Δίκης οφθαλμός

Δίκης οφθαλμός

  • |

Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν υπό σκιάν. Παραχώνουν τα γραπτά τους στο βάθος του συρταριού, σα να ’ναι άσεμνες φωτογραφίες προσωπικών στιγμών ή αισχρώς ωραία μα ανεπίδοτα γράμματα — και γενικώς ασκούν τη δραστηριότητά τους με τη διακριτικότητα που αρμόζει στο ιδιωτικό βίτσιο. Όποιος δημοσιεύει όμως τα κείμενά του εκτίθεται στον κίνδυνο να διωχθεί για προσβολή δημοσίας αιδούς, αφού κάθε δημοσίευση συνιστά ερωτοπραξία σε κοινή θέα και η αναγγελία της αποτελεί ένα είδος αυτοκαταγγελίας.

Συχνά μάλιστα ο συγγραφέας, αντί να περιμένει να τον σύρουν στο εδώλιο οι κριτικοί της λογοτεχνίας, οργανώνει ιδίοις εξόδοις τη δίκη του. Προσκομίζει δηλαδή πειστήρια και παραθέτει ντοκουμέντα, για τα οποία το ακροατήριο θα αποφανθεί αν επιμαρτυρούν αθωότητα ή ενοχή, στη σεμνή τελετή που κατ’ ευφημισμόν ονομάζεται παρουσίαση βιβλίου.

Υπόθεση διόλου εύκολη γιατί, ας μη ξεγελιόμαστε, στις δημόσιες αποτιμήσεις εμφιλοχωρούν αποσιωπημένες διαμάχες και ενδοσυντεχνιακοί ανταγωνισμοί. Κάποιοι διάσημοι, και ως εκ τούτου πολυάσχολοι παρουσιαστές, αποδεικνύονται εξοργιστικά αδιάβαστοι. Ξεφεύγουν από τον ρόλο της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, πελαγοδρομούν σε γενικότητες και καταλήγουν να μιλούν περισσότερο για τον εαυτό τους παρά για το κρινόμενο βιβλίο.

Παρεισφρέοντες κοσμικοί του εκδοτικού περίγυρου, θιασώτες του φιλολογικού μπουφέ και άσχετοι φιλοπερίεργοι θολώνουν τα νερά. Το κοινό, που δείχνει κατά συνθήκην φιλικό, σκεπάζει απλώς τα υπόκωφα σχόλια με ηχηρές επιδοκιμασίες. Ενώ συχνά ακροβατεί στην ακμή όπου η δυσπιστία του ενόρκου διασταυρώνεται με το εισαγγελικό βλέμμα όσων κάθονται στις πίσω σειρές ετοιμάζοντας τα καρφιά τους.

Η θετική του κρίση λοιπόν δεν είναι δεδομένη και η ετυμηγορία του παραμένει αβέβαιη και πάντα προσωρινή. Είτε απαλλάσσοντας τον συγγραφέα είτε καταδικάζοντάς τον, έχει τα νύχια του έτοιμα για χάδι που μόνο τα σημάδια του καιρού θα δείξουν εάν υπήρξε οδυνηρό ή ριγηλό. Έτσι κι αλλιώς όμως ο συγγραφέας είναι πάντα μόνος — και οι λιγοστές μετοχές του στην διαβόητη πιά τράπεζα του μέλλοντος, είναι εξίσου πιθανό ν’ αποδειχτούν βαρύτιμα χαρτιά ή σκέτα κουρελόχαρτα.