Για τον Μίκη Θεοδωράκη

Για τον Μίκη Θεοδωράκη

  • |

Ο θάνατος του Μίκη Θεοδωράκη έδωσε την αφορμή για ένα κύμα ακραίας υποκρισίας.

Ο κό­σμος των «από πάνω» έσπευ­σε να δεί­ξει ότι υπο­κλί­νε­ται απέ­να­ντι σε ένα με­γά­λο καλ­λι­τέ­χνη που, όμως, έγινε με­γά­λος γιατί το έργο του ταυ­τί­στη­κε με τον κόσμο των «από κάτω». Και μά­λι­στα σε μια πα­ρα­τε­τα­μέ­νη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο, όπου αυτές οι δύο «συ­νι­στώ­σες» της Ρω­μιο­σύ­νης βρέ­θη­καν σε ακραία και ανει­ρή­νευ­τη σύ­γκρου­ση.

Στη ζωή, στις από­ψεις, στη δράση του Μίκη, υπάρ­χουν αντι­φά­σεις που επι­τρέ­πουν αυτή την από­πει­ρα οι­κειο­ποί­η­σης. Χωρίς, όμως, με­γά­λες ελ­πί­δες επι­τυ­χί­ας.

Αντώνης Νταβανέλος |

Όχι μόνο γιατί ο ίδιος ο Μίκης, προ­σεγ­γί­ζο­ντας το τέλος, φρό­ντι­σε να δη­λώ­σει ότι επι­στρέ­φει στα «Με­γά­λα με­γέ­θη», ότι θέλει να πε­θά­νει σαν κομ­μου­νι­στής. Κυ­ρί­ως γιατί τα τρα­γού­δια του ζυ­μώ­θη­καν σε υπέρ­τα­το βαθμό με τους αγώ­νες των αρι­στε­ρών αν­θρώ­πων, με τους με­γά­λους ξε­ση­κω­μούς της ερ­γα­τι­κής τάξης και των φτω­χών.

Γι’ αυτό τα τρα­γού­δια του Μίκη επι­βί­ω­σαν μέχρι σή­με­ρα, γι’ αυτό θα συ­νε­χί­σουν να συ­γκλο­νί­ζουν, ιδιαί­τε­ρα σε στιγ­μές ανά­τα­σης του κι­νή­μα­τος.

1. Δρό­μοι πα­λιοί που αγά­πη­σα και μί­ση­σα ατέ­λειω­τα…

Ο Μίκης βρήκε τη θέση του στους με­γά­λους αγώ­νες του και­ρού του. Από τη με­τα­ξι­κή ΕΟΝ, πέ­ρα­σε στην Αρι­στε­ρά, στην Αντί­στα­ση, στο Δε­κέμ­βρη. Πλή­ρω­σε το αντί­τι­μο που του αντι­στοι­χού­σε σε φυ­λα­κές, εξο­ρί­ες, βα­σα­νι­στή­ρια.

Πήρε ακόμα πιο ενερ­γό μέρος στην επό­με­νη με­γά­λη μάχη. Στην ανα­σύ­ντα­ξη του κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς από τη με­γά­λη ήττα στον Εμ­φύ­λιο. Στα με­γά­λα χρό­νια του ’60, ο Μίκης συμ­με­τέ­χει από την πρώτη γραμ­μή ευ­θύ­νης, κά­νο­ντας ταυ­τό­χρο­να κά­ποια βή­μα­τα αυ­το­νό­μη­σης από την κυ­ρί­αρ­χη κομ­μα­τι­κό­τη­τα της επο­χής. Αγκα­λιά­ζο­ντας το μπου­ζού­κι και τους δρό­μους του ρε­μπέ­τι­κου, δεν έβγαι­νε μόνο από έναν γυά­λι­νο πύργο μιας «τέ­χνης για την τέχνη», αλλά συ­γκρουό­ταν και με έναν κομ­μα­τι­κό κα­θω­σπρε­πι­σμό που όλα αυτά τα θε­ω­ρού­σε πε­ρι­φρο­νη­τι­κά ως εκ­δη­λώ­σεις «εκ­φυ­λι­σμού» της ερ­γα­τι­κής κουλ­τού­ρας.

Πολ­λοί σή­με­ρα ση­μειώ­νουν ότι ο Μίκης κα­τόρ­θω­σε να βάλει τη «Με­γά­λη Τέχνη» στους κύ­κλους των απλών αν­θρώ­πων. Πι­στεύω το αντί­στρο­φο: η τέχνη του Μίκη απο­γειώ­θη­κε, έγινε Με­γά­λη Τέχνη, γιατί επι­δί­ω­κε και πέ­τυ­χε να συγ­χω­νευ­τεί με την κί­νη­ση και τη δράση των απλών αν­θρώ­πων. Γιατί, τε­λι­κά, μικρή ση­μα­σία είχε το τι πε­ρί­που ήθελε να πει ο Σε­φέ­ρης και ο Ελύ­της που τους στί­χους τους με­λο­ποί­η­σε ο Μίκης, και πολύ με­γά­λη ση­μα­σία έχει το τι εν­νο­ού­σαν τα δό­ντια των οι­κο­δό­μων και των νέων στους δρό­μους της φω­τιάς της Αθή­νας του Ιούλη του ’65, που κραύ­γα­σαν αυ­τούς τους στί­χους.

Σε αυτή την πε­ρί­ο­δο, η Ρω­μιο­σύ­νη του Μίκη γί­νε­ται σύμ­βο­λο της σύ­γκρου­σης με την άλλη… ρω­μιο­σύ­νη, της Ελ­λά­δας των Ελ­λή­νων Χρι­στια­νών, που ήταν πολύ πλα­τύ­τε­ρη από τους χου­νταί­ους, που ήδη βρί­σκο­νταν σε πυ­ρε­τώ­δεις προ­ε­τοι­μα­σί­ες. Ο χα­ρα­κτή­ρας αυτής της σύ­γκρου­σης δεν έγινε κα­τα­νοη­τός από τις ηγε­σί­ες της μα­ζι­κής πο­λι­τι­κής Αρι­στε­ράς, που συ­νέ­χι­ζε να ανα­ζη­τεί δρό­μους συ­νεν­νό­η­σης και συμ­βι­βα­σμού, την ώρα που οι «άλλοι» ετοί­μα­ζαν τη στρα­τιω­τι­κή δι­κτα­το­ρία.

Η 21 Απρί­λη του ’67 ήταν μια αδι­καιο­λό­γη­τη ήττα του κό­σμου του κι­νή­μα­τος, που είχε κάνει τη μου­σι­κή του Μίκη με­γά­λη, και εκτό­ξευ­σε τον ίδιο σε έναν ση­μα­ντι­κό πο­λι­τι­κό ρόλο.

Την επό­με­νη μέρα (κυ­ριο­λε­κτι­κά) της δι­κτα­το­ρί­ας, ένας πε­ριο­ρι­σμέ­νος κύ­κλος στε­λε­χών απο­φά­σι­ζε να ξε­κι­νή­σει την αντί­στα­ση άμεση, χωρίς να πε­ρι­μέ­νει την «ανα­συ­γκρό­τη­ση των κομ­μα­τι­κών δυ­νά­με­ων» που επέ­λε­γαν οι πιο φρό­νι­μοι. Η συμ­με­το­χή του Μίκη ήταν πρω­τα­γω­νι­στι­κή. Αν δεν μι­λή­σουν οι τε­λευ­ταί­οι εν ζωή αυτού του ηρω­ι­κού κύ­κλου αν­θρώ­πων, δεν θα μά­θου­με ποτέ αν η ορμή του Μίκη πε­ριο­ρι­ζό­ταν σε ένα κά­λε­σμα για «εδώ και τώρα» αντί­στα­ση ή επε­κτει­νό­ταν σε προ­τά­σεις για πα­ρα­με­ρι­σμό όλων των υπευ­θύ­νων της ήττας, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων δομών και στε­λε­χών της Αρι­στε­ράς.

Ο κύ­κλος αυτός χτυ­πή­θη­κε βά­ναυ­σα από την κα­τα­στο­λή. Όμως άνοι­ξε δρό­μους που, γρή­γο­ρα ή αρ­γό­τε­ρα, ακο­λού­θη­σαν άλλοι, πολ­λοί και δια­φο­ρε­τι­κοί.

Αυτή η από­φα­ση για αντί­στα­ση ση­μά­δε­ψε τον επό­με­νο κύκλο των τρα­γου­διών του Μίκη, που εξέ­φρα­σαν είτε τη με­λαγ­χο­λία της πρώ­της απο­μο­νω­μέ­νης πε­ριό­δου, είτε την ορ­μη­τι­κή απο­φα­σι­στι­κό­τη­τα της προ­σμο­νής για μα­ζι­κο­ποί­η­ση της αντί­στα­σης. Η μου­σι­κή του Μίκη πήρε διε­θνή διά­στα­ση, συ­νο­δεύ­ο­ντας όλες τις εκ­δη­λώ­σεις αλ­λη­λεγ­γύ­ης στην πάλη για την ανα­τρο­πή της χού­ντας στην Ελ­λά­δα. Κι εδώ η αντί­φα­ση είναι πα­ρού­σα. Γιατί ο Μίκης έδωσε τη μου­σι­κή του στον Αρα­φάτ, για να φτια­χτεί ο ύμνος της Πα­λαι­στί­νης. Αλλά έδωσε τη μου­σι­κή του και στον Μι­τε­ράν, για να συ­νο­δεύ­σει την προ­ε­κλο­γι­κή κα­μπά­νια της νίκης του Σο­σια­λι­στι­κού Κόμ­μα­τος στη Γαλ­λία.

2. Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά, που ξέρει πιο πολύ και να πι­στεύ­ει;

Στο κέ­ντρο των αντι­φά­σε­ων της μα­ζι­κής ρε­φορ­μι­στι­κής Αρι­στε­ράς, αλλά και το Μίκη, βρί­σκε­ται η πε­ποί­θη­ση ότι μπο­ρού­με να αλ­λά­ξου­με τον κόσμο, ή έστω να βελ­τιώ­σου­με τη ζωή των απλών αν­θρώ­πων, δια μέσου της πο­λι­τι­κής εθνι­κής ενό­τη­τας. Προ­σπα­θώ­ντας να κα­το­χυ­ρώ­σουν ως απο­δε­κτή –και στα­δια­κά ως ηγε­μο­νι­κή– την Αρι­στε­ρά μέσα στο φάσμα των εθνι­κών δυ­νά­με­ων, κα­τα­λή­γουν να με­τα­φέ­ρουν την πο­λι­τι­κή επιρ­ροή των εθνι­κών δυ­νά­με­ων μέσα στην Αρι­στε­ρά.

Αυτήν τη τάση εξέ­φρα­σε σε υπερ­θε­τι­κό βαθμό ο Μίκης –ξε­περ­νώ­ντας και τον ξε­διά­ντρο­πο Κύρκο και τον πιο προ­σε­κτι­κό Χα­ρί­λαο Φλω­ρά­κη– στη με­τα­δι­κτα­το­ρι­κή πε­ρί­ο­δο. Δεν έχει ση­μα­σία η συ­ζή­τη­ση για την πα­τρό­τη­τα του διλ­λή­μα­τος «Κα­ρα­μαν­λής ή τανκς;». Ση­μα­σία έχει ότι ο Μίκης το απο­δέ­χθη­κε πλή­ρως και επι­τέ­θη­κε βίαια σε ρι­ζο­σπα­στι­κούς αγώ­νες της πε­ριό­δου της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, κά­νο­ντας λόγο για «αρι­στε­ρο­χου­ντι­κούς». Ήρθε έτσι σε ρήξη με την πα­ρά­δο­ση που είχε χτί­σει στα ’60, που τον έφερ­νε σε θέση αλ­λη­λεγ­γύ­ης με «τους νέους που τους έλε­γαν αλή­τες».

Κατά το άθλιο 1989, ξε­χεί­λω­σε το συμ­βι­βα­σμό του Κύρ­κου και του Φλω­ρά­κη, εκλέ­χτη­κε βου­λευ­τής της ΝΔ και έγινε υπουρ­γός του Μη­τσο­τά­κη. Ανα­ζη­τώ­ντας «εθνι­κό» ακρο­α­τή­ριο έφτα­σε να δε­χτεί να είναι ο ομι­λη­τής στο συλ­λα­λη­τή­ριο των «μα­κε­δο­νο­μά­χων» το 2018. Υπήρ­ξαν ασφα­λώς ανα­λα­μπές, όπως η αντι­πο­λε­μι­κή-αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή στάση του στην εποχή του πο­λέ­μου στη Γιου­γκο­σλα­βία.

Όμως το γυαλί είχε ρα­γί­σει. Δεν είναι τυ­χαίο ότι στην πε­ρί­ο­δο αυτή ο μου­σι­κός Μίκης δεν κα­τορ­θώ­νει να δώσει έργα που να μπο­ρούν να στα­θούν δίπλα στα κο­ρυ­φαία του ’60.

Όμως αυτά δεν ήταν λίγα. Ο Μίκης κα­τόρ­θω­σε να ταυ­τι­στεί με κά­ποια κο­ρυ­φαία γε­γο­νό­τα της τα­ξι­κής πάλης και της Αρι­στε­ράς στην Ελ­λά­δα. Στις στιγ­μές της ήττας και των δυ­σκο­λιών μας, όλο και κά­ποιος ανά­με­σά μας θα σι­γο­τρα­γου­δή­σει κά­ποιο από τα τρα­γού­δια του. Και στις στιγ­μές της αντε­πί­θε­σής μας, χι­λιά­δες και χι­λιά­δες θα «κραυ­γά­σουν» ξανά τους ρυθ­μούς και τις με­λω­δί­ες που έγρα­ψε πα­λιό­τε­ρα, μαζί με τους «ξυ­πό­λη­τους» του ’60 και του ’70.

/rproject.gr