλίματος «εμείς απέναντι σε αυτούς», όπου ζούμε περικυκλωμένοι από «εχθρικούς πληθυσμούς», απέναντι στους οποίους οφείλουμε να συσπειρωθούμε γύρω από το κράτος και την ηγεσία «μας». Αυτή η καμπάνια δεν θα περιμένει τους πρώτους Αφγανούς που ίσως καταφέρουν να φτάσουν στα ελληνικά σύνορα για να εκδηλώσει την αγριότητά της απέναντί τους: Θα μεταφραστεί άμεσα σε αγριότητα απέναντι σε κάθε πρόσφυγα και μετανάστη, είτε επιχειρεί να προσεγγίσει την Ελλάδα είτε βρίσκεται ήδη σε αυτή.

Η ελληνική κυβέρνηση ήδη πρωτοστάτησε σε απανθρωπιά. Στις 5 Αυγούστου, μια μικρή ομάδα κρατών (Γερμανία, Δανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Ελλάδα) έστειλε επιστολή στην Κομισιόν καλώντας να συνεχιστούν οι απελάσεις προς το Αφγανιστάν! Στη διαδρομή, Ολλανδία, Γερμανία και Δανία «μετρίασαν» την αρχική τους αντίρρηση. Ως την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, η Ελλάδα από κοινού με το Βέλγιο (και την προσθήκη της Αυστρίας), επιμένουν να υπερασπίζονται τη σκληρή γραμμή τους. Αυτή αφορά τους Αφγανούς που έχουν ήδη αιτηθεί άσυλο. Το τι περιμένει τις νέες αφίξεις, όσων επιχειρήσουν να φτάσουν στα σύνορα της Ευρώπης-φρούριο είναι μια άλλη συζήτηση, όπου η «συλλογική ΕΕ» δεν θα δείξει μάλλον την ίδια ευαισθησία…

Ένα άλλο αποκαλυπτικό στοιχείο της ρατσιστικής πολιτικής, αφορά την «έγνοια» που δείχνουν τα ελληνικά ΜΜΕ για την προσπάθεια του Ερντογάν να αποκόψει την πρόσβαση Αφγανών στη χώρα του, υψώνοντας τείχη. Πριν καν προλάβουν οι Αφγανοί να διασχίσουν το Ιράν, η ελληνική κυβέρνηση διαπιστώνει αίφνης «κοινά συμφέροντα» με τον «προαιώνιο εχθρό» και υποστηρίζει την αποτρεπτική του πολιτική. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι η Τουρκία καταγγέλεται («εργαλειοποίηση προσφύγων»…) όταν δεν κάνει το απάνθρωπο μαντρόσκυλο αλλά ενθαρρύνεται όταν το κάνει, στο βαθμό που αναβαθμίζεται σε «εταίρο» απέναντι στον «εχθρό» των κατατρεγμένων ανθρώπων…

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Αυτές οι αντιπαραθέσεις, αν και «ιδεολογικές» σήμερα, θα έχουν σοβαρό πολιτικό αντίκτυπο «αύριο». Αφορούν τη συζήτηση για το «τί κάνουμε» για το Αφγανιστάν, και κατ’ επέκταση για την ταλαιπωρημένη «Ανατολή» και το βασανισμένο «Νότο». Όπου η ιδεολογική επίθεση που διεξάγεται επιχειρεί να εστιάζει κάθε φορά σε μία συγκεκριμένη -υπαρκτή- τραγωδία, με στόχο να εκβιάσει τη συναίνεση ή την ανοχή σε μια νέα ιμπεριαλιστική εκστρατεία. Μαζί με την επίγνωση ότι τραγωδίες συμβαίνουν παντού και ο «φακός» των ΜΜΕ είναι πάντα επιλεκτικός, χρειάζεται και η επίγνωση ότι μας αντιστοιχούν συγκεκριμένα καθήκοντα: αυτά που μπορούμε και περνάει από το χέρι μας να κάνουμε.

Η πάλη ενάντια στους τυράννους και τους εκμεταλλευτές της «περιφέρειας» είναι υπόθεση των λαών της. Εμείς χρειάζεται να παλέψουμε ενάντια στις δικές μας κυβερνήσεις για να τους αφήσουν επιτέλους ήσυχους. Μόνο χειρότερα κάνει τα πράγματα κάθε επέμβασή τους: ακόμα κι όταν φαίνεται βραχυπρόθεσμα να αποτρέπει κάποιες τραγωδίες, ανοίγει το δρόμο σε άλλες (το Αφγανιστάν, τα Βαλκάνια, η Λιβύη λειτουργούν ως σκληρή υπενθύμιση). Να αγωνιστούμε να ανοίξουν τα σύνορά τους για όσους χάνουν κάθε ελπίδα για μια καλύτερη ζωή στον τόπο τους. Ίσως εμείς που ζούμε και δρούμε στις ανεπτυγμένες χώρες να έπρεπε να ανοίξουμε κι ένα ζήτημα αποζημιώσεων στις χώρες-θύματα της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας. Σε κάθε περίπτωση, τα ανοιχτά σύνορα και το καλωσόρισμα των μεταναστών και προσφύγων αποτελεί την ελάχιστη μορφή «αποζημίωσης».

Στην περίπτωση του Αφγανιστάν, αυτά είναι ξεκάθαρα. Και αφορούν πολύ πιο άμεσα και την Ελλάδα, της οποίας ο στρατός συμμετείχε περήφανα στον 20ετή πόλεμο…

20 χρόνια «πολέμου κατά της τρομοκρατίας»
Η επέτειος των 20 χρόνων από την 11η Σεπτέμβρη του 2001 και την έναρξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» συμπίπτει με την ταπεινωτική αποχώρηση του αμερικανικού στρατού από το Αφγανιστάν.

Είκοσι χρόνια πριν, το Αφγανιστάν θεωρούταν το πρώτο «σκαλοπάτι» μιας μεγάλης ιμπεριαλιστικής εξόρμησης που θα «ανάπλαθε» δια της βίας όλη τη Μέση Ανατολή. Οι φαντασιώσεις των νεοσυντηρητικών για τις «αλλαγές καθεστώτων» (τη διαδικασία όπου η αμερικανική επέμβαση γκρεμίζει πλήρως τις παλιές κρατικές δομές και χτίζει καινούργιες) έβρισκαν χώρο να γίνουν εξωτερική πολιτική στην εποχή της αμερικανικής παντοδυναμίας και του «μονοπολικού κόσμου».

Αλαζονεία και ήττα

Στο Πεντάγωνο και στην Ουάσινγκτον, υπήρχε η αλαζονική βεβαιότητα ότι ήταν υπόθεση λίγων χρόνων να κάνει ο αμερικανικός στρατός μια «διαδρομή» που θα περνούσε από την Καμπούλ, τη Βαγδάτη, τη Βηρυτό, τη Δαμασκό, την Τεχεράνη κ.ο.κ. Ο Πρώτος Πόλεμος του Κόλπου και η συντριπτική επίδειξη ισχύος της «Καταιγίδας της Ερήμου» είχε λειτουργήσει στέλνοντας σε εχθρούς και φίλους το μήνυμα της συντριπτικής αμερικανικής υπεροπλίας.

Στο Ιράκ και το Αφγανιστάν αποδείχθηκε ότι είναι ένα πράγμα να επικρατείς στρατιωτικά ενάντια σε μια κυβέρνηση (συχνά λαομίσητη) και τελείως διαφορετικό να καταφέρεις να ελέγξεις έναν πληθυσμό που σε βλέπει (δίκαια!) ως κατακτητή. Τόσο το καθεστώς Ταλιμπάν όσο και ο στρατός του Σαντάμ Χουσεΐν κατέρρευσαν με ευκολία. Αλλά τόσο η αφγανική αντίσταση όσο και η ιρακινή αποδείχθηκαν πολύ πιο σκληρά καρύδια για τα δόντια του αμερικανικού στρατού. Αντί για «σκαλοπάτια», οι δύο πόλεμοι του Μπους του Νεότερου αποδείχθηκαν «βάλτοι». Το 2006, ανέλαβε το Ισραήλ την «εργολαβία» της επιτάχυνσης του σχεδιασμού που είχε σκαλώσει σε Ιράκ-Αφγανιστάν. Ήταν η επίθεση στο Λίβανο και ο «Πόλεμος των 33 Ημερών» με τη Χεζμπολά. Ήταν τότε που η Κοντολίζα Ράις χαρακτήριζε την ανείπωτη καταστροφή του νότιου Λιβάνου από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς ως «πόνους της γέννησης της νέας Μέσης Ανατολής». Το Ισραήλ τελικά απέτυχε παταγωδώς.

Το σχέδιο «Νέα Μέση Ανατολή» είχε τσακιστεί στα βράχια, ενώ η στρατηγική «αλλαγής καθεστώτων» αποδείχθηκε ότι μπορεί εύκολα να γυρίσει μπούμερανγκ προς τις ΗΠΑ. Η υπερδύναμη όχι μόνο είχε αποτύχει στη Μέση Ανατολή (όπου μια από τις συνέπειες των συγκρούσεων της εποχής ήταν η… ενίσχυση του Ιράν), αλλά έχοντας στρέψει πόρους, ενδιαφέρον και ενέργεια στους δύο «ατελείωτους πολέμους», άφηνε χρόνο και χώρο στους ανερχόμενους ανταγωνιστές της (Ρωσία, Κίνα) αλλά και σε περιφερειακές δυνάμεις (με την αύξηση των «απειθαρχιών»). Η οικονομική κρίση του 2007-08 ήρθε να ολοκληρώσει την εικόνα κλονισμού της «τάξης πραγμάτων» που είχε επιβληθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.

Ο πόλεμος του Ομπάμα

Η αποκαθήλωση του Μπους και η πανηγυρική εκλογή Ομπάμα ήρθε σε αυτό το φόντο, οικονομικών και γεωστρατηγικών προβλημάτων που απαιτούσαν αλλαγή διαχείρισης.

Ο Ομπάμα εξέφραζε τις ανάγκες μιας «συντεταγμένης αναδίπλωσης». Η επιστροφή στην «πολυμέρεια» (μετά το δόγμα Μπους «όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας») και η απομάκρυνση από τη στρατηγική «αλλαγής καθεστώτων» λογοδοτούσαν σε αυτές τις ανάγκες. Το «πίβοτ στον Ειρηνικό», δηλαδή η μεταφορά της κύριας έμφασης της αμερικανικής πολιτικής προς την Ασία και τον ανταγωνισμό με την Κίνα ήταν η βασική στρατηγική επιλογή που επέβαλε την «απαγκίστρωση» από τη Μέση Ανατολή και τους «παλιούς πολέμους».

Το 2011 σηματοδοτεί την οριστική ήττα των παλιών σχεδιασμών. Ήταν η χρονιά των αραβικών εξεγέρσεων (αυτό που ήθελε να προλάβει το «σχέδιο νέα Μέση Ανατολή», που θύμιζε προληπτική «παθητική επανάσταση», όπου «όλα πρέπει να αλλάξουν για να μην αλλάξει τίποτα»), αλλά και η χρονιά της αποχώρησης του αμερικανικού στρατού από το Ιράκ. Αυτό που πέρασε τότε «κάτω από τα ραντάρ», είναι ότι την ίδια περίπου περίοδο οριστικοποιούταν η ήττα των ΗΠΑ και στο Αφγανιστάν. Για τον Ομπάμα, η απόσυρση από το Ιράκ συνοδευόταν από κλιμάκωση στο Αφγανιστάν. Το 2009 ήταν η χρονιά του «surge», του «κύματος» που έστειλε δεκάδες χιλιάδες φαντάρους στο Αφγανιστάν, φτάνοντας την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στα υψηλότερα επίπεδα από την έναρξη του πολέμου, με στόχο «να τελειώσει η δουλειά».

Η παταγώδης αποτυχία του «κύματος» να αποκαταστήσει στοιχειωδώς τον έλεγχο της χώρας από τις δυνάμεις κατοχής ήταν η «στιγμή» που κρίθηκε ο πόλεμος. Από τότε ήταν κοινό μυστικό η ήττα της εκστρατείας στο Αφγανιστάν. Η διαρροή των «Εγγράφων του Αφγανιστάν» το 2019 επιβεβαιώνει ότι στο Πεντάγωνο ήξεραν καλά από πολλά χρόνια ότι η έκβαση του πολέμου είναι δεδομένη. Συνέχισε να χύνεται πολύ αίμα έκτοτε, για λόγους γοήτρου (στα έγγραφα αποκαλύπτονται ρητές εντολές «να φανεί ότι σημειώνουμε κάποια πρόοδο»), για λόγους βολικούς προς τη πολεμική βιομηχανία (που περιλαμβάνει και τις ιδιωτικές «εργολαβίες» που ανέλαβαν καθήκοντα καθώς μειωνόταν η κρατική-στρατιωτική παρουσία) και με στόχο να πιεστούν στρατιωτικά οι Ταλιμπάν ώστε να αποδεχθούν μια «διάδοχη κατάσταση» που θα παίρνει υπόψη τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των ντόπιων συμμάχων τους.

Η αναδίπλωση του ΝΑΤΟ και οι βομβαρδισμοί Τραμπ

Δεν σημειώθηκε ιδιαίτερη πρόοδος και το Δεκέμβρη του 2014, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε τον τερματισμό των μάχιμων επιχειρήσεών του. Ο μεγάλος όγκος των διεθνών δυνάμεων αποχώρησε, ενώ ξεκίνησε η αποστολή «Αποφασιστική Στήριξη»: στη χώρα παρέμειναν 12.500 ξένοι στρατιώτες του ΝΑΤΟ, ως «εκπαιδευτές-σύμβουλοι», αλλά και μια επιπλέον αμερικανική αποστολή περίπου 5.000 ανδρών, εκτός πλαισίου ΝΑΤΟ, ενώ οι ΗΠΑ θα διατηρούσαν το δικαίωμα «να επέμβουν πιο αποφασιστικά». Ο νεοσυγκροτημένος «αφγανικός στρατός», που είχε κοστίσει περίπου 1 τρισ. δολάρια, καλούνταν να «βγει μπροστά».

Αποδείχθηκε σύντομα ότι αυτό το κατασκεύασμα μπορούσε μόνο να συναγωνίζεται σε αγριότητα τους Ταλιμπάν, ενώ ταυτόχρονα ήταν παντελώς ανίκανο να αντιμετωπίσει τους αντάρτες. Επί Τραμπ, το βάρος έπεσε στη δυνατότητα που εξακολουθούσαν να έχουν οι ΗΠΑ (με την «έγκριση» της κυβέρνησης που είχαν εγκαταστήσει) για αεροπορικές επιχειρήσεις. Οι βομβαρδισμοί αυξήθηκαν κατακόρυφα -και στα τελευταία χρόνια του πολέμου, οι απώλειες αμάχων έσπασαν τα αιματηρά ρεκόρ των προηγούμενων χρόνων. Ήταν η ύστατη προσπάθεια να μπορέσουν οι ΗΠΑ να συνεχίσουν τη χερσαία «απεμπλοκή», έχοντας όμως καταφέρει καθοριστικά πλήγματα στους αντιπάλους τους.

Όλα τα χρόνια μετά τον Μπους, διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις διαιώνιζαν έναν καταστροφικό πόλεμο του οποίου η έκβαση είχε κριθεί, επιδιώκοντας μια «συντεταγμένη» αποχώρηση. Διαδοχικές κυβερνήσεις απέτυχαν. Αυτή είναι η βάση της επιτάχυνσης των συνομιλιών στην Ντόχα, μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και των Ταλιμπάν, για την αμερικανική αποχώρηση.

Κατάρρευση

Η επίτευξη συμφωνίας έκανε τους περισσότερους να εκτιμήσουν ότι οι Ταλιμπάν θα αποδέχονταν μια κάποια «συνύπαρξη» με τους εγκάθετους της κατοχής -ίσως και μια αποδοχή του ελέγχου της Καμπούλ από τις «κυβερνητικές» δυνάμεις με αντάλλαγμα την αναγνώριση της ντε φάκτο εξουσίας τους στην υπόλοιπη χώρα. Η αστραπιαία προέλαση προς την Καμπούλ, η εντυπωσιακή κατάρρευση των «κυβερνητικών» δυνάμεων και η κατάληψη της κεντρικής εξουσίας από τους Ταλιμπάν, αποκάλυψε τη γύμνια του καθεστώτος στο οποίο είχαν επενδύσει οι ΗΠΑ για την «επόμενη μέρα». Ο πρόεδρος Γκάνι διέφυγε με αυτοκίνητα φορτωμένα με χρήμα και «συνταξιοδοτείται» πολυτελώς στο Ομάν, την ώρα που οι φαντάροι του αναρωτήθηκαν (εύλογα) «για ποιον να πολεμήσουμε». Το σαθρό κατασκεύασμα που άφησαν πίσω τους ως «κράτος» ήταν η άλλη όψη της αμερικανικής αποτυχίας στην περιοχή: Θυμίζουμε ότι αντίστοιχη μοίρα (ταχύτατης κατάρρευσης χωρίς τουφεκιά) είχε ο ιρακινός στρατός μπροστά στην προέλαση του ISIS το 2013-14.

Κατά την πρώτη αποχώρηση των Νατοϊκών δυνάμεων, το 2014, γράφαμε: «Μπορεί να μην είδαμε τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ να φορτώνονται σε ελικόπτερα βιαστικά, όπως στη Σαϊγκόν, στο εμβληματικό τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ. Αλλά η “τελετή αποχώρησης” έγινε σε κρυφό  σημείο, κάπου στα άδυτα του Αρχηγείου του ΝΑΤΟ στο κέντρο της Καμπούλ, πίσω από οχυρωμένους τείχους, από τον φόβο πιθανής επίθεσης των Ταλιμπάν».

Σήμερα, η τελική αποχώρηση των τελευταίων αμερικανικών δυνάμεων από την Καμπούλ, θύμισε όντως σε πολλούς και πολλές τις εικόνες από τη Σαϊγκόν. Η πανικόβλητη αποχώρηση λειτουργεί ως υπογράμμιση ότι τα πράγματα στα χρόνια που ακολούθησαν έγιναν ακόμα χειρότερα για τις δυνάμεις κατοχής. Τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου, η εικόνα των ΗΠΑ να στηρίζονται στην πρόθεση των Ταλιμπάν να επιτρέψουν την ασφαλή έξοδο των δυνάμεών τους και των συνεργατών τους, προκειμένου να τη διασφαλίσουν είναι αποκαλυπτική. Ο συμβολισμός αυτής της ταπεινωτικής «α λα Βιετνάμ» κατάληξης γίνεται ακόμα πιο ισχυρός, αν θυμηθούμε το κλίμα του 2001, όταν η γενική αποδοχή της ιμπεριαλιστικής εφόρμησης είχε οδηγήσει αναλυτές να κάνουν λόγο για «το τέλος του συνδρόμου Βιετνάμ».

Η χώρα που επιλέχθηκε ως «πρώτος σταθμός» μιας αλαζονικής εκστρατείας, έγινε τελικά ο τόπος όπου παίχθηκε το «τελευταίο επεισόδιό» της, αρκετά χρόνια μετά την ουσιαστική ήττα της.

Νέο Βιετνάμ;

Ασφαλώς οι Ταλιμπάν δεν συγκρίνονται με το Βιετναμέζικο NLF. Το αντιπολεμικό κίνημα του 1968 δεν συγκρίνεται με τη «σιωπή» στους αμερικανικούς δρόμους μετά την εκλογή Ομπάμα. Στο αμερικανικό στράτευμα δεν υπήρξε η γενικευμένη ανταρσία που έκανε το Πεντάγωνο το 1968 να γράφει ότι ο αμερικανικός στρατός «θυμίζει τα τσαρικά στρατεύματα τις παραμονές της Ρωσικής Επανάστασης». Είναι όλα αυτά που κάνουν ανθρώπους που εύχονταν το τέλος του πολέμου και της κατοχής από το 2001 ακόμα, σήμερα να αισθάνονται περισσότερο θυμό για αυτήν τη τραγική 20ετία και το τί αφήνει πίσω της, παρά χαρά ή έστω ανακούφιση.

Ωστόσο οι παράγοντες της ήττας των ΗΠΑ είναι παρόμοιοι, παρά τις διαφορές. Μια ιμπεριαλιστική πολεμική μηχανή δεν κατάφερε να επικρατήσει ενάντια σε έναν «στρατό» φτωχών αγροτών. Το αντιπολεμικό κίνημα μπορεί να αποσύρθηκε από τους δρόμους, αλλά η «αντιπολεμική κόπωση» της κοινής γνώμης παραμένει ένα βασικό στοιχείο (με το οποίο επιχείρησε να «επικοινωνήσει» ακόμα και ο Τραμπ για να εκλεγεί): Οι ΗΠΑ είχαν εμπλακεί σε έναν πόλεμο τον οποίο δεν κέρδιζαν και στον οποίο συμμετείχαν πλέον φαντάροι που δεν είχαν γεννηθεί όταν ξεκίνησε (!). Εν τη απουσία κινήματος ή οργανωμένης δράσης, η «αντιπολεμική αντίρρηση» στο αμερικανικό στράτευμα πήρε μια πιο ζοφερή-ατομική μορφή: Οι απώλειες από αυτοκτονίες υπολογίζονται υπερ-πολλαπλάσιες από τις απώλειες στο πεδίο της μάχης. Σύμφωνα με τον Μάικ Πράισνερ, βετεράνο του Ιράκ που οργανώθηκε στο αντιπολεμικό κίνημα και ιδιαίτερα στις προσπάθειες παρέμβασης μέσα στο στράτευμα, η «αυθόρμητη» αντιπολεμική διάθεση (με την έννοια της απροθυμίας να ταξιδέψουν για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν) μέσα στον αμερικανικό στρατό είναι υψηλότερη από ποτέ, και δε συγκρίνεται με το κλίμα της εποχής που ο ίδιος επέλεξε να καταταγεί.

Μια νέα εποχή

Ασφαλώς στην απόφαση αποχώρησης έπαιξαν ρόλο οι νέες προτεραιότητες. Ένα σημείο «συνέχειας» από τον Ομπάμα στον Τραμπ, που σέβεται και ο Μπάιντεν, είναι η μετατόπιση του βάρους στην Κίνα. Ο Τραμπ χλεύαζε τους «μικρούς πολέμους», ενώ τα ντοκουμέντα του Πενταγώνου μετατοπίζουν τις εμφάσεις τους από την «τρομοκρατία» στους «μεγάλους ανταγωνιστές» (Κίνα και δευτερευόντως Ρωσία). Η αποχώρηση από το Αφγανιστάν έρχεται να διευκολύνει τη μεταφορά της αντιπαράθεσης στον Ειρηνικό.

Αλλά το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον οφείλει να ιεραρχεί προτεραιότητες και να αποχωρεί από κάπου για να εστιάσει κάπου αλλού, είναι σημάδι αδυναμίας. Όταν η «υπερ-έκταση» παύει να είναι ένδειξη ισχύος και εξελίσσεται σε πρόβλημα, αυτό αποτελεί την αρχή της κρίσης των μεγάλων «αυτοκρατοριών». Πόσο μάλλον όταν η στρατιωτική παρουσία στο Αφγανιστάν δεν ήταν καθόλου άσχετη με τη γεωγραφική του θέση όσον αφορά την Κίνα (και τη Ρωσία).

Η στρατηγική ήττα αντανακλάται στους θρήνους ή την οργή που επικρατεί στα αμερικανικά ΜΜΕ. Σύμφωνα με τους διαμορφωτές κοινής γνώμης στις ΗΠΑ, «η Κίνα τρίβει τα χέρια της από αυτή την επιβεβαίωση ότι περνάμε σε μια μετα-αμερικανική εποχή». Αντανακλάται επίσης στον (πολεμοκάπηλο!) πανικό που επικράτησε στην ΕΕ, όπου κυριαρχεί ο προβληματισμός για τη «δέσμευση» των ΗΠΑ στις κοινές ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις (καλώς καμωμένες κατά τα άλλα σύμφωνα με τη «γηραιά ήπειρο», που το 2003 στο Ιράκ πάσχιζε να εκφράσει μια κάποια αντι-πολεμοκάπηλη αντίρρηση στον Μπους, ενισχύοντας «ευρωπαϊστικές» αυταπάτες).

Η απάντηση του Μπάιντεν στους «γερακίσιους» επικριτές του, ήταν η πρώτη δημόσια παραδοχή στην αναπόφευκτη έκβαση του πολέμου: Όσο παραπάνω κι αν έμεναν οι αμερικανικές δυνάμεις, στο τέλος θα επικρατούσαν οι Ταλιμπάν. Είναι μια αλήθεια που ισχύει εδώ και τουλάχιστον 10 χρόνια.

Όπως και ο προκάτοχός του, έτσι και ο Μπάιντεν, φρόντισε να καθησυχάσει τους επικριτές του, δίνοντας έμφαση σε επερχόμενες αναμετρήσεις, «πιο σημαντικές». Είναι κι αυτή μια υπενθύμιση της εποχής που ζούμε. Το τέλος της μονοπολικότητας δεν σημαίνει έναν πιο ειρηνικό κόσμο. Αφενός, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός παραμένει επικίνδυνος: τις μέρες της αποχώρησης από το Αφγανιστάν, η αντιπρόεδρος Καμάλα Χάρις έκανε μια «εμπρηστική» περιοδεία στην Νοτιοανατολική Ασία, σε μια προσπάθεια να ωθήσει το Βιετνάμ και άλλες χώρες «να υψώσουν ανάστημα στην Κίνα». Αφετέρου, στην «ασύμμετρη πολικότητα» που αναδύεται, οι νέοι «πόλοι» (Ρωσία, Κίνα κ.ά.) δεν αποτελούν κανενός είδους «αντίπαλο δέος στον ιμπεριαλισμό», πόσο μάλλον κάποιες «δυνάμεις ειρήνης», είναι και οι ίδιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Σε ιστορική κλίμακα, η «μονοπολικότητα» υπήρξε μόνο μια «στιγμή» (που αρκούσε για να δώσει πάτημα στην άνθηση θεωριών που φλέρταραν με το παλιό καουτσικό σχήμα του «υπερ-ιμπεριαλισμού»). Η εποχή του «παλιού, καλού» ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού έχει επιστρέψει…

 

Ενάντια στη «συλλογική αμνησία»: Τα εγκλήματα της 20ετούς κατοχής
Από την πρώτη μέρα της πτώσης της Καμπούλ, ξεκίνησε μια συντονισμένη μιντιακή επιχείρηση έμμεσου ξεπλύματος του 20ετούς πολέμου. Καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιχειρήσει κανείς να ωραιοποιήσει άμεσα την κατάσταση στο Αφγανιστάν τα τελευταία 20 χρόνια, η μέθοδος που επιλέχθηκε υπήρξε πιο έμμεση: μια υπέρμετρη και διάχυτη «ανησυχία» για το «τι θα γίνει τώρα».

Οι ανοιχτά πολεμοκάπηλοι επικριτές του Μπάιντεν το δηλώνουν ανοιχτά: «Έπρεπε να παραμείνουμε». Πιο φιλελεύθεροι, δείχνουν κατανόηση στην αποχώρηση, αλλά ο θρήνος τους για την «επόμενη μέρα» έχει ευρύτερη ιδεολογική στόχευση με το βλέμμα στο μέλλον: αναπαράγει τον πυρήνα του επιχειρήματος του «εκπολιτιστικού» ρόλου των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.

Καθώς αυτές οι αναλύσεις (και τα ρεπορτάζ, τα οπτικοακουστικά μέσα κλπ που δημιουργούν «κλίμα») αποφεύγουν να μιλήσουν για το παρελθόν, εστιάζοντας το «φακό» στο παρόν για να χτίσουν το επιχείρημά τους, ο μιντιακός βομβαρδισμός των ημερών έχει περιγραφεί πιο εύστοχα ως «επιχείρηση συλλογικής αμνησίας».

Αγριότητες

Αξίζει λοιπόν να διατηρήσουμε ζωντανή τη μνήμη. Να θυμόμαστε λοιπόν ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δηλώνει ότι έχει στοιχεία πως αμερικανικές δυνάμεις «διέπραξαν πράξεις βασανιστηρίων, βάναυσης μεταχείρισης, εξοργιστικών προσβολών στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, βιασμών και σεξουαλικής βίας». Η περιγραφή θυμίζει το Γκουαντάναμο, αλλά στο Αφγανιστάν πήρε πιο εκτεταμένη και καθημερινή μορφή.

Να θυμόμαστε ότι η Human Rights Watch, μια ΜΚΟ που έχει κατηγορηθεί για «φιλικότητα» προς τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, έχει περιγράψει αναλυτικά (κι από το 2004) πώς τέτοιες πρακτικές στρέφονταν μαζικά ενάντια σε αθώους χωρικούς και τα παιδιά τους.

Να θυμόμαστε ότι οι βόμβες σε γάμους, νοσοκομεία κ.ά. «μαζικούς χώρους», σκότωσαν αναρίθμητους αμάχους. Μετάτο 2016, το 40% των θυμάτων των βομβαρδισμών από αέρος ήταν παιδιά.

Να θυμόμαστε τις συνέπειες του «πολέμου των drones». Τα δήθεν «χειρουργικά» χτυπήματα καθημερινά, δεν είχαν μόνο μαζικούς νεκρούς, αλλά δημιούργησαν τεράστια ψυχολογικά προβλήματα στον πληθυσμό. Σύμφωνα με το «Foreign Policy», υπεράνω πάσης υποψίας για αντι-ιμπεριαλισμό, τα παιδιά στη χώρα ανέπτυξαν φόβο απέναντι στην προοπτική να βγουν έξω να παίξουν, λόγω της (υπαρκτής!) πιθανότητας να τα χτυπήσουν βόμβες από τον ουρανό ανά πάσα στιγμή. Στο ίδιο μέσο, ένας Αφγανός που είχε χάσει πολλούς συγγενείς με αυτό τον τρόπο συμπύκνωνε την πικρή εμπειρία των χωρικών: «Είμαστε σα μυρμήγκια για αυτούς».

Πρόσφατα στην Αυστραλία ξεκίνησε μια έρευνα για αποτρόπαια σαδιστικά εγκλήματα πολέμου από τις Αυστραλιανές Ειδικές Δυνάμεις. Η ίδια η κυβερνητική αναφορά έκανε λόγο για μια «διεστραμμένη κουλτούρα» στις γραμμές τους. Δεν είναι κάποια «απόκλιση»: Είναι η αποκτήνωση του πολέμου και η «διαστροφή» του μιλιταρισμού. Τα μέλη αυτών των Ειδικών Δυνάμεων ισχυρίστηκαν πως «ό,τι κι αν κάναμε… οι Βρετανοί και οι Αμερικάνοι ήταν πολύ, μα πολύ χειρότεροι…».

Τα «δικά μας καθάρματα»

Εκτός από τη δράση των κατοχικών δυνάμεων, υπήρξε και η δράση των φιλοκυβερνητικών πολέμαρχων, των συμμάχων της Δύσης στον αντι-ταλιμπανικό αγώνα. Με διαβόητο παρελθόν, συνέχισαν τις άγριες πρακτικές τους (που περιλάμβαναν τη συστηματική σεξουαλική κακοποίηση ανήλικων αγοριών και κοριτσιών), αλλά οι κατοχικές δυτικές δυνάμεις έκαναν τα στραβά μάτια γιατί τα εγκλήματα τα έκαναν «οι δικοί μας». Ένας λοχαγός των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων είχε υπάρξει ειλικρινής ως προς αυτό στους NewYorkTimes: «Τοποθετήσαμε σε θέσεις εξουσίας ανθρώπους που έκαναν πράγματα πολύ χειρότερα από τους Ταλιμπάν -ήταν κάτι που μου έλεγαν συνέχεια οι γηραιοί των χωριών».

Σε δίπλα σελίδες, αναφέρουμε ότι η δημοσκοπική δημοφιλία των Ταλιμπάν βρισκόταν σε απόλυτη συνάρτηση με το μέγεθος της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη χώρα. Υπάρχει κι ένα ακόμα «μέγεθος» που βρίσκεται σε στενή συνάφεια με την αμερικανική παρουσία: Οι θάνατοι. Αυτοί πάντα αυξομειώνονταν ανάλογα με τον αριθμό αμερικανικών στρατευμάτων, ενώ πρώτη φορά άρχισαν να αυξάνονται παρά τη μείωση των χερσαίων δυνάμεων στα χρόνια του Τραμπ και της κλιμάκωσης του πολέμου «από αέρος».

Μαζί με τα δεινά του πολέμου, υπήρξε και η απόλυτη φτώχεια. Ενώ δαπανήθηκαν εκατοντάδες δισ. δολάρια στην υποτιθέμενη «οικοδόμηση έθνους-κράτους», οι Αφγανοί παρέμειναν στην εξαθλίωση μιας καθυστερημένης χώρας. Το μόνο που άλλαξε ήταν η δημιουργία τεράστιων αυτοσχέδιων παραγκουπόλεων στα περίχωρα της Καμπούλ και συγκεκριμένα στα περίχωρα της πολυτελούς «Πράσινης Ζώνης», από της οποίας τα σκουπίδια ήλπιζαν να τραφούν οι άποροι. Σε μια χώρα που βρισκόταν σε διαρκή πόλεμο 40 χρόνια, οι νέες Αρχές έδιναν συντάξεις χηρείας μόνο αν ο σύζυγος είχε σκοτωθεί από τους Ταλιμπάν…

Γυναίκες

Αυτά θα αρκούσαν για να απαντήσουν στο -τάχα- «φεμινιστικό» επιχείρημα υπέρ της αμερικανικής παρουσίας, που κυριαρχεί στην αστική αρθρογραφία. Με την απλή έννοια ότι όλα αυτά τα δεινά που περιγράψαμε χτύπησαν εξίσου τις γυναίκες, το 50% του πληθυσμού, που δεν «εξαιρείται» ούτε από τη φτώχεια, ούτε από τις βόμβες, ούτε από την συστηματική κακοποίηση.

Αλλά και με όρους δικαιωμάτων, το 2019 το Αφγανιστάν βρισκόταν δεύτερο από το τέλος στην παγκόσμια κατάταξη. Αυτό που ίσως άλλαξε ήταν οι δυνατότητες για κάποιες γυναίκες εντός της Πράσινης Ζώνης και της ζώνης δράσης των ΜΚΟ. H Σαμία Γουαλίντ, της RAWA (Επαναστατική Ένωση Γυναικών του Αφγανιστάν), σε μια συνέντευξή της το Σεπτέμβρη του 2019 περιέγραφε αυτή τη διαδικασία ως «εξαγορά» κι όχι ως «απελευθέρωση». Ακόμα και για όσους κι όσες διατηρούμε μια μεγαλύτερη κατανόηση στην προσπάθεια ή τη διαδρομή αυτών των γυναικών «της Πράσινης Ζώνης», παραμένει ακριβές ότι η όποια βελτίωση των δικών τους προοπτικών δεν σήμαινε τελικά τίποτε για τη μεγάλη πλειοψηφία των Αφγανών γυναικών, που βιάζονταν, κακοποιούνταν, γίνονταν θύματα ενός εκτεταμένου συστήματος sex trafficking που εξυπηρετούσε τους φιλοδυτικούς πολέμαρχους, τα κυβερνητικά στρατεύματα και τις δυνάμεις κατοχής. Μια αφγανική ιδιαιτερότητα υπήρξε ότι σε αντίθεση με το διεθνές μοτίβο, το 80% των επιθέσεων αυτοκτονίας είχε δράστρια γυναίκα. Είναι μια επιλογή στην οποία εξωθούνται συνήθως άνθρωποι που η ζωή τους έχει γίνει αβίωτη…

Αν κάτι άλλαξε για τις γυναίκες του Αφγανιστάν όλα αυτά τα χρόνια, είναι το… ενδιαφέρον των αμερικανικών ΜΜΕ. Στα δύο περίπου χρόνια ανάμεσα στο Γενάρη του 2000 και την 11η Σεπτέμβρη του 2001, υπήρξαν 15 άρθρα και 33 τηλεοπτικά ρεπορτάζ για τα δικαιώματα των γυναικών στο Αφγανιστάν. Στις λίγες εβδομάδες μεταξύ 12 Σεπτέμβρη 2001 και 1 Γενάρη 2002 (κατά την κορύφωση της αμερικανικής εκστρατείας) υπήρξαν 93 άρθρα και 628 τηλεοπτικά ρεπορτάζ. Μετά από αυτό (και την στρατιωτική επικράτηση των ΗΠΑ στον πόλεμο), το ζήτημα «δικαιώματα γυναικών στο Αφγανιστάν» εξαφανίστηκε ξανά από τη δημόσια σφαίρα. Επέστρεψε «ξαφνικά» με εντυπωσιακή δριμύτητα και πυκνότητα, σήμερα που οι ΗΠΑ αποχωρούν.

Στο πρόσφατο παρελθόν, η Μαλαλάι Τζόγια, Αφγανή αγωνίστρια, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι οι γυναίκες στο Αφγανιστάν αντιμετωπίζουν τρεις εχθρούς ταυτόχρονα: «Τους Ταλιμπάν, τους υποστηριζόμενους από τις ΗΠΑ πολέμαρχους και την αμερικανική κατοχή». Και συμπλήρωνε: «Αν εσείς στη Δύση καταφέρετε να διώξετε την αμερικανική κατοχή, θα μας μείνουν δύο». «Εμείς στη Δύση» δεν τα καταφέραμε και τη δουλειά την έκαναν οι Ταλιμπάν, με αποτέλεσμα να βγει ενισχυμένη η μία από τρεις απειλές. Αλλά παραμένει αλήθεια ότι οι γυναίκες εκεί έχουν να αντιμετωπίσουν πλέον έναν εχθρό λιγότερο.

 

Οι Ταλιμπάν: Άνοδος, πτώση και αναγέννηση
Σύμφωνα με το θρύλο, ο Μουλάς Ομάρ ίδρυσε τους Ταλιμπάν όταν είδε δύο ισλαμιστές πολέμαρχους να διεξάγουν μάχη με τεθωρακισμένα με επίδικο το ποιος από τους δύο θα κακοποιούσε σεξουαλικά ένα νεαρό αγόρι. Η δραματοποίηση των γεγονότων είναι εμφανής, αλλά ο θρύλος αποτυπώνει με ακρίβεια τις συνθήκες που επέτρεψαν τη γέννηση των Ταλιμπάν. Ο Μουλάς Ομάρ πράγματι είχε καθοδηγήσει μια ένοπλη εξέγερση των χωρικών που είχαν αγανακτήσει από τη συμπεριφορά των ισλαμιστών πολέμαρχων της περιοχής γύρω από την Κανταχάρ.

Οι Ταλιμπάν συγκροτήθηκαν στα τέλη του 1994, μέσα στο απόλυτο χάος ενός εμφυλίου πολέμου «όλων εναντίον όλων» στον οποίο είχε βυθιστεί το Αφγανιστάν στα χρόνια μετά την ήττα των Σοβιετικών από τους μουτζαχεντίν. Ιδεολογικά, συνδύαζαν όψεις του παραδοσιακού Ισλάμ των αφγανικών χωριών, του σκληρού ουαχαμπιτισμού της Σαουδικής Αραβίας και μιας εκδοχής Ινδικού αντι-αποικιακού Ισλάμ. Κοινωνικά, ο κορμός του κινήματος, οι «ταλίμπ» (μαθητές) και οι μουλάδες, ήταν κυρίως φτωχοί αγρότες ή άνθρωποι μεγαλωμένοι στα προσφυγικά στρατόπεδα, που γνώριζαν μόνο βασική ανάγνωση -κυρίως θρησκευτικών κειμένων.

Υπόβαθρο

Τις περασμένες δεκαετίες, τα πολιτικά ρεύματα που δρούσαν ανταγωνιστικά στους παλιούς «φεουδαλικούς» (με την ευρεία έννοια) άρχοντες, είχαν ως «κορμό» τους φοιτητές και τους δημόσιους υπάλληλους -αυτό ίσχυε εξίσου και για το πολιτικό Ισλάμ και για τους κομμουνιστές. Οι Ταλιμπάν παρουσιάστηκαν ως πολιτικό ρεύμα από τους φτωχούς της υπαίθρου για τους φτωχούς της υπαίθρου -με εμβληματική την ταπεινή καταγωγή του ίδιου του Μουλά Ομάρ.

Παράλληλα, τα ιστορικά πολιτικά ρεύματα είχαν μπει σε κρίση και φθορά. Πρώτα απαξιώθηκαν οι κομμουνιστές, αφού είχαν αρχικά βρεθεί στη θέση να καταστέλλουν τους ανθρώπους που ήθελαν να απελευθερώσουν και έπειτα να γίνονται πλατιά αντιληπτοί ως «μαριονέτα» μιας ξένης δύναμης εισβολής, της ΕΣΣΔ. Ακολούθησε η απαξίωση των παραδοσιακών ισλαμικών δυνάμεων. Οι εγκατεστημένες στο Πακιστάν ηγεσίες θεωρούνταν διεφθαρμένοι που μασουλάνε ξένη βοήθεια ενώ άλλοι πέθαιναν στο πεδίο της μάχης. Οι τοπικοί ηγέτες των μουτζαχεντίν είχαν σε μεγάλο βαθμό αντικαταστήσει τους παλιούς τοπικούς άρχοντες. Ο συνασπισμός που είχε πολεμήσει την σοβιετική εισβολή διαλύθηκε και δεν μπόρεσε να καταλάβει την Καμπούλ γιατί «οι άνθρωποι που ήταν έτοιμοι να πεθάνουν ενάντια στους Ρώσους δεν ήταν έτοιμοι να πεθάνουν για τους Ισλαμιστές. Είχαν πολεμήσει για την ελευθερία της κοιλάδας τους, όχι για το ποιοι νέοι γκάγκστερ θα κυβερνούν από την Καμπούλ» (Jonathan Neale, The long torment of Aghanistan). Αυτή ήταν η βάση του άγριου εμφυλίου «όλων εναντίον όλων» στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90.

Οι Ταλιμπάν διακήρυξαν ότι όλοι οι Ισλαμιστές ηγέτες αλλά και οι τοπικοί επικεφαλείς των μουτζαχεντίν ήταν διεφθαρμένοι -κανείς δεν μπορούσε να διαφωνήσει σε αυτό. Παράλληλα, εκείνα τα χρόνια, ακριβώς λόγω της απαξίωσης όλων των πολιτικών ρευμάτων, κομμουνιστικού και ισλαμικού, η εθνότητα αναδείχθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία του Αφγανιστάν σημαντικός παράγοντας ως πλαίσιο πολιτικής (και στρατιωτικής) ένταξης, οργάνωσης και δράσης. Οι Ταλιμπάν επικράτησαν ανάμεσα στις δυνάμεις που επιχείρησαν να εκφράσουν τον σωβινισμό των Παστούν (ο εκφυλισμός της εποχής αποτυπώνεται από το γεγονός ότι οι «Χάλκις», η πιο ριζοσπαστική πτέρυγα του παλιού ΚΚ, είχε επίσης μετεξελιχθεί σε δύναμη Παστούν σοβινισμού, φτάνοντας να συμμαχήσουν με τον Χεκματιάρ, τον ηγέτη του πιο ακραίου ισλαμικού κόμματος, επίσης Παστούν, ο οποίος είχε πολιορκήσει την Καμπούλ βομβαρδίζοντάς την επί χρόνια, αφήνοντας έναν τραγικό απολογισμό νεκρών και σακατεμένων).

Οι Ταλιμπάν απευθύνονταν στους Παστούν χωρικούς με βασικές υποσχέσεις την «αδιάφθορη δικαιοσύνη», την ασφάλεια και την ειρήνη. Με μια σχεδόν αναίμακτη προέλαση, όπου πολλές τοπικές ένοπλες ομάδες παραδίδονταν ή περνούσαν με το μέρος τους, κατέλαβαν την Καμπούλ το 1996. Σε κάθε πόλη ή χωριό που έμπαιναν, αφόπλιζαν τον πληθυσμό. Αρκετοί άνθρωποι το αποδέχτηκαν, ελπίζοντας ότι μια κακή ειρήνη θα είναι καλύτερη από 20 χρόνια πολέμου. Άλλοι, κυρίως μέλη άλλων εθνοτήτων (Χαζάροι, Τατζίκοι κ.ά.) που είχαν κάθε λόγο να φοβούνται τον Παστούν σωβινισμό των Ταλιμπάν, αντιστάθηκαν -είτε ένοπλα, είτε με διαδηλώσεις. Αντιμετωπίστηκαν με αγριότητα, και τα εθνοτικά μίση που είχαν ανακινηθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έφτασαν σε παροξυσμό.

Στην εξουσία

Η 5ετία των Ταλιμπάν στην εξουσία χαρακτηρίστηκε από αγριότητα στην «επιτήρηση των ηθών». Δεν άλλαξαν τις ζωές των φτωχών προς το καλύτερο. Οτιδήποτε καλό έβλεπαν στην καθημερινότητά τους οι Αφγανοί, το αντίστοιχο ενός «κοινωνικού κράτους», ήταν κυρίως έργο των ΜΚΟ και του ΟΗΕ. Οι Ταλιμπάν ταυτίζονταν με τον κατασταλτικό βραχίονα του κράτους. Ταυτόχρονα ήταν γνωστό ότι και οι ίδιοι πλέον δέχονταν οικονομική ή πολιτική στήριξη από την Ουάσινγκτον (που τότε ακόμα ήλπιζε ότι βρήκε «συνομιλητή» που θα εγγυηθεί τη σταθερότητα στη χώρα) αλλά και από το Πακιστάν κ.ά. ξένες δυνάμεις. Η μόνη απάντηση που είχαν οι Ταλιμπάν σε αυτά τα προβλήματα λαϊκής νομιμοποίησης ήταν η επιβολή μιας πολύ αυστηρής και κυρίως πολύ δημόσιας εκδοχής της Σαρία (ιδίως στην Καμπούλ). Αφενός για να τρομοκρατήσουν και αφετέρου για να «υπερ-αναπληρώνουν» ιδεολογικά το γεγονός ότι δεν είχαν αποδειχθεί πολύ διαφορετικοί από τις παραδοσιακές δυνάμεις τις οποίες επέκριναν ως «διεφθαρμένες» κατά την άνοδό τους.

Το 2001 το καθεστώς των Ταλιμπάν κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος, μέσα σε 1-2 μήνες από την έναρξη των αμερικανικών βομβαρδισμών. Την πρώιμη περίοδο της αμερικανικής κατοχής, που χαρακτηρίστηκε από γενικευμένες αυταπάτες σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού του Αφγανιστάν για την πιθανότητα η στρατιωτική επέμβαση να συνοδευτεί από μια ανασυγκρότηση που θα φέρει πρόοδο και ευημερία για όλους, οι μαχητές και τα μεσαία στελέχη των Ταλιμπάν δεν εξαιρούνταν από αυτές τις αυταπάτες. Ενώ η ανώτατη ηγεσία δραπέτευσε στο Πακιστάν ή κρύφτηκε στην παρανομία, χιλιάδες Ταλιμπάν γύρισαν στα χωριά τους για να ιδιωτεύσουν ως αγρότες ενώ άλλοι ήλπιζαν σε αμνηστία και στη δυνατότητα να βρουν απασχόληση στην Καμπούλ. Το πολιτικοστρατιωτικό τους κίνημα είχε χρεοκοπήσει.

Νεκρανάσταση

Ο βασικός λόγος που αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του, αφορά την συμπεριφορά των δυνάμεων κατοχής και των συνεργατών της. Το Πεντάγωνο είχε ανάγκη από διαρκείς «επιτυχίες» στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», οι πολέμαρχοι της λεγόμενης Βόρειας Συμμαχίας (η ένοπλη αντιπολίτευση στους Ταλιμπάν) που συνεργάστηκαν με την κατοχή ήθελαν ρεβάνς, ενώ σε πολλές πόλεις και χωριά η κατάδοση κάποιου ως Ταλιμπάν αξιοποιήθηκε σε πολλά ξεκαθαρίσματα προσωπικών λογαριασμών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όχι μόνο δεν υπήρξε αμνηστία κατά των παλιών Ταλιμπάν, αλλά εξαπολύθηκε ένα ανελέητο κυνηγητό «υπόπτων», κατά «δικαίων και αδίκων». Ήδη κυνηγημένοι ως «πρώην Ταλιμπάν», πολλοί ήταν αυτοί που προτίμησαν να ξαναγίνουν όντως Ταλιμπάν ή να γίνουν για πρώτη φορά, παίρνοντας τα όπλα και το δρόμο της παρανομίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Ταλιμπάν μετεξελίχθηκαν από «ομάδες αυτοάμυνας» σε αντάρτικο κίνημα που απλώθηκε σε όλο το Αφγανιστάν, μετρώντας δεκάδες χιλιάδες μαχητές. Αν για την αρχική τους αναγέννηση από το μηδέν ευθυνόταν η συμπεριφορά της αμερικανικής κατοχής απέναντί τους, για την εντυπωσιακή τους ενδυνάμωση ευθυνόταν η συμπεριφορά της αμερικανικής κατοχής γενικότερα, προς όλο τον πληθυσμό του Αφγανιστάν (βλ. δίπλα σελίδες).

Αναγέννηση

Οι Ταλιμπάν, στα χρόνια του ανταρτοπολέμου, μετεξελίχθηκαν σε ένα πιο «εθνικό» κίνημα. Αφενός, απομακρύνθηκαν από τον Παστούν σωβινισμό και κατόρθωσαν να προσελκύσουν και μαχητές ή υποστηρικτές από άλλες εθνότητες. Αφετέρου, λειτούργησαν ως «ομπρέλα» για ένα ευρύ φάσμα ένοπλων δυνάμεων (κυρίως ισλαμικών, κάποιες από αυτές πιο ακραίες από τον «κορμό» των Ταλιμπάν, όπως το διαβόητο Δίκτυο Χακάνι). Η λειτουργία «ομπρέλας» κάνει δύσκολη την εκτίμηση για το τι πρεσβεύουν πλέον οι Ταλιμπάν. Εδώ και πολλά χρόνια είναι γνωστό ότι η κεντρική ηγεσία είχε δώσει γραμμή εγκατάλειψης των πιο ακραίων και παρανοϊκών πτυχών του πουριτανισμού τους (πχ η απαγόρευση γενικά της μουσικής), σε μια προσπάθεια «να κερδίσουν καρδιές και μυαλά» αλλά και να συμβαδίσουν στοιχειωδώς με την εποχή (το Αφγανιστάν δεν είναι ίδιο με το 1996). Παρόλα αυτά, οι εκδοχές «Σαρία» που επιβάλλονταν στα χωριά που ήλεγχαν οι Ταλιμπάν, ήταν τόσο πολλές (και σε όλο το φάσμα -από την ηπιότερη ως την πιο απάνθρωπη) όσοι και οι τοπικοί διοικητές τους.

Αυτό που τους ενοποιούσε ήταν κυρίως ο πρωτεύον διακηρυγμένος στόχος «να διώξουμε τις δυνάμεις κατοχής». Ο συνοδευτικός στόχος  «και να εγκαθιδρύσουμε ισλαμικό εμιράτο» μπορεί να λειτουργούσε ενοποιητικά (ή όχι διαιρετικά) λόγω του γεγονότος ότι το «ισλαμικό εμιράτο» είναι μια λευκή οθόνη πάνω στην οποία ο καθένας μπορεί να προβάλει ό,τι θεωρεί σωστό για το μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση, οι Ταλιμπάν κατόρθωσαν να ανακτήσουν τον έλεγχο της υπαίθρου της χώρας όλα αυτά τα χρόνια. Τα κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό για τους ίδιους λόγους που τα είχαν καταφέρει το 1994-1996. Οι υποσχέσεις ήταν και πάλι οι ίδιες. Οι Ταλιμπάν εμφανίστηκαν ως «σκληροί αλλά αδιάφθοροι», σε ένα Αφγανιστάν όπου η διαφθορά του «κράτους» που έστησε ο αμερικανικός στρατός ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Εμφανίστηκαν ως εγγυητές της «ασφάλειας», σε μια χώρα όπου η δράση των πολέμαρχων και των συμμοριών ήταν ανεξέλεγκτη. Εμφανίστηκαν ως η δύναμη που μπορεί να διώξει τις δυνάμεις κατοχής και να ξαναφέρει την ειρήνη, σε μια χώρα που έζησε επί 20 χρόνια με νυχτερινές εισβολές σε σπίτια, βομβαρδισμούς γάμων και νοσοκομείων, εξευτελισμούς και βασανιστήρια. «Καλύτερα ένας σιωπηλός γάμος, παρά ένας αιματοκυλισμένος γάμος»: Κάπως έτσι συνόψιζε ο Άναντ Γκοπάλ, που έζησε για χρόνια «ως ντόπιος ανάμεσα στους ντόπιους» την προτίμηση που έδειχναν κάτοικοι των χωριών για τους Ταλιμπάν σε σχέση με τον αμερικανικό στρατό. Εκθέσεις του ΟΗΕ παρατηρούσαν επί χρόνια «αυξανόμενη υποστήριξη προς τους Ταλιμπάν, με τις τοπικές κοινότητες να αναφέρεται ότι αρχίζουν να τους βλέπουν ως το μικρότερο κακό». Αντίστοιχες διαπιστώσεις θα βρει κανείς και από στελέχη του Πενταγώνου στο παρελθόν: «Όσο περισσότερες επιδρομές κάνουμε, τόσο περισσότερο αναστατώνουμε και εξαγριώνουμε τον αφγανικό πληθυσμό, τόσο περισσότερη υποστήριξη κερδίζουν [οι Ταλιμπάν]». Άλλοι το έθεταν πιο διακριτικά: «[οι νυχτερινές επιδρομές] δίνουν αξιοπιστία στους αντάρτες που εκμεταλλεύονται τα περιστατικά αναισθησίας από μεριά μας σε μια εκστρατεία πειθούς».

Στις ανώμαλες συνθήκες μιας εμπόλεμης και ρημαγμένης χώρας, η αξιοπιστία των δημοσκοπικών ερευνών είναι αμφισβητούμενη. Ωστόσο, αν τις πάρουμε υπόψη, είναι αποκαλυπτικό ότι η δημοφιλία των «ένοπλων οργανώσεων αντίστασης» (με βασική τους Ταλιμπάν) έφτασε στο κορυφαίο της σημείο στα χρόνια που ο Ομπάμα αύξησε κατακόρυφα τον αριθμό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στο Αφγανιστάν (το διαβόητο «surge», το «κύμα»).

Η τελευταία διαθέσιμη δημοσκόπηση (2019), δείχνει μια σημαντική υποχώρηση της δημοφιλίας των Ταλιμπάν (στο 15-20%), που επίσης παρακολουθεί την σταδιακή μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο η εδραίωση της παρουσίας τους και η επιβίωσή τους σε τεράστιες εκτάσεις, οπωσδήποτε αντανακλά σχετική στήριξη ή ανοχή από τους ντόπιους πληθυσμούς. Επί χρόνια ήταν γνωστό ότι η εξουσία της «κυβέρνησης του Αφγανιστάν» εκτεινόταν ως εκεί που έφτανε η αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Τα τελευταία χρόνια, με τον περιορισμό του αριθμού και της δράσης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, η πιο ακριβής περιγραφή για τον «πρόεδρο» του Αφγανιστάν θα ήταν «δήμαρχος της Καμπούλ» -ή πιο συγκεκριμένα, «δήμαρχος» της Πράσινης Ζώνης της Καμπούλ, των προστατευμένων και γενναία ηλεκτροδοτούμενων αμερικανικών εγκαταστάσεων.

Η επιστροφή

Η αστραπιαία προέλαση των Ταλιμπάν φέτος τον Αύγουστο ήταν το νικηφόρο τέλος ενός παρατεταμένου ανταρτοπολέμου που είχε κάνει σαφές σε όποιον παρακολουθούσε την πορεία των γεγονότων, ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να νικήσουν ποτέ αυτόν τον πόλεμο, ότι τη στιγμή της αποχώρησής τους, οι Ταλιμπάν θα επέστρεφαν. Ήταν ήδη η πραγματική εξουσία σε όλη την ύπαιθρο, έχοντας όλες τις μεγάλες πόλεις περικυκλωμένες. Το καθεστώς και ο στρατός που «έχτισαν» με αναρίθμητα δισεκατομμύρια δολάρια οι ΗΠΑ, κατέρρευσε χωρίς να πέσει τουφεκιά. Κανείς δεν είχε διάθεση να πολεμήσει για αυτή την κυβέρνηση -οι περισσότεροι παραδόθηκαν στους Ταλιμπάν ή και προσχώρησαν σε αυτούς κατά την είσοδό τους στις πόλεις. Για άλλη μια φορά, «μια κακή ειρήνη φαίνεται καλύτερη από 20 χρόνια πολέμου». Για άλλη μια φορά, οι απλοί άνθρωποι δεν ήταν έτοιμοι να σκοτωθούν για το ποια συμμορία θα κυβερνήσει από την Καμπούλ. Για άλλη μια φορά (μετά τους 3 πολέμους με τους Βρετανούς και τον πόλεμο με τους σοβιετικούς), το Ισλάμ έγινε η «σημαία» που βρήκαν διαθέσιμη οι Αφγανοί που ήθελαν να πολεμήσουν. Για άλλη μια φορά, το Αφγανιστάν επιβεβαιώνει τον τίτλο του «νεκροταφείου των Αυτοκρατοριών». Δυστυχώς, η απουσία Αριστεράς (και τα εγκληματικά λάθη της Αριστεράς που υπήρξε κάποτε στη χώρα), εξασφαλίζει κι έναν άλλο τίτλο που έχουν χαρίσει οι Αφγανοί στη χώρα τους από παλιότερες δεκαετίες, «Αφγανιστάν-Ζουλουμιστάν»: «Γη των Αφγανών, γη των τυράννων».

 

Το Αφγανιστάν στη γεωπολιτική σκακιέρα
Η επόμενη μέρα του Αφγανιστάν απασχολεί ήδη τη διεθνή συζήτηση, τόσο από τη γεωπολιτική σκοπιά, όσο και από τις εξελίξεις στο εσωτερικό της πολύπαθης χώρας.

Είναι καθαρό ότι η εξέλιξη του πολέμου αποτελεί πισωγύρισμα για τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή. Το 2001 πολλοί αντιλαμβάνονταν ως βασικό αμερικανικό κίνητρο τηστρατιωτική παρουσία σε αυτό το «μαξιλάρι» μεταξύ Κεντρικής και Νότιας Ασίας, που συνορεύει με το Ιράν και το Πακιστάν και βρίσκεται «δίπλα» στην Κίνα. Η ανέγερση της θηριώδους βάσης του Μπαγκράμ, που εξελίχθηκε σε μια μικρή αυτόνομη στρατιωτική «πόλη», αποτελούσε -συμβολικά και πρακτικά- το «κέντρο» αυτής της στρατηγικής. Το κλείσιμο αυτής της βάσης και η πλήρης εκκένωση (σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις όπου οι ΗΠΑ «φεύγουν μένοντας») είναι μια εξέλιξη που δεν μπορεί να υποτιμηθεί.

«Στημένο παιχνίδι»;

Αρκετοί υποβαθμίζουν αυτή την εξέλιξη και κυρίως στέκονται στο γεγονός ότι προηγήθηκαν οι διαπραγματεύσεις στην Ντόχα για να υποβαθμίσουν τα γεγονότα του Αυγούστου. Είναι κοινό μυστικό ότι υπήρχαν διμερείς διαπραγματεύσεις, οι οποίες μάλιστα πάνε πολλά χρόνια πίσω από την πιο «επίσημη» έναρξη συνομιλιών από τον Τραμπ. Είναι επίσης γνωστό ότι εδώ και 20 χρόνια, παρά την ύπαρξη συνομιλιών, στο Αφγανιστάν διεξαγόταν… πόλεμος -και μάλιστα πολύ αιματηρός. Γενικώς, οι εμπόλεμες πλευρές διαπραγματεύονται, χωρίς αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά μια κάποια φιλικότητα ή ταύτιση συμφερόντων: Αλλιώς οι 5ετείς συνομιλίες στο Παρίσι θα λειτουργούσαν ως απόδειξη ότι ΗΠΑ και Βιετκόγκ απλώς «τα βρήκαν» το 1973… Σε δίπλα σελίδες, γράφουμε περισσότερα για τα διαδοχικά κύματα βίας που εξαπέλυσαν Ομπάμα-Τραμπ, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να νικήσουν τους Ταλιμπάν, αλλά επιδιώκοντας να καταγράψουν ένα συσχετισμό στο έδαφος που θα αποτυπωνόταν και στο περιεχόμενο στο οποίο θα κατέληγαν οι διαπραγματεύσεις. Μια ματιά στο στρατιωτικό συσχετισμό «στο έδαφος» (αλλά και στις εξελίξεις τις ίδιες τις μέρες της αμερικανικής αποχώρησης και της κατάρρευσης της εγκάθετης κυβέρνησης) αρκεί για να πείσει ότι η Ουάσινγκτον διαπραγματεύτηκε από θέση αδυναμίας και είναι εξαιρετικά δύσκολο να «απέσπασε» μεγάλες παραχωρήσεις ως αντίτιμο της αποχώρησης.

Ασφαλώς συζητήσεις και επαφές θα συνεχίσουν να γίνονται και κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν και ποιον τρόπο συνύπαρξης θα επιδιώξουν οι δύο πλευρές για την επόμενη μέρα. Πίσω την «φλογερή» ρητορική με την οποία κατακεραυνώνουν τους εκάστοτε αντιπάλους ή στόχους τους, οι κυβερνήσεις των μεγάλων δυνάμεων αποτελούνται από πραγματιστές, πρόθυμους να αναζητήσουν έδαφος συνεννόησης που θα διασφαλίζει τα συμφέροντά τους. Πίσω από τη ρητορική είτε των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», είτε των «σταυροφοριών», δεν υπάρχει καμιά «ιδεολογική» εχθρότητα που απαγορεύει στις δυτικές κυβερνήσεις να κάνουν δουλειές με «σκοταδιστές». Οι Ταλιμπάν είχαν επαφές με τις ΗΠΑ και τελικά και την «ευλογία» τους και το 1996, όταν έγινε σαφές ότι αυτοί θα μπορούσαν να επιβάλουν σταθερότητα στη χώρα. Η ρήξη ήρθε στη διαδρομή. Αντίστοιχες διερευνήσεις θα γίνουν αναμφίβολα και σήμερα, είτε δημόσια είτε παρασκηνιακά.

Κίνα

Προς το παρόν πάντως, προβάδισμα στις συνομιλίες ενόψει «επόμενης μέρας» δείχνει να έχει η Κίνα, αξιωματούχοι της οποίας έχουν πολύ πιο συχνόπυκνες επαφές με τους Ταλιμπάν. Είναι κι αυτό ένα σημάδι των καιρών. Αν κάποτε οι γενειοφόροι σκληραγωγημένοι πολέμαρχοι όφειλαν να συναντηθούν με τους «κουστουμάτους» της Ουάσινγκτον, όταν ερχόταν το τέλος του πολέμου και η ώρα της σταθεροποίησής και εδραίωσής τους, σήμερα ο πιο «καυτός» προορισμός είναι μάλλον το Πεκίνο και οι συναντήσεις με τους εκεί «κουστουμάτους». Ειδικά όταν έχεις ήδη «μπει στο μάτι» των ΗΠΑ.

Περιφερειακές συμμαχίες

Ένας επιπλέον λόγος που κάνει «αστάθμητο παράγοντα» τους Ταλιμπάν στη γεωστρατηγική της περιοχής είναι οι προϋπάρχουσες διεθνείς συμμαχίες τους. Παραδοσιακά διατηρούν στενές σχέσεις με τις μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν. Τα τελευταία χρόνια, οι ΗΠΑ έχουν υπερ-επενδύσει στην Ινδία του ακροδεξιού Μούντι (που αντανακλάται στην προσέγγισή της με το Ισραήλ, αλλά και στην όξυνση της αντικινεζικής στάσης της) και αυτό με τη σειρά του έχει ωθήσει το Πακιστάν σε πιο «αντιδυτικές» αναζητήσεις στην εξωτερική του πολιτική.

Την εικόνα συμπληρώνει η φιλοξενία που συνάντησε η ηγεσία των Ταλιμπάν στο Κατάρ τα τελευταία χρόνια, όπως και η «ανοιχτόμυαλη» προσέγγιση της Τουρκικής κυβέρνησης απέναντι στο νέο καθεστώς στο Αφγανιστάν. Αν και πρόκειται για ρευστές «λυκοφιλίες» γεμάτες τακτικισμούς κι όχι για διαμορφωμένο «άξονα», είναι γνωστό σε όσους παρακολουθούν την γεωπολιτική της περιοχής τα τελευταία χρόνια, ότι οι καλές σχέσεις με Τουρκία-Κατάρ συνήθως σημαίνουν ισχυρότερες «αναθεωρητικές» τάσεις και μεγαλύτερη εχθρότητα απέναντι σε «πυλώνες» του παλιού στάτους κβο, όπως η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, η Αίγυπτος του Σίσι, αλλά και το Ισραήλ.

Ερωτηματικά

Η γεωπολιτική πορεία του Αφγανιστάν θα εξαρτηθεί και από τις επιλογές των Ταλιμπάν και από τη στάση που θα συναντήσουν από τις μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις. Εκεί υπάρχουν ακόμα πολλά άγνωστα. Το μόνο σίγουρο ότι είναι θα επιχειρήσουν να βρουν διεθνή στήριξη. Ποιες ξένες πλάτες θα βρουν οι Ταλιμπάν πιο πρόθυμες ή προτιμητέες μένει να φανεί. Υπάρχει το σενάριο μιας επιστροφής στην εποχή του βασιλιά Ζαχίρ Σαχ, ο οποίος επιδόθηκε σε ασκήσεις ισορροπίας μεταξύ των δύο πλευρών του Ψυχρού Πολέμου, κερδίζοντας υποστήριξη και από τις δύο. Αλλά κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει εναλλακτικές, που ίσως μετατρέψουν ξανά τη βασανισμένη χώρα σε πεδίο ανταγωνισμού και νέων συγκρούσεων…

Σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση για κάθε εκδοχή αποτελεί η σταθεροποίηση της εξουσίας των Ταλιμπάν στο εσωτερικό, που δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητη από τώρα…

Οι Ταλιμπάν μετά τον πόλεμο
Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που κάνουν επισφαλή την εκτίμηση ότι «οι Ταλιμπάν επέστρεψαν» και ότι θα έχουμε μια επανάληψη της περιόδου 1996-2001.

Αφενός, το γεγονός ότι έχει υπάρξει η… περίοδος 1996-2001. Σε δίπλα σελίδες, περιγράφονται οι ομοιότητες που υπήρξαν στους λόγους που οι Ταλιμπάν κέρδισαν επαρκή στήριξη ή ανοχή στον πληθυσμό ώστε να προελάσουν αναίμακτα ως την Καμπούλ, και το 1996 και σήμερα. Ωστόσο, η σκληρή εμπειρία της αδίστακτης διακυβέρνησης που επέβαλαν την προηγούμενη φορά από θέσεις εξουσίας, κάνει αρκετά ασφαλή την εκτίμηση ότι αυτή τη φορά η στήριξή τους από τον πληθυσμό είναι πιο περιορισμένη και λιγότερο ενθουσιώδης -περισσότερο ως επιλογή ή ανοχή ενός «μικρότερου κακού».

Αλλαγή του προνομιακού εδάφους

Υπάρχει ένας εμφανής τρόπος που το τέλος του πολέμου μπορεί να αποδυναμώσει τους Ταλιμπάν: Αν η πάλη ενάντια στην κατοχή και η υπόσχεση για τέλος του πολέμου ήταν ο βασικός ή και μοναδικός λόγος που αναγεννήθηκαν από τις στάχτες τους, η αφαίρεση της αμερικανικής κατοχής από την εξίσωση αφαιρεί τη βάση της νομιμοποίησής τους. Ως τελευταία υπενθύμιση αυτής της αλήθειας (της δράσης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ως παράγοντα ενδυνάμωσης των Ταλιμπάν), ήρθε η τελευταία αμερικανική επίθεση ενάντια σε φερόμενο επίδοξο βομβιστή αυτοκτονίας, στο φόντο των επιθέσεων του «Ισλαμικού Κράτους»(πρώην ISIS) στο αεροδρόμιο της Καμπούλ. Θύμισε την καθημερινή πραγματικότητα του Αφγανιστάν τα τελευταία 20 χρόνια, με τη διαβόητη «χειρουργικότητα» τέτοιων χτυπημάτων, καθώς κόστισε τη ζωή σε πολλούς αμάχους μεταξύ των οποίων 6 παιδιών. Οι Ταλιμπάν κατήγγειλαν την επίθεση και υπενθύμισαν ότι ο αμερικανικός στρατός δεν έχει κανένα δικαίωμα να χτυπά στόχους σε ξένο έδαφος: «αν υπήρχε απειλή, όφειλαν να μας ενημερώσουν για να τη χειριστούμε καλύτερα εμείς».

Αλλά το τέλος του πολέμου μπορεί να καταλήξει πρόβλημα για τους Ταλιμπάνκαι με άλλους τρόπους. Το αγριάνθρωπο τοπίο του διαρκούς πολέμου αποτελούσε το έδαφος για να «κανονικοποιηθεί» η παροιμιώδης σκληρότητά τους. Ο ακρωτηριασμός ως τιμωρία για την κλοπή μπορεί να γίνει ανεκτός («σκληροί αλλά δίκαιοι») σε χωριά που υπέφεραν από λεηλασίες πολέμαρχων. Δεν ισχύει το ίδιο αν συνεχίσει να εφαρμόζεται σε έναν πεινασμένο, άμαχο πληθυσμό. Σε συνθήκες καθημερινών  απαγωγών και βιασμών γυναικών και παιδιών, ο ακραίος καταπιεστικός πουριτανισμός που συνοδεύει το «κλείσιμο στο σπίτι» με την υπόσχεση «προστασίας από αυτούς που τις αρπάζουν και τις ατιμάζουν» μπορεί και να γίνει πιο εύκολα αποδεκτός από τον πληθυσμό ως λύση. Πέρα από την έμφυλη διάσταση,συνολικά το δόγμα που βάζει την «ασφάλεια» πάνω από την «ελευθερία»,γίνεται πιο εύπεμπτο στο χάος του πολέμου. Αλλά φανερώνει τον αντιδραστικό του χαρακτήρα όταν γίνει πλέον εμφανές τι σημαίνει η διαρκής επιβολή του στον πληθυσμό.

Με ποια κατεύθυνση;

Αυτοί οι παράγοντες αφήνουν ανοιχτά δύο ενδεχόμενα στην πορεία των Ταλιμπάν ως καθεστώς. Το πρώτο είναι να τους πάρουν υπόψη και να επιχειρήσουν να «κερδίσουν καρδιές και μυαλά», αποφεύγοντας μια επανάληψη της αγριότητας της προηγούμενης θητείας τους. Κάποιες αναγγελίες δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση (πχ από την πλήρη απαγόρευση κάθε εκπαίδευσης των γυναικών στη γραμμή πρόσβασης μέχρι και την τριτοβάθμια, αλλά με μοντέλο «αρρένων και θηλέων», πρακτική που ήδη ίσχυε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας). Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι να επιχειρήσουν να επιβάλουν ένα σκληρό καθεστώς, αλλά να συναντήσουν ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Υπάρχει πάντοτε η περίπτωση σκλήρυνσης στη διαδρομή. Αρκετά συχνά, οι ηγεσίες ακραία συντηρητικών ρευμάτων του πολιτικού Ισλάμ, όταν πλέον βρεθούν σε θέσεις εξουσίας, πλειοδοτούν στην επιβολή σκληρού και άμεμπτου πουριτανισμού στην κοινωνία από κάτω, όσο περισσότερο εκτίθενται οι ίδιοι από πάνω ως ανακόλουθοι σε αυτά που υποτίθεται ότι πρεσβεύουν. Παραδοσιακά τα κλαμπ της Βηρυττού (και πλέον των νησιών του Αιγαίου…) «αναστενάζουν» από τις «διασκεδάσεις» των «θεοσεβούμενων» εμίρηδων της Αραβικής Χερσονήσου, οι οποίοι έπειτα απαιτούν τιμωρία της μοιχείας με λιθοβολισμό. Τα μεγαλύτερα πλυντήρια χρήματος διεθνώς έχουν ως πελάτες τους ίδιους «θεοσεβούμενους» εμίρηδες που έπειτα επιβάλουν τιμωρία της κλοπής με ακρωτηριασμό. Όσο περισσότερες δουλειές κλείνει κανείς με τις κυβερνήσεις των «άπιστων», τόσο πιο αυστηρή εκδοχή της «πίστης» πρεσβεύει στο εσωτερικό της χώρας.

Στο βαθμό που οι Ταλιμπάν θα αποδεικνύονται ανίκανοι κι απρόθυμοι να ικανοποιήσουν τον πληθυσμό (με την οικονομία να είναι το πιο ακανθώδες πρόβλημα, αλλά και ζητήματα όπως οι δεσμοί τους με ξένες δυνάμεις ή φαινόμενα πολυτέλειας στις γραμμές τους να «θολώνουν» την εικόνα που φιλοτεχνούσαν ως «μαχητές» στην ύπαιθρο), μπορεί να καταφύγουν εκ νέου σε μια πολύ σκληρή ερμηνεία της «Σαρία». Αυτό όμως μπορεί να τους δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα θα επιχειρεί να λύσει.

Αμνηστία και ανταγωνισμοί

Ένα άλλο ζήτημα που θα κρίνει τις εξελίξεις είναι η υπόσχεση για αμνηστία. Αν οι Ταλιμπάν έχουν μελετήσει τη διαδικασία που αναγέννησε τους ίδιους (η άρνηση αμνηστίας, βλ. δίπλα σελίδες), μπορεί και να τηρήσουν -για λόγους ρεαλισμού- την σχετική υπόσχεση. Αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος: οι φόβοι των δεκάδων χιλιάδων που έφευγαν από τη χώρα τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου από το αεροδρόμιο της Καμπούλ, υπό το φόβο της εκτέλεσης ως «συνεργάτες» δεν είναι καθόλου υπερβολικοί κι αβάσιμοι σε μια χώρα που έχει ζήσει 40 χρόνια διαρκούς πολέμου κι αντεκδικήσεων. Κατά την προέλασή τους προς την Καμπούλ, οι μαχητές των Ταλιμπάν διέπραξαν αρκετά εγκλήματα αντεκδίκησης, ακόμα και εις βάρος στρατιωτών που είχαν παραδοθεί. Αν οι Ταλιμπάν επιλέξουν το ρεβανσισμό, μπορεί να γεννήσουν μια νέα ένοπλη αντιπολίτευση.

Ένα άλλο μεγάλο ερώτημα αφορά την ενότητα στις γραμμές τους και τις ανταγωνιστικές δυνάμεις. Όσον αφορά τις δεύτερες, το παρακλάδι του Ισλαμικού Κράτους στο Αφγανιστάν (από χρόνια σε πολεμική σχέση μαζί τους), με τις πολύνεκρες βομβιστικές επιθέσεις στο αεροδρόμιο της Καμπούλ έστειλε ένα πρώτο μήνυμα, ότι θα συνεχίσει να δρα ως δύναμη αποσταθεροποίησης ή και «φονταμενταλιστικής πλειοδοσίας» (όπου σήμερα στόχος είναι οι Αμερικάνοι και αύριο μπορεί να είναι οι -κυρίως σιίτες- Χαζάροι). Όσον αφορά τις πρώτες, είναι γνωστό ότι οι Ταλιμπάν λειτούργησαν ως «ομπρέλα» στα χρόνια της αντίστασης στην κατοχή, αλλά άγνωστο σε ποιο βαθμό «απορρόφησαν» αποτελεσματικά διάφορες ομάδες και ομογενοποιήθηκαν. Στο παρελθόν, η πάλη ενάντια στη σοβιετική εισβολή ενοποίησε τους μουτζαχεντίν, οι οποίοι άφηναν τις μεταξύ τους διαφορές «για αργότερα». Τη στιγμή της απόσυρσης των σοβιετικών, αυτές εκδηλώθηκαν αιματηρά. Μένει να φανεί αν παρόμοιες εντάσεις είχαν αφεθεί «για μετά την αμερικανική αποχώρηση».

Προδρομικές αντιπολιτεύσεις

Κατά τις πρώτες μέρες μετά την πτώση της Καμπούλ, εμφανίστηκαν δύο ειδών προδρομικές αντιπολιτεύσεις.

Η πρώτη αφορά τις ένοπλες δυνάμεις του Άχμαντ Μασούντ (γιου ενός από τους πιο διάσημους πολέμαρχους την εποχή της σοβιετικής εισβολής αλλά και στους εμφυλίους της δεκαετίας του ’90). Ο Μασούντ έχει οχυρωθεί στην κοιλάδα του Πανσίρ, δηλώνει πρόθυμος για κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», αλλά δεν συζητά «παράδοση στους Ταλιμπάν». Καλεί συστηματικά τη Δύση να υποστηρίξει τις δυνάμεις του και προς το παρόν έχει βρει ανταπόκριση από τον… Μπερνάρ Λεβί, τον «φιλόσοφο» (;) των ανθρωπιστικών επεμβάσεων, ο οποίος έχει πάρει πολύ προσωπικά τη διαφήμιση του καλού πολέμαρχου και την προσπάθεια να κάνει δημοφιλές το hashtag «Σώστε το Πανσίρ». Η απειλή του Μασούντ στην εξουσία των Ταλιμπάν δείχνει αμελητέα, αλλά ας συγκρατήσουμε την εξέλιξη γιατί δεν αποκλείεται μια αναβίωση της παλιάς «Βόρειας Συμμαχίας»: και για λόγους εσωτερικών αντιπαραθέσεων, ειδικά αν υπάρξει «ρεβανσισμός» από τους Ταλιμπάν, αλλά και ως μορφής δυτικής «πίεσης» στους Ταλιμπάν.

Η δεύτερη αφορά πολύ πιο υγιείς αντιδράσεις απλών πολιτών. Από κάποιες λίγες γυναίκες που κινητοποιήθηκαν «προκαταβολικά» ενάντια σε κάθε προσπάθεια επιθέσεων στα δικαιώματά τους, παρά το φόβο που επικρατεί σε πολλά σπίτια απέναντι στις ένοπλες περιπολίες των Ταλιμπάν μαχητών. Από μερικές εκατοντάδες νεολαίους που σε αρκετές πόλεις επέλεξαν την επέτειο της ανεξαρτησίας από τους Βρετανούς για να διαδηλώσουν με την αφγανική σημαία, ως αντίπαλο δέος στην σημαία του εμιράτου την οποία σκοπεύουν να εγκαθιδρύσουν οι Ταλιμπάν. Το επόμενο διάστημα, η προθυμία και η δυνατότητα των Αφγανών αγωνιστών-στριών να παλέψουν ενάντια στο νέο καθεστώς θα είναι κρίσιμη. Όπως θα έπρεπε να είναι ήδη γνωστό, αλλά επιβεβαιώθηκε ακόμα πιο δραματικά από την περασμένη 20ετία, η απελευθέρωσή τους είναι έργο των ίδιων…

//rproject.gr/