Οι αλήθειες του πληθωρισμού

Οι αλήθειες του πληθωρισμού

  • |

Η Ελλάδα είναι μια χώρα εξοικειωμένη με τον πληθωρισμό. Τα περισσότερα κεφάλαια της οικονομικής ιστορίας της αφορούν χρονικές περιόδους στις οποίες οι τιμές ξέφευγαν από κάθε έλεγχο, με αποτέλεσμα η καθημερινότητα των ανθρώπων να καθορίζεται από την απάντηση στο ερώτημα: Πού θα φτάσουν; Δεν θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς ότι σε όλο τον 20ό αιώνα ο ελεγχόμενος πληθωρισμός ήταν η εξαίρεση του κανόνα.

Γιάννης Σιώτος*

Αυτήν την «ιδιαιτερότητα» τη συνειδητοποιείς ανατρέχοντας στις μεθοδολογικά πρωτόγονες στατιστικές και στα δημοσιεύματα εφημερίδων, στα οποία περιγράφεται η αγωνία των Ελλήνων να προλάβουν τις αναβάσεις των… τιμών. Και δεν αναφέρομαι ούτε στα χρόνια της γερμανικής κατοχής ούτε στη δεκαετία που ακολούθησε, αλλά στο υπόλοιπο διάστημα μέχρι που η δραχμή αποσύρθηκε από το προσκήνιο για να παραχωρήσει τη θέση της στο ευρώ.

Οσοι πιστεύουν στις αόρατες και ατιθάσευτες δυνάμεις της αγοράς, θα χαρακτήριζαν την κατάσταση αυτή φυσιολογική για μια ασθενική οικονομία με ευάλωτο νόμισμα, που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ πολέμων, χρεοκοπιών και συνταγματικών εκτροπών. Η μεταφυσική ερμηνεία που παραμερίζει την αιτιοκρατική προσέγγιση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε όσους αποφεύγουν να δώσουν απαντήσεις για το «ποιοι» και το «πώς» επωφελούνται ή επωμίζονται το κόστος του πληθωρισμού.

Η επιστροφή στο παρελθόν, στη διετία 1922-1923, μπορεί να αποδειχτεί χρήσιμη για να διακρίνει τις επιλογές των πολιτικών που εξυπηρετούσαν τους οικονομικούς ολιγάρχες της εποχής και να τις συγκρίνει με τις σημερινές. Οι περισσότεροι άνθρωποι ταυτίζουν την περίοδο αυτή με την άφιξη 1.200.000 προσφύγων από τα παράλια της Μικράς Ασίας, την Κωνσταντινούπολη, ακόμα και από τη μακρινή -για την εποχή- Συρία. Αυτή όμως είναι μία από τις πτυχές της Ιστορίας.

Ανάμεσα στις υπόλοιπες είναι εκείνες που αφορούν τη θηριώδη κερδοσκοπία στο συνάλλαγμα (η τιμή της λίρας υπερτετραπλασιάστηκε), η οποία χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για την εκρηκτική άνοδο των τιμών στα τρόφιμα και στα άλλα βασικά είδη. Σύμφωνα με τις στατιστικές της εποχής, στο διάστημα Ιανουαρίου 1922 – Μαρτίου 1923 το επίπεδο των τιμών υπερτριπλασιάστηκε, ενώ το επίπεδο των μισθών αυξήθηκε από 50% έως 90%.

Η πολιτική ελίτ της εποχής στην αρχή αρνήθηκε να αναπληρώσει τη χαμένη αγοραστική αξία των μισθών, στη συνέχεια έδωσε περιορισμένες αυξήσεις χωρίς αναδρομική ισχύ και όταν ξεχείλισε η λαϊκή δυσαρέσκεια, κατέφυγε στην απροκάλυπτη βία για να αντιμετωπίσει τους πεινασμένους (Αύγουστος 1923). Στην πραγματικότητα οι μόνοι άνθρωποι που ήταν ευτυχισμένοι την περίοδο αυτή ήταν οι κερδοσκόποι και οι ταμίες του κρατικού θησαυροφυλακίου.

Περσινά ξινά σταφύλια; Σίγουρα η τωρινή άνοδος του πληθωρισμού δεν συγκρίνεται με την εκρηκτική άνοδο των τιμών στο δωδεκάμηνο που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Σήμερα ο πληθωρισμός τρέχει με ρυθμό «4,8% από 3,4% τον Οκτώβριο και 2,2% τον Σεπτέμβριο». Τότε μέσα σ’ ένα πεντάμηνο (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1922) οι τιμές είχαν διπλασιαστεί. Επίσης οι διαφορές στο σημερινό οικονομικό, πολιτικό, γεωπολιτικό περιβάλλον είναι χαώδεις. Υπό το πρίσμα αυτό κάθε ποσοτική συσχέτιση είναι παράλογη, αυθαίρετη και αντιεπιστημονική, αφού πρόκειται για διαφορετικές εποχές.

Αντίθετα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να προσεγγίσει κανείς τον πυρήνα της πολιτικής σκέψης που οδήγησε τις πολιτικές ηγεσίες στο να επιλέξουν τις απαντήσεις τους στον… πληθωρισμό. Ο πληθωρισμός- η ανισορροπία δηλαδή της προσφοράς και της ζήτησης που καθρεφτίζεται στις τιμές- δεν είναι ένα ουδέτερο οικονομικό και πολιτικό φαινόμενο. Αντίθετα, λειτουργεί ως μηχανισμός αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου και αυτό επιτρέπει διαχρονικές συγκρίσεις των πολιτικών και των επιπτώσεών τους. Από τη σκοπιά αυτή ο αιώνας που χωρίζει το τότε από το σήμερα διευκολύνει όσους θέλουν να ανακαλύψουν τις διαχρονικές ομοιότητες που αφορούν τις πολιτικές αποφάσεις για τον επιμερισμό του κόστους και των ωφελημάτων.

Τότε, όπως και τώρα, οι πολιτικές εξουσίες παρακολουθούσαν παθητικά τους κερδοσκόπους να σπρώχνουν τις τιμές προς τα πάνω, προκαλώντας μια αίσθηση ατιμωρησίας που τους παρότρυνε να συνεχίσουν το θεάρεστο… έργο τους.

Τότε, όπως και τώρα, οι ηγεσίες, αντί να περιορίσουν τους κερδοσκόπους εφαρμόζοντας πολιτικές που θα ενίσχυαν τον ανταγωνισμό, επέλεξαν να αφήσουν ανεξέλεγκτες τις δυνάμεις της αγοράς και να μεταθέσουν το κόστος στις πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, δηλαδή σε αυτούς τους ανθρώπους που ζούσαν από την εργασία τους. Αρνήθηκαν να αναπληρώσουν την αγοραστική δύναμη που έχαναν οι απλοί άνθρωποι από την άνοδο των τιμών, ενώ την ίδια στιγμή άφηναν ανενόχλητη την κερδοσκοπία και τους κερδοσκόπους. Παρατηρούσαν τη ζωή των πολλών να μετατρέπεται σε κόλαση και ενθάρρυναν τους οικονομικά ισχυρούς να επωφεληθούν από την απελπισία.

Τότε, όπως και τώρα, αντιμετώπιζαν τα θύματα με την αλαζονεία του κυρίαρχου και τους θύτες με την κατανόηση του εξομολογητή. Οταν μάλιστα η πείνα και η αίσθηση της αδικίας ανάγκασε τα θύματα να διεκδικήσουν δυναμικά τα δικαιώματά τους, τότε εντάχθηκαν στο στρατόπεδο των θυτών προσφέροντας απλόχερα την υποστήριξή τους: Νομιμοποίησαν τους απεργοσπάστες, πετσόκοψαν τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, χρησιμοποίησαν βία…

Τότε, όπως και τώρα, πρόβαλαν το «δημόσιο συμφέρον» και την «ευταξία» ως άλλοθι προκειμένου να διαχύσουν το κόστος του πληθωρισμού σε ολόκληρη την κοινωνία και να αποδώσουν τα οφέλη στους λίγους.

Συγκρίνοντας πολιτικές και αποτελέσματα διαπιστώνουμε ότι, παρά την «εξέλιξη» και την «πρόοδο», οι «αλήθειες του πληθωρισμού» παραμένουν διαχρονικά αναλλοίωτες. Σήμερα, όπως και πριν από έναν αιώνα, η άνοδος των τιμών:

■ πλήττει τα πιο ευπαθή, ευάλωτα και αδύναμα μέλη της κοινωνίας,

■ αντιπροσωπεύει μια οικονομική εκτροπή από την οποία κερδίζει το κράτος και οι οικονομικά εύρωστοι,

■ δεν αντικατοπτρίζει μια παροδική και τυχαία ανατροπή της οικονομικής ισορροπίας, αλλά τις στρεβλώσεις που προκαλούνται και ενισχύονται από την απροθυμία -ενίοτε και την εσκεμμένη επιλογή- των κυβερνήσεων να ελέγξουν τις δυνάμεις της αγοράς κατασκευάζοντας αναχώματα που περιορίζουν την ασυδοσία τους.

Σήμερα ο δημόσιος διάλογος για τον πληθωρισμό εστιάζεται στις μεταφυσικές δυνάμεις της αγοράς και είτε αγνοεί είτε υποβαθμίζει τις σκοπιμότητες και τις ευθύνες. Και έτσι η α-πολιτικοποίηση λειτουργεί ως κερκόπορτα, για να εξαλείψει τις ήδη υποτονικές φωνές που αντιστέκονται στην παντοδυναμία του πλούτου.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας

efsyn.gr